Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Ο ληστής...

Ο τύπος που μπαίνει στο ταξί είναι κοντά στα πενήντα, «ψημένη» φάτσα. Πηγαίνει κάπου στο Κορδελιό. Εκείνο τον καιρό έχει γίνει μια ληστεία σε κάποια τράπεζα, στην οποία οι ληστές είχαν πυροβολήσει κάποιον που προσπάθησε να τους σταματήσει, οπότε κάποια στιγμή η συζήτηση πηγαίνει εκεί.
-Τι ήθελε κι αυτός και μπήκε στη μέση; μου λέει ο τύπος. Όταν πας για ληστεία και κρατάς όπλο, είσαι αποφασισμένος να το χρησιμοποιήσεις. Εκείνη την ώρα, το μυαλό σου είναι να ξεφύγεις. Όποιος κάνει να σε σταματήσει θα την φάει.
-Τι να σας πω δεν ξέρω, του απαντάω. Δεν μου έτυχε να κάνω ληστεία ποτέ.
-Εγώ όμως ξέρω, μου λέει αυτός. Δέκα χρόνια έκανα στον Κορυδαλό για ένοπλη ληστεία.
-Σοβαρά μιλάτε τώρα;
-Πολύ σοβαρά μιλάω. Έχει χρόνια βέβαια. Είχε μπει στη μέση ένας να με σταματήσει και του έριξα στα πόδια. Ευτυχώς, γιατί αλλιώς θα ήμουν ακόμη μέσα.
-Και πως έγινε και σας πιάσανε; τον ρωτάω.
-Ε πως γίνεται συνήθως; Κάποιος από τη συμμορία δεν μπόρεσε να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Δεν φτάνει που πήγε και αγόρασε ακριβό αυτοκίνητο, άρχισε να περηφανεύεται δεξιά και αριστερά στα φιλαράκια του πόσο καλά τα καταφέραμε. Καταλαβαίνεις, ρουφιάνους έχει πολλούς.
Για λίγο μένω αμίλητος. Ο τύπος φαίνεται να σοβαρολογεί.
-Και κάνατε δέκα χρόνια για ένοπλη ληστεία συν τον τραυματισμό κάποιου, ρωτάω τελικά.
-Μωρέ λιγότερα θα έκανα κανονικά (;!). Αλλά δεν τους έλεγα που έκρυψα τα λεφτά. Ούτε και τα βρήκανε ποτέ. Έκατσα κι εγώ δέκα χρόνια μέσα, και όταν βγήκα πήγα και τα πήρα.
Το σκέφτομαι και πάλι για λίγο και τελικά του λέω γελώντας:
-Πάντως αν αποφασίσατε να αλλάξετε καριέρα και να ληστέψετε ταξί, μόλις βγήκα για δουλειά. Ούτε πενήντα ευρώ δεν έχω μαζί μου.
Γελάει κι αυτός και μου απαντάει.
-Ε όχι ρε φίλε. Εσένα θα ληστέψω; Άσε που, τι με πέρασες, για κανένα ψιλικατζή;
Δίκιο είχε ο άνθρωπος. Αν έχεις πιάσει καρχαρία, τι να σου κάνει το σπαράκι;

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

Όπισθεν...

Άκουσα οι εξετάσεις οδήγησης θα δυσκολέψουν
αλλά δεν περίμενα αυτό...

(Για λόγους συντόμευσης των εξετάσεων, όπισθεν γωνία και παρκάρισμα θα εξετάζονται πλέον όπως στο video παραπάνω)

Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια που έκανα τα υποχρεωτικά μαθήματα οδήγησης.
Επειδή είχα δυο χρόνια στους δρόμους με το 50αράκι παπάκι, και επειδή οδηγούσα ήδη (τα καλοκαίρια στο χωριό το τρακτέρ του θείου μου, και μερικές φορές το autobianchi μας στους χωματόδρομους), πίστευα ότι ήξερα να οδηγάω και δεν χρειαζόμουν μαθήματα. Λάθος. Η οδήγηση δεν αφορά μόνο στο τεχνικό μέρος του χειρισμού ενός αυτοκινήτου (μοχλός ταχυτήτων, πεντάλ, τιμόνι, χειρόφρενο, φλας κλπ) αλλά και (κυρίως θα 'λεγα) στο "συμπεριφορικό" μέρος της οδήγησης. Αν οδηγούσαμε πάντα μόνοι μας στις ερημιές δεν θα είχε καμία σημασία. Η πλειοψηφία μας όμως οδηγά σε πολυσύχναστους δρόμους με πολλά οχήματα και πεζούς γύρω μας, και πρέπει να δείχνουμε την ανάλογη προσοχή. Να βλέπουμε καλά μπροστά, γύρω μας, καθώς και πίσω μας.
Ειδικά όταν κάνουμε όπισθεν. Η οποία όπισθεν ήταν ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω τα παραπάνω, έκανα αυτή την τεράστια παρένθεση, και επιστρέφω…
Θυμάμαι πολύ καλά λοιπόν, και δεν νομίζω ότι άλλαξε κάτι από τότε, τον δάσκαλο οδήγησης να μου λέει:
-Για να κάνεις όπισθεν, αφού βάλεις την ταχύτητα, βάζεις το δεξί χέρι πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού για βοήθεια, και γυρνάς ΟΛΟ το σώμα ώστε να βλέπεις καλά πίσω, τόσο στα δεξιά όσο και αριστερά του αυτοκινήτου. Με το αριστερό χέρι κρατάς το τιμόνι,
Πολύ σωστά. ΠΟΛΥ ΣΩΣΤΑ. ΔΕΝ αρκεί να κοιτάζεις τους καθρέφτες κάνοντας όπισθεν. ΔΕΝ αρκεί να κοιτάζεις τους καθρέφτες κάνοντας όπισθεν. Aν το αυτοκίνητό είναι κανονικό επιβατικό με παράθυρο στο πίσω μέρος, ΔΕΝ αρκεί να κοιτάζεις τους καθρέφτες κάνοντας όπισθεν.
Το παιδάκι που θα τρέξει ανάμεσα στα παρκαρισμένα ΔΕΝ θα φανεί στους καθρέφτες. Η πραγματική απόσταση από το παρκαρισμένο πίσω και το πεζοδρόμιο ΔΕΝ φαίνεται στους καθρέφτες. Το κρυφό τοιχάκι, κολωνάκι, πεζουλάκι, ΔΕΝ φαίνεται στους καθρέφτες (καμιά φορά δεν φαίνεται ούτε και κοιτάζοντας πίσω!).Το μηχανάκι που θα έρθει να προσπεράσει και θα το χτυπήσεις με τη μούρη του αυτοκινήτου που πετιέται έξω καθώς παρκάρεις, ΔΕΝ θα φανεί στους καθρέφτες.
Προσφάτως με τη μηχανή, σταμάτησα οριακά πίσω από κύριο κοντά στα 60, ο οποίος έβγαινε από την πυλωτή της οικοδομής στο δρόμο κάνοντας όπισθεν γωνία 90 μοιρών. Στο αγανακτισμένο μου κορνάρισμα, (καθώς σταμάτησα μεν, αλλά αυτός συνέχιζε ακάθεκτος να κάνει όπισθεν επάνω μου) απάντησε με αφέλεια: "Ε, τι θέλεις; Δεν φαίνεσαι από τους καθρέφτες. Εσύ έρχεσαι από πίσω, πρόσεχε λίγο."
Πραγματικά πιστεύω ότι έχουμε όλοι ένα κοπάδι αγγέλους πάνω από τα οχήματά μας, και πάλι δεν μας προλαβαίνουν πάντα.
Δεν γίνεται όπισθεν κοιτώντας τους καθρέφτες. Είναι θέμα ζωής και θανάτου πολλές φορές. Όπως λένε και στον imagine (για άλλους λόγους) "Πείτε το και στους φίλους σας".

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2008

Δεν είπα Σάρτη...

