Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Ρητορικές Ερωτήσεις

1)Γιατί όσοι συνάδελφοι έχουν δυνατά τα ραδιόφωνά τους ακούνε λαϊκά ή αθλητικά;

2)Γιατί οι ταξιτζήδες που λένε ιστορίες για "γκόμενες" και "πηδήματα" πιο πολλά και από καγκουρό, αλλά και οι πελάτισσες που διηγούνται ιστορίες για επίμονα "πεσίματα" από ταξιτζήδες (και άλλους), είναι κατά 99% άσχημοι/ες σαν τη Γεωργία Βασιλειάδου το πρωί πριν πιει καφέ;

3)Γιατί όσο πιο νέος ή άσχετος είναι ο/η οδηγός, και όσο περισσότερο άδικο έχει στο δρόμο, τόσο περισσότερο θα εκνευριστεί θα κορνάρει και θα βρίσει;

4)Γιατί ο ίδιος (και κυρίως η ίδια) που θα κορνάρει και θα βρίσει από πίσω μου 4 δευτερόλεπτα αφού σταματήσω να αποβιβάσω, όταν είναι επιβάτης/ιδα θα κάνει 4 λεπτά να κατέβει από το ταξί, καθώς θα ψάχνει τελευταία στιγμή σε πορτοφόλια και τσαντάκια για να πληρώσει (καθώς μέχρι τότε μιλούσε στο κινητό) και θα βρίσει αυτόν που κορνάρει (δικαίως μετά τα 30 πρώτα δευτερόλεπτα) από πίσω;

5)Γιατί ο ίδιος (αλλά κυρίως η ίδια) που θα σου κλείσει το δρόμο με κακία για να μη περάσεις παλιοταρίφα (πολλές φορές με κίνδυνο να τρακάρεις), όταν είναι μέσα στο ταξί και βιάζεται και το ταξίμετρο "γράφει" θα εκνευριστεί και θα βρίσει όσους δεν σε αφήνουν να περάσεις;

6)Γιατί όταν έχεις ήδη έναν επιβάτη:
Όσο μεγαλύτερος σε ηλικία είναι ο υποψήφιος δεύτερος πελάτης που σου σηκώνει το χέρι +
Όσο πιο επίμονα και απεγνωσμένα είναι τα νοήματα του να σταματήσεις (σταμάτα πεθαίνω)+
Όσο μεγαλύτερη η ταχύτητα από την οποία σε σταματάει (γιατί τον λυπήθηκες) +
Όσο περισσότερα τα καταφατικά νοήματα στην κατεύθυνση που του δείχνεις =
Τόσο πιθανότερο είναι να πηγαίνει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση;

7)Γιατί αυτοί που "βιάζονται" και κάνεις αγωνιστική οδήγηση να τους εξυπηρετήσεις, σου δίνουν 3 ευρώ και περιμένουν ρέστα από 2,95 που έγραψε, ενώ άλλοι θα αφήσουν απίστευτα μπουρμπουάρ χωρίς ιδιαίτερο λόγο;

8)Γιατί όταν προσπαθείς να εξηγήσεις ήρεμα σε κάποιον ότι έχει άδικο, ο ευγενικός σου τρόπος εκλαμβάνεται ως αδυναμία, αν όμως βγεις, δείξεις το μπόι σου, αγριοκοιτάξεις και βάλεις τις φωνές, ξαφνικά περνάει το δικό σου ακόμη και αν είσαι εντελώς λάθος;

9)Γιατί πολλοί "συνάδελφοι" δεν καταλαβαίνουν ότι η έκφραση "δεν θα μου κάνεις κουμάντο στο αυτοκίνητό μου;" δεν στέκει όταν αφορά την επιλογή της διαδρομής, τη διπλή μίσθωση, την ένταση της μουσικής, το κάπνισμα, την καθαριότητα, τη συμπεριφορά, και τη χρήση του κλιματισμού όταν λιώνουν οι πέτρες έξω; Γιατί δεν το καταλαβαίνουν και πολλοί επιβάτες και αφήνουν τέτοιους "συναδέλφους" να φέρονται ανάρμοστα και να παραμένουν ατιμώρητοι;

10)Γιατί μερικοί πελάτες (και κυρίως πελάτισσες) φέρονται σαν να είσαι ο υπάνθρωπος, ασήμαντος, σκλάβος σοφέρ τους, που τους χρωστάς την ύπαρξη της ζωής σου και θα πληρώσεις όλα τα χρέη σου με τα 3 ευρώ που θα πληρώσουν;

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2008

Δεν πειράζει...

