Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2008

Όταν δεν επιλέγεις πελάτες...

Το παρακάτω περιστατικό το γράφω με αφορμή σχόλια σε προηγούμενα posts για επιλογές διαδρομών, πελατών κλπ. Αυτό που πολλοί συνάδελφοι δεν καταλαβαίνουν όσα χρόνια και αν δουλεύουν, είναι ότι σε αυτή τη δουλειά δεν ξέρει κανείς που είναι η τύχη του, ούτε αν η "καλή" διαδρομή θα του βγει σε κακό ή αντιστρόφως. Η "σωστή" επαγγελματικά και ηθικά τακτική είναι "πηγαίνω όπου με πάνε" χωρίς επιλογές διαμαρτυρίες και γκρίνια.

Πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, και ο συνεργάτης μου λείπει με "άδεια". Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δουλεύω εγώ όλη μέρα (όσες ώρες μπορώ δηλαδή). Όταν επιστρέψει, θα είναι η σειρά του να κάνει το ίδιο.
Όλη την εβδομάδα κυνηγάω μύγες. Δουλεύω από το πρωί μέχρι τις 9-10 το βράδυ, και βγάζω όσα θα έβγαιναν σε μια βάρδια, οποιαδήποτε άλλη εποχή. Φτάνει η Παρασκευή, τελευταία μέρα πριν την "άδειά" μου, και η κατάσταση χειροτερεύει καθώς η πόλη αδειάζει. Λίγο πριν τις δώδεκα το βράδυ βρίσκομαι να κατεβαίνω τον κεντρικό δρόμο της Πολίχνης.
Μπροστά μου σηκώνει το χέρι ένας κοντούλης τύπος, ο οποίος παραπατάει και λίγο σαν μεθυσμένος. Τριάντα μέτρα μετά δυο κοπέλες ντυμένες για βραδινή έξοδο περιμένουν ταξί επίσης, και κρίνοντας από την ώρα το πιθανότερο είναι να πηγαίνουν στα νυχτερινά μαγαζιά του αεροδρομίου. Ο "μεθυσμένος" όμως προηγείται. Σταματάω και επιβιβάζεται.
-Κορδελιό, μου λέει. Δες που "πηγαίνει" και "το" κορίτσια. Η προφορά του προδίδει ότι είναι αλλοδαπός, και μυρίζει ρετσίνα.
Σταματάω και στις κοπέλες.
-Αεροδρόμιο στα "Μαμούνια", μου λένε. Προφανώς δεν βολεύει.
Ο μεθυσμένος δαγκώνεται και με κοιτάζει ανήσυχος περιμένοντας γκρίνια.
-Ά ρε φίλο, τώρα θα λες, τι πήρα το Αλβανό και δεν πήρα το κορίτσια το όμορφα να πάω ιεροδρόμιο να πάρω δέκα πέντε ευρώ.
-Μη στεναχωριέσαι, του απαντάω. Μπορεί αυτός που θα τις πάει να τα έχει περισσότερη ανάγκη από εμένα.
Με κοιτάζει παραξενεμένος. Στη διαδρομή μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Μεθυσμένος ο Αλβανός αλλά μια χαρά τα λέει, ωραίος τύπος.
Φτάνουμε στο Κορδελιό, αποβιβάζω και κατηφορίζω για το κέντρο, καθώς η πιάτσα του Κορδελιού έχει καμιά δεκαριά ταξί. Δεν συναντάω ψυχή. Φτάνοντας Εγνατία με Αριστοτέλους το κέντρο κάνει κλήση σε κάποιο ξενοδοχείο της Εγνατίας. Παραδόξως δεν διεκδικεί κανείς άλλος, κι έτσι κατευθύνομαι εγώ.
Κάνω αναστροφή, φτάνω στο ξενοδοχείο και αναρωτιέμαι αν ο πελάτης έφυγε με κάποιο από τα δεκάδες διερχόμενα ταξί. Δεν έχει φύγει. Ένα λεπτό μετά από το ξενοδοχείο βγαίνει μια κοπέλα κοντά στα 35. Σκύβει στο παράθυρο να μου πει.
-Καλησπέρα. Εγώ κάλεσα το ταξί. Μόνο, ξέρετε, έχουμε ένα πρόβλημα.
-Τι πρόβλημα;
-Στο Βόλο θέλω να πάμε. (!!!)
-Τέτοια προβλήματα μπορούμε να έχουμε κάθε μέρα; της απαντάω, και ξεκινάμε.
Έβγαλα περισσότερα από ότι όλη την υπόλοιπη ημέρα σ' εκείνη τη διαδρομή. Αν είχα "επιλέξει" τις κοπελίτσες, θα είχα πάρει δέκα ευρώ και τέλος. Όπως είπα και στην αρχή, πας όπου σε πάει, και ο Θεός βοηθός. Ποτέ δεν ξέρεις.

Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

Όσα θέλω πληρώνω

Για μια ακόμη φορά να ξεκινήσω εξηγώντας για να μη παρεξηγηθώ, ότι η καταγωγή το χρώμα κλπ χαρακτηριστικά των συνανθρώπων μου δεν με απασχολούν. Δεν είμαι ρατσιστής κανενός τύπου. Καταλαβαίνω τις κοινές συμπεριφορές (λόγω κουλτούρας) και φέρομαι ανάλογα. Αλλά, όπως και άλλες συμπεριφορές, αυτό που ονομάζουμε "χωριάτικη κουτοπονηριά" με κουράζει και με τσατίζει. Ειδικά όταν εμφανίζεται εις βάρος μου.


Πρωί γύρω στις 11. Δεύτερος στην πιάτσα δικαστηρίων. Καθώς στο συνάδελφο μπροστά επιβιβάζεται μια κοπέλα, ένας κύριος κοντά στα 60-65 σκύβει και τον ρωτάει αν βολεύει να συνεπιβιβασθεί. Κορνάρω, ο συνάδελφος του εξηγεί ότι πρέπει να έρθει σ' εμένα και φεύγει. Ο κύριος έρχεται και μπαίνει στο ταξί. Το σπασμένο από τον ήλιο πρόσωπό του, και η προφορά του προδίδουν ότι είναι κάτοικος κάποιου χωριού.
-Στα λεωφορεία για Σέρρες να με πας.
-Βέβαια.
-Καλά, κάθε ταξί έναν παίρνει και κορνάρεις;
-Γενικά έτσι πρέπει, αλλά ειδικά όταν είμαστε σε πιάτσα, έτσι γίνεται οπωσδήποτε.
-Α καλά, δεν το ήξερα.
Στο μεταξύ κινούμαστε μετ' εμποδίων. Άλλος παρκάρει, άλλος δεν χωράει να περάσει, γενικά μας καθυστερεί η πρωινή κίνηση.
-Τώρα εγώ τι φταίω να πληρώνω επειδή αυτός δεν χωράει, μου λέει ο πελάτης μου.
-Ούτε εσείς φταίτε, ούτε εγώ φταίω, αλλά έτσι είναι η κατάσταση στην πόλη τι να κάνουμε, του απαντάω. Που και να είχαμε ξεκινήσει από την Καλαμαριά. Χίλιες φορές θα το λέγατε αυτό.
Με τα πολλά βγαίνουμε στην ευθεία για τα ΚΤΕΛ. Ο πελάτης μου κοιτάζει το ταξίμετρο, που εκείνη τη στιγμή γράφει 2,50 και λέει:
-Καλά, μακριά είναι ακόμη; Πώς θα τα πληρώσω εγώ τόσα λεφτά;
-Τα ΚΤΕΛ εκεί είναι φαίνονται, του δείχνω. Όσο για τη χρέωση, η ελάχιστη μίσθωση είναι 2,80. Κοντά στα 3 ευρώ θα σας βγει αυτή η διαδρομή υπολογίζω. Αν δεν είχατε ούτε τόσα, κακώς μπήκατε σε ταξί.
-Α 2,50 γράφει; λέει αυτός. Εγώ νόμιζα 25. Δηλαδή 2,80 θα σου δώσω; (Έτσι βόλεψε να ακούσει ότι είπα).
-Όχι δεν είπα αυτό. Σας είπα ότι θα είναι κοντά στα 3 ευρώ. Αν έγραφε 25 όπως νομίσατε θα φτάναμε στο Κιλκίς που λέει ο λόγος. ( Η όλη στάση του αρχίζει και μου τη δίνει).
Φτάνουμε στα ΚΤΕΛ. Το ταξίμετρο γράφει 3,20.
-Τι σου χρωστάω; ρωτάει.
-3,20 έγραψε, του λέω.
Βγάζει από τη τσέπη του κοντά στα 7 ευρώ σε διάφορα κέρματα και ξεχωρίζει τρία. Ανάμεσα στα υπόλοιπα βλέπω και τουλάχιστον 2 εικοσάλεπτα.
-Εγώ θα σου δώσω 3, μου λέει.
-Ναι εντάξει. Με ακούσατε όμως που σας είπα ότι είναι 3,20 έτσι; (Καμιά φορά από παρεξήγηση δίνουν λιγότερα και πιστεύουν ότι έχουν αφήσει και φιλοδώρημα. Επίσης, φυσικά, το θέμα μου δεν είναι το εικοσάλεπτο. Καθημερινά "χαρίζω" πολλά τέτοια 20λεπτα. Η στάση του γενικότερα είναι που με έχει ενοχλήσει).
-Ε; Ναι, σε άκουσα, απαντάει.
-Δηλαδή επίτηδες μου δίνετε λιγότερα.
-Εεεεε ναι. Αλλά ξέρεις γιατί είμαι εδώ; Ο γιος μου, σαν κι εσένα δυο μέτρα παλικάρι, είναι...
-Συγνώμη δεν θέλω να μάθω, τον κόβω. Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι καταλάβατε πως μου δώσατε λιγότερα απ' ότι πρέπει.
-Το ξέρω. Καθόλου λεφτά δεν θα μου έπαιρνες αν ήξερες...
-Κοιτάξτε, δεν οδηγώ όχημα κοινωνικής πρόνοιας, του απαντάω. Κι εσείς αν ξέρατε πόσα χρωστάω και πόσο πιεστικά, θα μου δίνατε 8. Περαστικά σας εύχομαι ότι και να συμβαίνει στο γιο σας, αλλά αυτό δεν έχει σχέση με το ταξί. Δηλαδή όταν αγοράζετε τσιγάρα, δίνετε λιγότερα λεφτά απ' όσο κάνουν;
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει. Μουρμουρίζει ένα χαιρετισμό και φεύγει.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2008

Mercedes Benz-Βγαιν(ζ)

Παρασκευή βράδυ στην πιάτσα Αριστοτέλους με Εγνατία. Μπροστά μου περιμένει ένα ακόμη Mercedes ταξί. Κάποια στιγμή επιβιβάζονται στο Mercedes δυο κοπελίτσες. Ο συνάδελφος όμως δεν ξεκινάει και καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα μετά την επιβίβαση...αποβιβάζονται. Στο μεταξύ έρχεται και ένα παλικάρι, το οποίο πάει να μπει στο ταξί (το δικό μου), αλλά διστάζει βλέποντας τις κοπέλες να κατεβαίνουν.
-Έλα έλα, του λέω.
-Τις είδα που μπήκαν και βγήκαν αμέσως και μου κάνει εντύπωση, μου απαντάει.
-Μάλλον δεν του άρεσε ο προορισμός τους, του απαντάω. Ποιος ξέρει τι τις είπε και τις κατέβασε.
-Έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό; ρωτάει το παλικάρι.
-Όχι αν δεν είναι μεθυσμένες ή τοξικομανείς, και δεν τις βλέπω για τέτοιες τις κοπέλες, του απαντάω. Απλώς πολλοί από τους συναδέλφους που οδηγούν Mercedes έχουν μια διαφορετική άποψη για το πώς να κάνουν τη δουλειά τους.