Καλοκαίρι, μεσημέρι. Βρίσκομαι στα ΚΤΕΛ τρίτο ταξί στην πιάτσα. Ένα παλικαράκι κοντά στα τριάντα πλησιάζει τον πρώτο ταξιτζή και κάτι του λέει. Αυτός τον "διώχνει". Το ίδιο και ο δεύτερος, Το έργο το έχω ξαναδεί. Κάπου κοντά θα πηγαίνει, ή δεν καταλαβαίνουν τι τους λέει. Οπότε μόλις σκύβει δίπλα στο ταξί και αρχίζει να λέει (δεν τον ακούω, το παράθυρο είναι κλειστό γιατί δουλεύει ο κλιματισμός) του κάνω νόημα να μπει μέσα. Μπαίνει, κάθεται, και με κάπως παράξενη προφορά μου λέει:

-Θα με πας στη Σάρτη;

-Να σε πάω.

Η προφορά του με βάζει σε σκέψεις. Σε περίπτωση που μας σταματήσουν για έλεγχο και αυτός είναι παράνομα στη χώρα, θεωρούμαι αυτομάτως συνεργός σε μεταφορά λαθρομεταναστών, και πηγαίνω κι εγώ και το ταξί "μέσα" Οπότε του λέω:

-Χωρίς παρεξήγηση, αλλά επειδή τα Ελληνικά σου τα ακούω παράξενα, και επειδή θα βγούμε εκτός Θεσσαλονίκης, χαρτιά, ταυτότητα έχεις;

-Έχω έχω, λέει και βγάζει μια φωτοτυπία ταυτότητας. Το όνομα είναι ένα δυσκολοπρόφερτα Τούρκικο. Καλώ το κέντρο του ραδιοταξί, ζητάω να κόψουν την αναμετάδοση (ώστε να με ακούει μόνο η εκφωνήτρια) και της δίνω τα στοιχεία ταυτότητας, ενημερώνοντας παράλληλα ότι πηγαίνω στην Σάρτη.

Το παλικαράκι καθώς βγαίνουμε περιφερειακό μου λέει.

-Δεν πάμε Σάρτη. ΞΑΝΘΗ πάμε.

Μάλιστα. Άλλο Σάρτη Χαλκιδικής, άλλο Ξάνθη. Και το Τούρκικο όνομα, με βάζει σε υποψίες και με οδηγεί στην επόμενη ερώτηση.

-Που ακριβώς πηγαίνουμε στην Ξάνθη;

-Λίγο πιο έξω, στο χωριό ΧΧΧΧ (δεν θυμάμαι πλέον πιο ακριβώς).

-Και που είναι αυτό;

-Λίγο έξω από την Ξάνθη.

-Ναι, αυτό το είπαμε. Προς τα που δηλαδή; Στα Πομακοχώρια;

-Ναι, όχι, ναι. Χαζογελάει αμήχανα.

Δηλαδή ναι. Εκείνη την εποχή δεν ξέρω τίποτε απολύτως για τα Πομακοχώρια. Μια μακρινή ανάμνηση μόνο από ένα ρεπορτάζ, ότι έχουν δική τους διακυβέρνηση και νόμους. Γκουλπ.

-Φίλε επειδή πολλά γίνονται, και πάμε μακριά, θα ενημερώσω και την αστυνομία, χωρίς παρεξήγηση.

Το δέχεται με χαμόγελο. Όλο και περισσότερο μου δίνει την εντύπωση ότι είναι κάπως "ελαφρύς" καθώς δεν σταματάει να χαζοχαμογελάει, και να μιλάει ακατάσχετα. Τέλοσπαντων.

Τηλεφωνώ στο 100 και ενημερώνω για την όλη κατάσταση. Ο αστυνομικός πολύ γρήγορα το ψάχνει και με ενημερώνει ότι για τον επιβάτη μου δεν προκύπτει ποινικό μητρώο. Επίσης με συμβουλεύει να ενημερώσω και την αστυνομία φτάνοντας στη Ξάνθη αν θέλω. (Το 100 όταν το καλείς από κινητό, σε συνδέει με την κοντινότερη άμεση δράση).

Μέχρι εδώ, καλά, αν και η ανησυχία δε σβήνει. Αντιθέτως, και ενώ έχουμε φτάσει περίπου στην Ασπροβάλτα, οι πλάγιες ερωτήσεις μου βγάζουν και άλλο "λαγό":

-Δεν έχω λεφτά εγώ να σε πληρώσω. Θα σου τα δώσει ο θείος μου εκεί όταν φτάσουμε.

