Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Ο "Βασιλάκης"

Η παρακάτω ιστορία είναι από αυτές που θα ήθελαν βιντεοσκόπηση για να αποδοθούν σωστά. Βασίζομαι στην "κινηματογραφική" φαντασία του αναγνώστη και την παραθέτω.

Πρωινή ώρα, προσπαθώ να βγω από τα (χρήσιμα αλλά γεμάτα παγίδες) στενάκια πάνω από τη Β. Όλγας, στην περιοχή της Μπότσαρη. Το συγκεκριμένο που ανεβαίνω εκείνη τη στιγμή, είναι κάθετο στη Δελφών, και έχει φανάρι. Από εκείνα τα φανάρια που ανάβουν για 10 δευτερόλεπτα, κάθε πέντε λεπτά.
Τη συγκεκριμένη στιγμή, το φανάρι είναι πράσινο. Μπροστά μου όπως πηγαίνει ένα αυτοκινητάκι εικοσαετίας του "Ανατολικού μπλοκ". Και πηγαίνει με πέντε. Κυριολεκτικά. Το φανάρι πράσινο, και ο τύπος σέρνεται.
Κορνάρω δυο τρεις φορές, με εκείνα τα σύντομα κορναρίσματα τύπου "ξεκόλλα/προχώρα".
Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό:
Το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταματάει εντελώς. Πέντε δευτερόλεπτα μετά, ανάβει και τα alarm. Από τη θέση του οδηγού, γεμάτος νευρικότητα κατεβαίνει ένας παππούς κοντά στα εβδομήντα πέντε, κοντούλης και με φαλακρίτσα.
-Τι κορνάρεις ρε κύριε; μου λέει με αγανακτισμένο ύφος.
Ανοίγω το παράθυρο:
-Ευχαρίστως θα σας πω. Πηγαίνατε με πέντε χιλιόμετρα την ώρα, και το φανάρι μπροστά μας ήταν πράσινο. Σας κόρναρα μήπως και το προλάβουμε.
-Και τι κορνάρεις; Δεν ξέρεις ότι είναι παράνομο;
-Ενώ η παρακώλυση κυκλοφορίας είναι νόμιμη ε; του λέω, χαμογελώντας, γιατί δεν έχει νόημα να αρπαχτώ με έναν άνθρωπο στα διπλά μου χρόνια για τέτοιο θέμα.
Στο μεταξύ πίσω μας φτάνει ένα ακόμη αυτοκίνητο. Ο οδηγός του, με το που σταματάει πίσω μου, πατάει μια κόρνα...αεροπλανοφόρου.
Ο παππούς, που στο μεταξύ έχει γυρίσει την πλάτη και ανοίγει το πορτμπαγκάζ του, (να ξεφορτώσει ήθελε τελικά), πετιέται τρομαγμένος. Γυρίζει έξαλλος, κοιτάζει το αυτοκίνητο πίσω μου και με μια έντονη χειρονομία φωνάζει:
-Ε, τώρα να περιμένεις κι εσύ!
Αρχίζει να ξεφορτώνει, ενώ από τη θέση του συνοδηγού βγαίνει η γηραιά σύζυγος. Ο τύπος πίσω μου ξανακορνάρει παρατεταμένα.
-Βασιλάκη, άστα στο πεζοδρόμιο και θα πω στα παιδιά να κατέβουν να τα πάρουν. Γρήγορα Βασιλάκη μου, λέει η γιαγιά στον παππού.
-Ο Βασιλάκης της την κοιτάζει άγρια (κι εσύ τέκνον Βρούτε;), και με το πάσο του τελειώνει το ξεφόρτωμα. Ξανακοιτάζει μια πίσω, τα μαζεύει και φεύγει. Αργά αργά, ώστε να ξαναχάσουμε το προσφάτως πράσινο φανάρι...

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2008

Τριζόνια...