Στο μεταξύ έχουμε φύγει από την πιάτσα, έχοντας μπροστά μας και το Mercedes, που αποβιβάζοντας τις κοπελίτσες, έχει φύγει από την πιάτσα χωρίς επιβάτες. Δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπω αυτό το "έργο", και τέτοιου τύπου "εξυπνάδες" με ενοχλούν. Στο φανάρι που μας πιάνει παρακάτω, πηγαίνω και σταματάω δίπλα του. Ο οδηγός, γυρίζει και με κοιτάζει επιφυλακτικά. Είναι ένας αδύνατος τύπος γύρω στα 50-55.
-Ο κοπελίτσες που κατέβασες σημείωναν τα νούμερα του ταξί καθώς έφευγες, του λέω ψέματα, για να ακούσω την ιστορία του και να δω τις αντιδράσεις του.
-Τι κάνανε; (και καλά δεν άκουσε).
-Σημειώνανε τα νούμερα της πινακίδας σου, του ξαναλέω.
-Θα μου κάνουν τα τρία δύο, απαντάει. (Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση)
-Καλά, εγώ απλώς σου λέω ότι όταν βγήκαν, πήραν τα νούμερα του ταξί, να το έχεις υπ’ όψην.
-Τι νούμερα μου πήρανε, εξυπνάδες μου πουλάς; εκνευρίζεται αυτός, κοιτάζοντας μια εμένα και μια τον επιβάτη μου. (ένας ακόμη μάρτυρας ότι αρνήθηκε τη μίσθωση).
Κάνω τον ανήξερο.
-Εσύ ξέρεις. Καλά που πήγαιναν και δεν τις πήρες; Σε καμιά ερημιά;
Ευκαιρία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
-Μπαίνουνε μέσα και μου λένε λαδάδικα. Εντάξει, λέω. Και λίγο γρήγορα αν γίνεται, μου λένε. Κατεβείτε κάτω, τις λέω, που θέλετε να πάτε και γρήγορα βραδιάτικα, και τις κατέβασα, εξηγεί ο "συνάδελφος".
Ανασηκώνω τους ώμους, καθώς δεν έχει νόημα να πω περισσότερα. Τα λαδάδικα είναι κοντά, και αυτός προφανώς ήθελε να πάει μακρύτερα. Το φανάρι πρασινίζει και ξεκινάμε.

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

Πανοραμίξ

Να ξεκαθαρίσω εκ των προτέρων (και για μία ακόμη φορά) ότι δεν ομαδοποιώ τις συμπεριφορές των ανθρώπων βάσει της καταγωγής ή της περιοχής στην οποία κατοικούν. Περιγράφω απλώς τα γεγονότα, όπως συνέβησαν.