-Ο θείος σου ξέρει ότι πας με ταξί στο χωριό;

-Όχι. Μην ανησυχείς όμως θα σε πληρώσει.

[Αυτό το λες εσύ. Ο θείος όμως; Αν υπάρχει...]

-Να κάνουμε ένα τηλέφωνο στο θείο σου; Μπορεί να μην είναι σπίτι όταν φτάσουμε.

-Να πάρουμε.

Μου λέει ένα νούμερο, καλώ και βγαίνει κάποιος, ο οποίος αφού με ακούει, με σπαστά Ελληνικά μου εξηγεί ότι δεν είναι αυτός που ψάχνω.

-Λάθος νούμερο μου έδωσες.

Μου λέει και πάλι το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά μου δίνει μάλλον το σωστό, γιατί απαντάει μια γυναίκα στα Τούρκικα, αλλά καθώς προσπαθώ να της εξηγήσω ποιος είμαι και τι συμβαίνει μου το κλείνει.

-Μια γυναίκα βγήκε και μου το έκλεισε, του λέω.

-Είναι επειδή δεν αφήνουν τις γυναίκες τους να μιλάνε με αγνώστους. Η θεία μου θα ήταν. Δώσε να μιλήσω εγώ, μου λέει.

Ξανακαλώ και του δίνω να μιλήσει. Αρχίζει ένα χείμαρρο Τούρκικα, σε τόνους που μου φαίνονται άλλοτε παρακλητικοί, και άλλοτε επεξηγηματικοί. Τελικά κλείνει το τηλέφωνο.

-Εντάξει μίλησα με τον θείο μου, εκεί είναι και θα μας περιμένει να σε πληρώσει, μου λέει.

[Έτσι λες εσύ. Είναι εξίσου πιθανό να έχει πει: " Ομάρ, Χασάν, Αμπντούλ, έρχομαι με ένα γκιαούρη ταξιτζή κορόιδο. Ακονίστε τα γιαταγάνια, ανάψτε κάρβουνα και ειδοποιήστε ότι θα έχουμε Toyota Avensis για πούλημα."]

Αστειεύομαι τώρα, αλλά όλα αυτά δεν είναι καθόλου αστεία εκείνη την ώρα. Στην καλύτερη χειρότερη περίπτωση, θα έχω κάνει ένα σωρό χιλιόμετρα, θα έχω χάσει τη μέρα και δεν θα πληρωθώ. Στη χειρότερη;

Κουβέντα στη κουβέντα μαθαίνω ότι το χωριό έχει αστυνομικό τμήμα. Ελληνικό αστυνομικό τμήμα. Όπως είπα, μέχρι εκείνη τη στιγμή έχω την εντύπωση ότι πηγαίνουμε σε ένα τουρκόφωνο "κράτος εν κράτει". Τηλεφωνώ στις πληροφορίες, βρίσκω το νούμερο, και καλώ το αστυνομικό τμήμα. Δεν απαντάει κανείς.

Τηλεφωνώ στο 100 και πάλι. Πλέον είμαστε στο κομμάτι της Καβάλας. Ο αστυνομικός μου εξηγεί ότι κατά πάσα πιθανότητα ο αστυνομικός είναι έξω σε περιπολία με το αυτοκίνητο, και γι' αυτό δεν απαντάει στο τμήμα.

Μάλιστα. Εξαιρετικά. Φτάνω στην Ξάνθη και τηλεφωνώ στο 100. Εξηγώ την κατάσταση ακόμη μια φορά.

-Φοβάσαι ότι δεν θα σε πληρώσει;

-Μεταξύ άλλων, το φοβάμαι και αυτό.

Ο αστυνόμος γελάει.

-Δεν θα έχεις πρόβλημα, καλοί είναι οι άνθρωποι εκεί αλλά αν γίνει κάτι πάρε μας τηλέφωνο, μου λέει.

[Αν προλάβω...]