[disclaimer :) Το παρακάτω περιστατικό είναι απλώς ενδεικτικό. Παρόμοιες φάσεις έχουν συμβεί με διάφορες παραλλαγές. Καταλαβαίνω την κακή κατάσταση του εξαρτημένου από ουσίες, και έχω "βοηθήσει" κατά καιρούς, παίρνοντας με το ταξί ανθρώπους που ήξερα ότι μάλλον δεν θα πληρώσουν, αλλά δεν μου έκανε και καρδιά να αφήσω στον δρόμο γιατί είχαν το χάλι τους. (Σε μια περίπτωση, σταμάτησα και επιβίβασα τοξικομανή, που στην απελπισία του να βρει ταξί, είχε φτάσει στην μεσαία λωρίδα της Εγνατίας, κινδυνεύοντας να τον πατήσουν). Παρ' όλα αυτά, το ταξί ΔΕΝ είναι περιπολικό, ασθενοφόρο, ή όχημα κοινωνικής υπηρεσίας. Επίσης, αν και οι τοξικομανείς δεν είναι γενικά επικίνδυνοι, ποτέ δεν ξέρεις σε τι κατάσταση μπορεί να βρεθούν, ειδικά αν νοιώσουν στριμωγμένοι. Επίσης, όσο καλοπροαίρετος κι αν είμαι, ενοχλούμαι υπερβολικά όταν με κοροϊδεύουν μπροστά στα μούτρα μου.
Το ότι οι πρωταγωνιστές είναι αλλοδαποί, είναι συμπτωματικό, και το αναφέρω μόνο επειδή έχει σημασία στην εξιστόρηση. Είναι από τις ελάχιστες φορές που μεταφέρω αλλοδαπούς εξαρτημένους. Σε αυτό το θέμα, οι κοινότητες των μεταναστών είναι μάλλον υγιέστερες από των ντόπιων. ]


Τετάρτη βράδυ, λίγο πριν τις δώδεκα. Κατεβαίνοντας την Αγίων Πάντων, λίγο πριν τη γέφυρα των τραίνων, με σταματάει ένας τύπος. Φαίνεται αλλοδαπός, αλλά και "μούτρο". Μόλις σταματάω, από το πουθενά (ήταν κρυμμένος ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα) εμφανίζεται ένας ακόμη τύπος. Ολοφάνερα πρεζόνι. (κακό σημάδι)
Τώρα μάλιστα.
Το πρεζόνι κάθεται πίσω, το "μούτρο" μπροστά. Περιμένω να μου πουν κάτι τύπου "Δενδροπόταμο", όπου συνήθως πηγαίνουν για "ψώνια".
-Τι κάνεις φιλαράκο; πετιέται με το που κάθεται, το πρεζόνι πίσω.
-Ότι μπορώ. Που θα πάμε;
-Φλέμινγκ με Μπότσαρη (ανατολικά, στην άλλη πλευρά της πόλης).
-Μμμ εντάξει, αν και η Φλέμινγκ με την Μπότσαρη είναι παράλληλες.
-Πήγαινε από την παραλία και θα σου πούμε.
Μάλιστα. Δεν έχω κάνει πενήντα μέτρα, όταν ακούω αλλαγή στον ήχο του αυτοκινήτου. Γυρνάω το κεφάλι. Ο πίσω έχει ανοίξει το παράθυρό.
-Γιατί το άνοιξες; Ζεσταίνεσαι; Έχω αναμμένο κλιματισμό.
-Να καπνίσω ένα τσιγαράκι φιλαράκο.
-Όχι, να μην καπνίσεις εδώ μέσα. Κλείστο σε παρακαλώ.
(Γενικά, όντας και ο ίδιος καπνιστής, επιτρέπω το κάπνισμα, που από τον νόμο απαγορεύεται. Ένας στερημένος καπνιστής είναι ένας νευρικός πελάτης, κι εγώ δεν θέλω νευρικούς πελάτες, όσο δεν ενοχλούν με τον καπνό τους κανέναν. Με τα παράθυρα ανοιχτά, και το συστηματικό καθάρισμα/"απόσμηση", το ταξί παραμένει άοσμο και καθαρό. Ο συγκεκριμένος όμως, όπως τον βλέπω να γέρνει από "νύστα", μπορεί και να μας βάλει και φωτιά εκεί πίσω).
Κλείνει το παράθυρό του, και δευτερόλεπτα μετά, ρωτάει:
-Πόσο θα χτυπήσει μέχρι εκεί;
-Τι εννοείς θα χτυπήσει;
-Πόσα λεφτά θα κάνει;
-Ξέρω 'γω; Τρία, τέσσερα ευρώ; Θα μας πει το ταξίμετρο. (Κακό σημάδι. Βλέπω να πληρώνομαι με λειψά, μικρά κέρματα).