Η κλήση γίνεται από γνωστή αίθουσα δεξιώσεων, Σάββατο βράδυ. Παραλαμβάνω τέσσερις κυρίες στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους, με πλήρη εξοπλισμό: Μαλλί φουσκωμένο στο κομμωτήριο, διαχρονικό καθώς πρέπει ντύσιμο, και αρκετά χρυσαφικά (κυρίως στα χέρια) για να στηρίξουν την οικονομία μιας μικρής χώρας.
-Λοιπόν νεαρέ, θα μας πας μία μία στα σπίτια μας...
-Βέβαια.
-Στο Πανόραμα θα πάμε. Την κυρία θα αφήσουμε πρώτη, στον κεντρικό δρόμο, στο ύψος που βρισκόταν το Lidl.
-Λίγο "παγαπάνω" θα "πγοχωγήσουμε" και εκεί θα με αφήσεις, θα σου πω, ακούγεται μια φωνή πίσω μου. Μία τουλάχιστον από τις κυρίες έχει "πγοφογά". (Δεν κοροϊδεύω σε καμία περίπτωση τις προφορές ή τη δυσκολία στην εκφορά συγκεκριμένων γραμμάτων. Απλώς κάποιοι, δυσκολεύονται με το "Ρο", με εξόφθαλμη επιτήδευση, προκειμένου να δείξουν την αρχοντική καταγωγή τους).
Η συζήτησή τους κολλάει στο Lidl, και από εκεί επεκτείνεται σε όλες τις αλυσίδες οικονομικών supermarket. Όπως αποδεικνύεται, οι χρυσοποίκιλτες κυρίες γνωρίζουν πολύ καλά τις "προσφορές-ευκαιρίες", ειδικά στα πολύ φτηνά τρόφιμα, που προσωπικά αποφεύγω εξ' ορισμού ως ύποπτα. (3+1 "ανώνυμα" μακαρόνια με 49 λεπτά του ευρώ;). Εκείνες όμως τα αγοράζουν. Όπως αγοράζουν και κάνουν δώρα σετ "εργαλείων" σε γαμπρούς και εγγονούς. "Οχτώ ευρώ, ολόκληρη κασετίνα με ένα σωρό εργαλεία", λέει χαρακτηριστικά η μία. "Αποτελεσματικά σαν δανδελωτά προφυλακτικά", σκέφτομαι, αλλά δεν το λέω.
Τέλοσπαντων. Η συζήτησή τους περιφέρεται στο θέμα σε όλη τη διαδρομή, μέχρι που φτάνουμε περίπου στο σημείο που θα αποβιβαστεί η πρώτη κυρία. "Λίγο πιο πάνω, λίγο πιο εκεί, λίγο μετά, ΕΔΩ!!!
Το ΕΔΩ της μας έχει σταματήσει επάνω στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος, σε κακοφωτισμένο σημείο, αργά το βράδυ Σαββάτου. Ο ακίνητος στόχος κάθε μεθυσμένου. Έχω κάνει όσο πιο άκρη γίνεται, αλλά δεν έχω πολλά περιθώρια. Στο μεταξύ η κυρία που θα κατέβει, έχει βγάλει το πορτοφολάκι από το τσαντάκι της και μετράει κέρματα. Επί τέσσερα λεπτά περίπου, ακούγονται μικρά κέρματα να χτυπάνε μεταξύ τους, κι εγώ έχω χλομιάσει καθώς κάθε ανερχόμενος πίσω μας, δείχνει να μας αποφεύγει τελευταία στιγμή, και καμιά "φίλη" της δε λέει "θα πληρώσω εγώ τα 3,5 ευρώ που σου αναλογούν, και τα βρίσκουμε αύριο". Το μαρτύριο τελειώνει κάποια στιγμή, το πορτοφολάκι μπαίνει στη τσάντα, και η κυρία χαιρετά της υπόλοιπες. Και καθώς λέω "Από την εσωτερική πόρτα δεξιά βγείτε", ακούω την πόρτα αριστερά πίσω μου να ανοίγει.