Φτάνουμε κάποια στιγμή στο χωριό. Αρκετοί μιναρέδες υψώνονται δεξιά και αριστερά. Οι περαστικοί μας κοιτάζουν περίεργα. Οι άντρες, γιατί οι ελάχιστες γυναίκες κουκουλωμένες με τα τσεμπέρια τους κοιτάζουν το έδαφος καθώς περπατάνε.

Από εδώ στρίψε, από εκεί στρίψε, κρατάω νοητικές σημειώσεις, προκειμένου αν χρειαστεί να ειδοποιήσω το 100, να τους τα πω μαζεμένα: (Από το μπακάλικο " Η Φατιμά" αριστερά, πλάτανος δεξιά, γύρω γύρω την πλατεία και βόρεια, άσπρο σπίτι με πράσινα παντζούρια).

-Εδώ είμαστε, μου λέει κάποια στιγμή. Βγαίνει έξω και μπαίνει σε μια αυλή. Βλέπω παιδάκια και κάποιες γυναίκες με τσεμπέρια που έχουν βγει και με κοιτάζουν. Στο μεταξύ έχω κλειστές ασφάλειες, πατημένο συμπλέκτη και βαλμένη πρώτη, ενώ στο χέρι κρατάω το κινητό στο οποίο έχω ήδη σχηματίσει το 100 και απομένει να πατήσω "κλήση".

Μετά από λίγο ένας χαμογελαστός άνθρωπος, γύρω στα 60, βγαίνει από την αυλή, και έρχεται στο παράθυρο.

-Έλα λίγο κατέβα να σε κεράσουμε έναν καφέ, μου λέει.

-Πρέπει να φύγω για πίσω, να φτάσω πριν νυχτώσει, σας ευχαριστώ, του απαντάω.

-Καλά που τον βρήκες αυτόν; με ρωτάει, αναφερόμενος στον πελάτη ανιψιό του.

-Στα ΚΤΕΛ, στα λεωφορεία της Θεσσαλονίκης.

-Βρε τον άτιμο. Δυο φορές τον βάλαμε στη Σταυρούπολη στο ψυχιατρείο, το έσκασε, πήρε ταξί και ήρθε πίσω.

Κλασική ιστορία. Ευτυχώς ό άνθρωπος με πληρώνει κανονικά και με χαμόγελο. Του δίνω τα ρέστα (αν και ο ανηψιός επιμένει να τα κρατήσω να πιω έναν καφέ), και φεύγω όσο πιο γρήγορα και αθόρυβα μπορώ. Τα μάτια μου είναι μονίμως στους καθρέφτες. Αναρωτιέμαι πόσες τρίχες μου άσπρισαν και πόσο μπορεί να κοστολογηθεί η ψυχική οδύνη. Άλλο κακό να μη μας βρει.

Και ενώ με πιέζει η κύστη μου, δεν διακινδυνεύω να σταματήσω παρά μόνο αφού έχω περάσει και την Καβάλα στο δρόμο της επιστροφής.

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2008

Porsche

Το παρακάτω περιστατικό θα βοηθούσε πολύ αν το είχα βιντεοσκοπήσει, καθώς είναι βγαλμένο από "αμερικανιά" κωμωδία. Θα προσπαθήσω να σας το μεταφέρω όσο πιο "οπτικοποιημένα" μπορώ.