Βγαίνουμε παραλία. Σε όλη τη διαδρομή, μιλάνε δυνατά και ασταμάτητα στη γλώσσα τους. Ο συνολικός εκνευρισμός της ημέρας, κορυφώνεται. Ότι και να λένε, ακούγεται σαν να μαλώνουν και είναι πολύ κουραστικό. Από το μυαλό μου περνάνε διάφορα. Να προσποιηθώ βλάβη, να τους πω να χαμηλώσουν ένταση. Δεν έχω όμως όρεξη για αψιμαχίες. Ας τους πάω να τελειώνουμε.
Στην Καλλιδοπούλου μου ζητάνε να ανηφορίσω. Ο μπροστά γυρνάει και λέει κάτι στον πίσω. Μέσα στα "ξένα" που του λέει, ακούγεται δυο φορές και η λέξη πορτοφόλι Ελληνικότατα. Ο πίσω ψάχνεται, και απαντάει αρνητικά. Προφανώς ο μπροστά τον έχει ρωτήσει αν έχει εκείνος το πορτοφόλι του. (κακό σημάδι και πάλι και πάλι).
Στο μεταξύ χτυπάει το κινητό του μπροστά. Το σηκώνει και μέσα στο ξενόγλωσσο μπλα μπλα, εμφανίζεται πάλι η λέξη "πορτοφόλι". Ακούγεται καθησυχασμένος. Κλείνει, και λέει στον πίσω στα Ελληνικά:
-Στο αυτοκίνητο ξέχασα το πορτοφόλι. Και έχω εξακόσια ευρώ μέσα.(κακό, κακό σημάδι :))
Βγαίνουμε αριστερά στη Δελφών.
-Εδώ, εδώ.
Σταματάω.
-3,70, τους λέω.
Ο μπροστά εμφανίζει αμέσως ένα κέρμα των δύο ευρώ, που τόση ώρα πρέπει να κρατούσε στο χέρι του.
-Φίλε δυο ευρώ έχουμε... ξεκινάει να λέει.
-Και γιατί μπήκατε στο ταξί αφού έχετε μόνο δύο ευρώ; αγριεύω.
-Όχι, όχι, δεν το ξέραμε. Ξέχασα το πορτοφόλι μου.
-Ξέχασες το πορτοφόλι σου; Πάμε να το πάρουμε, του λέω.
-Ρε φιλαράκο χάλια είμαι, κλαψουρίζει ξαφνικά ο πίσω με ένταση. "Πρεζόνης" είμαι. Πρεζόνης..
-Το βλέπω "ρε φιλαράκο" τι είσαι, του αντιγυρίζω. Από την αρχή σε είδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπαίνεις τζάμπα στα ταξί. Αφού έχετε λεφτά, πάμε να πάρουμε το πορτοφόλι.
-Στο Βαρδάρι είναι το αυτοκίνητο, λέει ο μπροστά.
-Ωραία. Πάμε στο Βαρδάρι, λέω και κάνω ότι ξεκινάω.
Ο "πρεζόνης" πανικοβάλλεται.
-Εδώ είναι το αυτοκίνητο, εδώ, φωνάζει.
Σταματάω.
-Πού εδώ είναι το αυτοκίνητο; του λέω.
Στο μεταξύ αυτός ανοίγει την πόρτα, και κάνει να κατέβει.
-Κλείσε γρήγορα την πόρτα. Θα σας πάω πίσω από εκεί που σας βρήκα, να πάτε στο αυτοκίνητο, να πάρετε τα λεφτά σας, και να βρείτε άλλο ταξί να σας πάει όπου θέλετε. Δεν θέλω λεφτά.
-Τι; Ψελλίζει ο μπροστά.
-Είπα, θα σας πάω από εκεί που σας πήρα και δεν θέλω λεφτά. Να πάρεις το πορτοφόλι σου και να γυρίσετε πίσω με άλλο ταξί.
-Όχι ρε φίλε. Σε παρακαλώ, λέει ο μπροστά. Συγνώμη κι όλα, αλλά ξέχασα το πορτοφόλι μου σου λέω.
-Ε αυτό σου λέω κι εγώ. Να σας πάω πίσω να το πάρεις, του απαντάω.
-Σε παρακαλώ άφησέ μας εδώ. Συγνώμη. Δυο ευρώ έχω. Θα σου δώσω την ταυτότητά μου, να βρεθούμε να σου δώσω και τα 1,70 που σου χρωστάμε.
-Άσε, τα έχω ξανακούσει αυτά, του λέω. Που θα δώσουμε ραντεβού να τρέχω 1,70, που δεν θα εμφανιστείς ποτέ να μου δώσεις. Έχασα την ταυτότητά μου, θα πεις, και θα σου βγάλουν άλλη. Άμα δεν είχατε λεφτά, ας λέγατε από την αρχή: "Έχουμε δυο ευρώ, θα μας πας; " Τι μου αρχίζετε τα παραμύθια και περιμένετε να σας πιστέψω; Άντε, δώσε τα δυο ευρώ και φύγετε.
Ο πρεζόνης πηδάει από το αυτοκίνητο όπως όπως, έρχεται μπροστά και αρχίζει να τραβάει από τον ώμο το "μούτρο".
-Πάμε, πάμε! (τώρα που μπορούμε)
Ο μπροστά κάτι ακόμη θέλει να πει. Πετάει ένα τελευταίο "συγνώμη, ευχαριστώ" και κατεβαίνει. Ο "πρεζόνης" στο μεταξύ, χώνεται τρέχοντας στο στενό δίπλα, μήπως και αλλάξω γνώμη.
Φεύγω. Δεν συνηθίζω να βρίζω, αλλά αυθόρμητα και εκ βαθέων μου βγαίνουν δυο αγανακτισμένες βρισιές που ακούω μόνο εγώ. Καλύτερα.