-Κλείστε ΑΜΕΣΩΣ. Έρχεται αυτοκίνητο! πατάω μια φωνή.
-Ναι, ναι, βλέπω, μου λέει η κυρία που ξανακλείνει την πόρτα γρήγορα, τρομαγμένη από τη φωνή μου. Φυσικά, δεν έβλεπε πίσω, απλώς άνοιξε την πόρτα.
Γλυτώνουμε ανθρώπους και πόρτες, και η διανομή συνεχίζεται. Σε κάθε στάση η ιστορία του μετρήματος επαναλαμβάνεται, ευτυχώς όχι με την ίδια βραδύτητα. Αν υπολογίζω σωστά, τα κόμιστρα έχουν ήδη πληρωθεί από τις τρεις κυρίες που έχουν κατέβει. Η τέταρτη, κρατώντας την "πγοφογά" (οι δύο είχαν "πγοφογά" τελικά), και τα λεφτά των υπολοίπων, με καθοδηγεί για να φτάσουμε στο δυσπρόσιτο σπίτι της.
-Εδώ έμενε ο "Αμεγικάνος Πγόξενος", το "ξέγετε" υποθέτω;
-Όχι, δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις με τον συγκεκριμένο, της απαντάω.
-Έχει μετακομίσει εκεί κοντά σ' εμάς τώρα.
Να τον χαίρονται και να τους χαίρεται.
Ο δρόμος στον οποίο έχουμε μπει είναι πολύ στενός. Κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν έχει αφήσει ούτε μισό "κοινόχρηστο" μέτρο, με αποτέλεσμα να κινούμαστε σε ένα δρομάκι με τοίχους και φράχτες δεξιά και αριστερά. Αν συναντηθούμε με κάποιον, θα κολλήσουμε. Ευτυχώς φτάνουμε στο σπίτι της χωρίς να συναντήσουμε άλλο αυτοκίνητο.
-Αυτό είναι το σπίτι μου, λέει δείχνοντας το σπίτι στο οποίο τελειώνει απότομα ο δρόμος μπροστά μας. Αδιέξοδο, χωρίς περιθώρια αναστροφής.
Καθώς αναρωτιέμαι αν όντως περιμένει πως θα κάνω όπισθεν 100 μέτρα στο σκοτάδι μέχρι την προηγούμενη στροφή όπου υπάρχει λίγος χώρος, ανοίγει την εξώπορτα της αυλής (με τηλεχειρισμό).
-Μέσα θα πάμε για να γυρίσετε, μου λέει.
Ευτυχώς. Τα κτίρια είναι αριστερά μας μπαίνοντας. Κατά τις υποδείξεις της το προσπερνάμε, βρισκόμαστε σε μια αυλή όπου είναι παρκαρισμένα μερικά αυτοκίνητα, δεν παραλείπει να μου πει ποια είναι δικά τους και ποια της κόρης της, και κάνω τις απαραίτητες μανούβρες για να αντιστρέψω. Ξαναπερνάμε δίπλα από τα σπίτια, τα οποία έχουμε πλέον αριστερά και όταν φτάνουμε στην είσοδο του πρώτου, μου ζητάει να σταματήσω. Πληρώνει ακριβώς όσο της λέω (έχω στρογγυλέψει το ποσό προς τα κάτω φωναχτά, "12 και 60, 12 ευρώ δώστε μου αν δεν έχετε ψιλά). Με την όλη μανούβρα έχουμε σταματήσει ακριβώς μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, οπότε κατεβαίνει, με καληνυχτίζει και μπαίνει μέσα.