Τσιμισκή, απόγευμα, ο καιρός καλός και η κίνηση μέτρια. Μπροστά μου πηγαίνει μια Porshe με Γερμανικές πινακίδες, και μπροστά της ένα λεωφορείο. Εκμεταλλευόμενος την καλοκαιρία ο οδηγός έχει ξεσκεπάσει το αυτοκίνητο, ώστε όλοι να μπορούν να τον δουν. Μέχρι ένα σημείο βέβαια γιατί φοράει και γυαλιά "μάσκες του σκι" που κρύβουν το μισό του πρόσωπο, ενώ λόγω ύψους χάνεται μέσα στο αυτοκίνητο. Τη στιγμή που μας ενδιαφέρει πάντως, ο νέος μας κάτι σκαλίζει στο ταμπλό της Porsche. Έτσι, όταν καταλαβαίνει ότι το λεωφορείο μπροστά του έχει σταματήσει, είναι αργά για ελιγμό. Σταματάει εντελώς, στρίβει όλο το τιμόνι αριστερά, βγάζει φλας και κάνει την κίνηση να βγει. Σταματάει αμέσως όμως (δυο εκατοστά προλαβαίνει να κινηθεί) γιατί εγώ έχω αλλάξει ήδη λωρίδα, έχω βρεθεί αριστερά πίσω του και του ανάβω τα φώτα μην τυχόν και κάνει τη χαζομάρα. Προσπερνώ και κοιτάζω στον καθρέφτη. Ο τύπος κάνει να ξαναβγεί (άλλα δυο εκατοστά αριστερά) και ξανασταματάει καθώς αυτή τη φορά αριστερά πίσω του έρχεται και τον κορνάρει ΤΟ όχημα: Παπάκι εικοσαετίας, ταλαιπωρημένο και ακαθορίστου χρώματος από τη σκουριά και την απλυσιά, πλήρες με το κίτρινο καφάσι από γάλατα στραβοδεμένο πάνω στη σκάρα. Ο οδηγός της μηχανής, εξηντάρης, με το αρχαίο και καταχτυπημένο κράνος-τάπερ απ' το άνοιγμα του οποίου προεξέχει το μισό του πρόσωπο, περνάει δίπλα από την Porsche, και τον κοιτάζει άγρια μέσα από τα χοντρά γυαλιά οράσεως που φοράει, φωνάζοντας και κορνάροντας με την ξέπνοη ψόφια κόρνα του εξάβολτου δικύκλου του. Είναι προφανές ότι δεκάρα δεν δίνει αν είναι Porsche ή Datsun. Μετά από αυτό, ο οδηγός της Porsche δεν επιχειρεί πλέον άλλη έξοδο. Ακολουθεί το λεωφορείο μπροστά του για όσο μπορώ να δω από τον καθρέφτη μου, ελπίζοντας φαντάζομαι να μην τον έχει δει κανείς.

Κι αν είσαι και Porcsh-ας, με την αράδα σου θα πας.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Δωρεάν...

Βρίσκομαι στις Συκιές μεσημέρι, και κατευθύνομαι προς τα καπνομάγαζα της Επταλόφου, (εκεί που μέχρι κάποια στιγμή υπήρχε βενζινάδικο-πάρκινγκ) προκειμένου να παραδώσω το Ταξί στον συνεργάτη μου.

Σταματημένο στο φανάρι με πλησιάζουν δυο κοπέλες. Πριν προλάβουν να μου πουν οτιδήποτε τους λέω:

-Πηγαίνω στην Επτάλοφο να παραδώσω.

-Α, εμείς στη Μενεμένη πηγαίνουμε.

Για όσους δεν ξέρουν, οι δυο συνοικίες είναι γειτονικές. Δυστυχώς έχω αργήσει ήδη, οπότε δεν με "παίρνει" να τις πάω εκεί που πάνε και να γυρίσω. Καθώς όμως αφ' ενός στις Συκιές δύσκολα βρίσκεις Ταξί, και αφ' ετέρου είναι ώρα αλλαγής βάρδιας, άρα ακόμη δυσκολότερα θα εξυπηρετηθούν, τους προτείνω:

-Ελάτε να σας πάω μέχρι την Επτάλοφο. Δωρεάν, δεν θέλω χρήματα, έτσι κι αλλιώς εκεί πηγαίνω. Ταξί θα βρείτε σίγουρα από εκεί να σας πάει όπου θέλετε.

Η μια κοπέλα κάνει να μπει στο Ταξί. Η άλλη όμως την σταματάει κατεβάζοντας τα μούτρα.

-Όχι! Με κοιτάζει άγρια.

-Όπως θέλετε. Έχω μείνει έκπληκτος. Μήπως δεν κατάλαβε τι είπα;

Το φανάρι ανάβει πράσινο και ξεκινάω. Από τον καθρέφτη βλέπω την κοπέλα που πήγε να μπει, να βάζει τις φωνές στην άλλη.