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

Πενταήμερη με...ασφάλεια

Άνοιξη βραδάκι, ανηφορίζω στα κάστρα. Διστακτικά σηκώνει το χέρι του, και με σταματάει ένα παλικαράκι. Δέκα έξι με δέκα οχτώ χρονών, μέτριου αναστήματος, αδύνατο, με γυαλιά και εντελώς "άγουρο" βλέμμα.
-Ξέρετε που είναι το Ρόδον;
-Ναι, φυσικά.
-Μπορείτε να με πάτε εκεί;
-Εννοείται.
Μέχρι να κάνω εκατό μέτρα, μου έχει πει την ιστορία του. Έχει έρθει πενταήμερη με το σχολείο του από την Κέρκυρα, και ανέβηκε στα κάστρα να δει τη ξαδέλφη του που είναι φοιτήτρια εδώ.
Καθώς μου τα λέει όλα αυτά, έρχεται δίπλα μας ένα αυτοκίνητο, και ο οδηγός του μου κάνει νόημα να σταματήσω.
-Κάτι θα θέλει να ρωτήσει, λέω στον νεαρό.
Κάνουμε στην άκρη. Ο οδηγός σταματάει δίπλα εσωτερικά (έχει ένα ανοιχτό πάρκινγκ οικοδομής), και χωρίς να κατέβει από το αυτοκίνητο με κοιτάζει και λέει:
-Της ασφάλειας είμαι. Δόθηκε σήμα ότι κάποιος που ταιριάζει με την περιγραφή του νεαρού, επιτέθηκε σε μια κοπέλα.
Κοιτάζω τον "νεαρό". Το παιδάκι έχει αλλάξει χρώμα.
-Εγώ στην ξαδέλφη μου ήμουν. Τώρα βγήκα έξω, καταφέρνει να ψελλίσει.
-Σίγουρα; Βγες από το ταξί, του λέει ο "ασφαλίτης".
Το παιδί, βγαίνει από το ταξί. Τα πόδια του τρέμουν, Βγαίνω κι εγώ, και στέκομαι από την πλευρά του οδηγού, με ανοιχτή την πόρτα. Θέλω να έχω εύκολη πρόσβαση στο CB.
Ο τύπος τον κοιτάζει.
-Έχεις ταυτότητα ή θα σε πάρω μέσα για εξακρίβωση; τον ρωτάει.
-Δ...δεν έχω βγάλει ακόμη ταυτότητα, λέει το παιδί. Δεν έκλεψα τίποτε. Να κοιτάξτε: (αρχίζει να αδειάζει τις τσέπες του).