Χαρούμενος που ξέμπλεξα επιτέλους (τέτοιες συναντήσεις και συζητήσεις αποδεικνύονται πολύ ψυχοφθόρες), ξεκινάω να βγω από εκεί μέσα. Συναντάω δυο αυτοκίνητα μέχρι να βγω στον κεντρικό δρόμο. Στην πρώτη περίπτωση κάνω όπισθεν πενήντα μέτρα και στριμώχνομαι σε μια είσοδο για να περάσει. Στη δεύτερη σταματάω και περιμένω, καθώς το αυτοκίνητο που συνάντησα προσπαθεί να κάνει αναστροφή. Πρόκειται για περιπολικό. Ο συνοδηγός έχει βγει έξω και δίνει οδηγίες στον οδηγό, ο οποίος μετά από 15 κινήσεις μπρος-πίσω (και πάλι καλά, άξιο το παλικάρι) καταφέρνει να αναστρέψει. Ο συνοδηγός γυρίζει και με κοιτάζει (έχω μείνει με τα φώτα σταθμεύσεως για να μην τους τυφλώνω, κι έχω ανάψει το εσωτερικό φωτάκι για να με βλέπουν, το συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις για να μπορούμε να συνεννοηθούμε αν χρειαστεί). Ανασηκώνω τους ώμους, με μια έκφραση "τι να πεις; ".
Ο συνοδηγός κοιτάζει δεξιά αριστερά τα σπίτια και το δρόμο και μου αντιγυρίζει ένα "τι είναι τούτοι". Τουλάχιστον έτσι το εκλαμβάνω εγώ.

Βγαίνουμε χωρίς άλλα απρόοπτα στον κεντρικό δρόμο, και πάμε ο καθένας στο δρόμο του.