Όσο και να το έχω σκεφτεί, δεν κατέληξα σε κάποια θεωρία της προκοπής. Αν κάποιος μπορεί να φανταστεί γιατί η κοπελιά απέρριψε την δωρεάν μεταφορά, ας μου πει κι εμένα.

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Λεπτομέρειες

Οι παρακάτω ιστορίες είναι απλώς ενδεικτικές. Πολλές φορές, πολλοί πελάτες, διαφόρων ηλικιών, είναι εντελώς ασαφείς, όχι πάντα επειδή δεν ξέρουν. Διαβάστε παρακάτω και θα καταλάβετε.

Κυρία μπαίνει από τα ΚΤΕΛ και μου ζητάει να την πάω Αγίου Παντελεήμονος δέκα (το νούμερο ενδεικτικό).

-Σε ποια Αγίου Πεντελεήμονος; Έχει τρεις τουλάχιστον. Σε ποια περιοχή;

Δεν ξέρει, δεν θυμάται. Μετά από αρκετές ερωτήσεις (είναι σε μεγάλο δρόμο; βγαίνοντας από την πόλη προς Χαλκιδική; κοντά στη θάλασσα; Θυμάστε δυο δωδεκαόροφες πολυκατοικίες κοντά; Ήταν μακριά από τα ΚΤΕΛ; πόσο περίπου πληρώσατε στο Ταξί την προηγούμενη φορά; προς τον Φοίνικα;) καταλήγουμε ότι αναφέρεται στην Αγίου Παντελεήμονος της Καλαμαριάς. Φτάνοντας εκεί ανακαλύπτουμε ότι το νούμερο δέκα είναι...τοίχος.

-Είστε σίγουρη για το νούμερο;

Είναι.

-Σας θυμίζει τίποτε ο δρόμος;

Δεν της θυμίζει τίποτε.

Σκέψη, προβληματισμός, και τελικά μου λέει.

-Να πάρω τηλέφωνο την κουνιάδα μου να μας πει που ακριβώς είναι το σπίτι;

-Καλά, αν έχετε τηλέφωνο, γιατί δεν το λέτε από την αρχή και ψάχνουμε τόση ώρα;

-Δεν το σκέφτηκα. (!!!;;;)

Τηλεφωνώ. Η έκπληκτη κουνιάδα μου λέει ότι βρίσκεται στους Αμπελόκηπους. Έχουμε δηλαδή διασχίσει τα τέσσερα πέμπτα της πόλης (και θα επιστρέψουμε πίσω) επειδή η κυρία "δεν το σκέφτηκε".

Σε άλλη περίπτωση, ο αλλοδαπός κύριος μπαίνει από τον σταθμό των τραίνων και μου ζητάει να τον πάω στην Αλβανική πρεσβεία.

-Είναι πολύ κοντά του λέω (στο Βαρδάρι διακόσια μέτρα παρακάτω).

-Όχι έχει φύγει από εκεί, μου λέει.

-Να ρωτήσω στο ραδιοταξί τότε.

Ρωτάω, και με ενημερώνουν ότι βρίσκεται στην Τσιμισκή μαζί με τη πρεσβεία των Η.Π.Α. στο εμπορικό κέντρο.

Καθώς φτάνουμε, ο πελάτης μου λέει:

-Τσιμισκή 45, εδώ είναι; (το νούμερο ενδεικτικό)

[Αφού ήξερες από την αρχή οδό και αριθμό γιατί με ταλαιπωρείς;]

Αμίμητο και σύντομο είναι αυτό με την κυρία που μπαίνει στο Ταξί και μου λέει:

-Στην κυρία Κοντομανώλη θέλω να με πάτε. (Το όνομα ενδεικτικό)

-Να σας πάω, αλλά που μένει, γιατί δεν την γνωρίζω;

-Δεν ξέρεις; (Έκπληκτη).

-Όχι, θα 'πρεπε;

Μου δίνει την διεύθυνση κάπως απότομα. Αργότερα μαθαίνω ότι η κυρία Κοντομανώλη είναι πελάτισσα του Ραδιοταξί. Λυπάμαι, δεν κουβαλάω μαζί το αρχείο των πελατών μας.

Και καθώς τα γράφω όλα αυτά, η κυρία που μπήκε στο Ταξί, μου λέει:

-Νεάπολη στην Cosmote.