Η όλη ιστορία δεν μου αρέσει.Οι άνθρωποι της ασφάλειας κινούνται συνήθως ανά δύο, και το αυτοκίνητο του τύπου δεν μοιάζει για συμβατικό της αστυνομίας. Η ψηλή βαριά τετράγωνη κατασκευή του σώματος και το πρόσωπό του, είναι πολύ χαρακτηριστικά. Δεν μπορώ να τον φανταστώ να παρακολουθεί κάποιον απαρατήρητος. Από την άλλη, ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να είναι με το ΙΧ του, και να έχει φορητό CB. Και θα υπάρχουν "ρόλοι" για μια τέτοια σωματική κατασκευή.
Ο πιτσιρικάς όμως, είναι ολοφάνερα τρομοκρατημένος, και όχι επειδή είναι ένοχος.
Αποφασίζω να επέμβω.
-Εμένα πάντως μου ζήτησε να τον πάω στο Ρόδον, στο σχολείο του. Εύκολο είναι να μάθετε την ταυτότητά του από τους καθηγητές του. Όσο για την επίθεση στην κοπέλα, μήπως να πάμε να ρωτήσουμε την ξαδέλφη του, αν ήταν εκεί και τι ώρα έφυγε; Δεν πιστεύω πάντως πως είναι αυτός που ψάχνετε.
Ο τύπος με κοιτάζει εξεταστικά.
-Έτσι λες ταξιτζή;
-Έτσι μου φαίνεται.
Μας κοιτάζει μερικά δευτερόλεπτα ακόμη.
-Εντάξει, φύγετε, λέει.
Ξαναμπαίνουμε στο ταξί. Το παλικαράκι μιλάει γρήγορα και μπερδεμένα:
-Δεν έκανα τίποτε. Τώρα βγήκα από το σπίτι της ξαδέρφης μου. Μένει στην οδό...
-Σε πιστεύω, τον διακόπτω. Όπως σε πίστεψε και ο αστυνόμος. Αν ήταν αστυνόμος.
-Δηλαδή μπορεί να μην ήταν αστυνόμος; Τι ήθελε τότε;
-Μην ανησυχείς, του απαντάω. Δεν θα τον άφηνα να σε πάρει έτσι μαζί του χωρίς να δείξει κάποια ταυτότητα. Χωρίς να πάρω στην αστυνομία να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός που λέει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να βεβαιώνεσαι ότι ο άλλος είναι αυτό που ισχυρίζεται. Για καλό, και για κακό.

Ξαφνικά καταλαβαίνει τι υπαινίσσομαι και χλομιάζει ακόμη περισσότερο.

Τουλάχιστον θα έχει μια καλή ιστορία να διηγηθεί στους συμμαθητές του:)