-Που βρίσκεται η Cosmote; Μπορεί να έχει και παραπάνω από μία.

-Πάμε και θα σου πω.

-Ναι, αλλά πρέπει να ξέρω έστω περίπου προκειμένου να ακολουθήσω τον ανάλογο δρόμο.

-Πάμε και θα σου πω.

Καθώς πλησιάζουμε στη Νεάπολη, μου λέει.

-Καλά, δεν ξέρεις που είναι η Cosmote;

-Δεν έτυχε, να την προσέξω. Γιατί τόσο μεγάλο μαγαζί είναι;

-Στη Βενιζέλου, πάνω από την Εθνική τράπεζα, δεν την έχεις δει;

[Κι εσείς Βενιζέλου δεν μπορούσατε να πείτε από την αρχή;]

Τέτοιες καταστάσεις συμβαίνουν πολλές. Όπου οι πληροφορίες δίνονται μισές, παραπλανητικές και με το σταγονόμετρο. Δεν καταλαβαίνω. Είναι τόσο κουραστικό να δώσεις όλες τις πληροφορίες από την αρχή; Είναι μυστικό; Μήπως παίζουμε το παιχνίδι "Βρες πού πάω αν μπορείς";

Αν παραγγέλνουν και φαγητό από delivery με τον ίδιο τρόπο πάντως, πρέπει να μένουν συχνά νηστικοί.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2008

Ικανοποιητική "ξήγα"

Το περιστατικό που μου έτυχε σήμερα, έχει ξανασυμβεί ουσιαστικά απαράλλαχτο και πριν μερικούς μήνες. Από τα γενικά χαρακτηριστικά και τον προορισμό της πελάτισσας, είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για την ίδια.

Περιμένω λοιπόν στην πιάτσα των ΚΤΕΛ. Η κυρία που τελικά επιβιβάζω, πρέπει να είναι 60+ χρονών, με μακρύ βαμμένο ξανθό μαλλί και "νεανίζοντα" ρούχα. Βάζω τις τσάντες της στο πορτμπαγκάζ, ενώ εκείνη λέει ήδη:

-Κοντά θα πάμε αλλά τι να κάνουμε.

-Όπου πηγαίνετε θα σας πάω μην ανησυχείτε.

-Έ όχι, δεν φταις εσύ, αλλά τι να κάνουμε, κοντά πηγαίνω, ξαναλέει αυτή.

-Άλλες φορές κοντά, άλλες μακριά, αυτή είναι η δουλειά μας, ξαναλέω κι εγώ με άλλα λόγια.

-Όχι, όχι, λέει αυτή, δεν ήταν το τυχερό σου μ' εμένα. Μενεμένη πηγαίνω, στην Αγία Παρασκευή, αλλά μην ανησυχείς, θα σου ξηγηθώ καλά. (την πρώτη φορά, πριν μήνες είχε πει "θα ικανοποιηθείς", φράση την οποία είχα συζητήσει τότε για το "υπονοούμενό" της, οπότε μου έμεινε στη μνήμη και το περιστατικό).

Φτάνουμε γρήγορα στον προορισμό μας.

-Πόσο κάνει; ρωτάει.

-2,65 η ελάχιστη συν 0,85 λόγω ΚΤΕΛ, 3,5 ευρώ της λέω (δεν χρεώνω τίποτε για τις αποσκευές).

Μου δίνει δέκα ευρώ, της δίνω τα ρέστα, τα βάζει στο πορτοφόλι της και κατεβαίνει.

-Ευχαριστώ μου λέει, τα κοιτάζει και τα βάζει στο πορτοφόλι της

Κατεβαίνω κι εγώ, κατεβάζω και τα πράγματά της από το πόρτμπαγκαζ, λέω "καλό μεσημέρι" και αποχωρώ.

Τι εννοούσε όταν είπε "θα ικανοποιηθείς" την πρώτη φορά και "θα σου ξηγηθώ καλά" την δεύτερη; Μήπως "δεν θα φύγω χωρίς να πληρώσω";

Ικανοποιητικά ξηγήθηκε τότε :)