Βρίσκομαι στην πιάτσα ΙΚΕΑ και παίρνω κλήση από την αιμοκάθαρση του Διαβαλκανικού. Κανονικά, εφ' όσον είμαστε εκτός περιμετρικής ζώνης, πρέπει να βάλω ταξίμετρο ξεκινώντας. Επειδή όμως μάλλον πηγαίνω να παραλάβω νεφροπαθή που λογικά θα αργήσει ένα δυο λεπτά να βγει, και το νοσοκομείο είναι δίπλα, δεν βάζω ταξίμετρο. Κοινωνική προσφορά ή καλοπροαίρετη βλακεία; Αν δεν κάνω λάθος, τις μετακινήσεις τους τις πληρώνει το ΙΚΑ. Τέλος πάντων. Περνάει ένα τρίλεπτο αναμονής και τελικά εμφανίζεται μια κυρία.
-Τώρα την φέρνουν, μου λέει.
-Εδώ είμαι περιμένω, της απαντάω.
Τέσσερα λεπτά (και δυο βόλτες γιατί εμποδίζω) μετά επιστρέφει.
-Τώρα την φέρνει ο νοσοκόμος.
Δεν προλαβαίνω να της απαντήσω γιατί για μια ακόμη φορά με κορνάρουν να μετακινηθώ. Κλείνω την έξοδο των επειγόντων εκεί που περιμένω βλέπετε. Κάνω έναν (ακόμη)κύκλο, και την βλέπω να βγαίνει έντρομη γιατί δεν με είδε έξω και υπέθεσε ότι έφυγα.
-Έρχεται έρχεται, μου λέει.
-Εσείς τηλεφωνήσατε, ή από το νοσοκομείο; ρωτάω.
-Εγώ εγώ.
-Και γιατί δεν περιμένατε να τελειώσει η αιμοκάθαρση και να τηλεφωνήσετε μετά;
-Έ, τέτοια ώρα τελειώνει κάθε μέρα. Μόνο σήμερα αργήσανε.
Κάπου εδώ σκέφτομαι να εκκινήσω το ταξίμετρο, αλλά ποιο το όφελος; Ο γάιδαρος έχει φαγωθεί (μάλλον).
Τελικά, ένα τέταρτο περίπου από την ώρα κλήσης, η κοπελίτσα-ασθενής εμφανίζεται, και ξεκινάμε για το Ιπποκράτειο. Η γκρίνια της κοπελίτσας πάει σύννεφο (δεν αφορά κάτι συγκεκριμένο) και οι χαζομάρες της μάνας επίσης (είσαι κρυωμένη γι' αυτό πονάει το πόδι σου, έπρεπε να φας τα φασολάκια σου χθες, θα ήσουν καλύτερα σήμερα και άλλα άσχετα). Με τα πολλά φτάνουμε στο νοσοκομείο, και τους πάω μέσα, όσο πιο κοντά γίνεται στο κτίριο που θέλουν, και το πάρτυ κορυφώνεται.
-Πόσο κάνει; ρωτάει η μάνα.
-Έχουμε κάνει 5,60 και 1,60 η κλήση, 7,20...7 ευρώ, λέω στρογγυλεύοντας προς τα κάτω.
-Έλα πάρε, εντάξει, δεν πειράζει, μου λέει.
Την ατάκα αυτή την έχω ξανακούσει, από ανθρώπους που νομίζουν ότι τους υπερχρεώνεις και θέλουν να σου δείξουν ότι το κατάλαβαν αλλά δεν θα το κάνουν θέμα. "Φορτωμένος" ήδη δεν το αφήνω να περάσει έτσι.
-Τι εννοείτε δεν πειράζει; της λέω. Το ταξίμετρο γράφει 5,60 και 1,60 η κλήση, 7,20 είναι κανονικά κι εγώ σας λέω 7, λιγότερα σας ζητάω από το κανονικό.
-Δεν πειράζει, δεν πειράζει, αφού μας εξυπηρέτησες, επιμένει αυτή.
Τα νεύρα μου.
-Κοιτάξτε, επειδή ούτε αναμονή σας έχω χρεώσει, τόση ώρα που έκανα κύκλους στο νοσοκομείο, το αν πειράζει ή όχι αφήστε να το πω εγώ καλύτερα.
-Εντάξει, εντάξει δεν πειράζει, συνεχίζει το βιολί της αυτή και κατεβαίνει.
Καταλαβαίνω ότι η γυναίκα είχε το πρόβλημά της. Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί μερικοί άνθρωποι έχουν αντικαταστήσει το "ευχαριστώ" και το "συγνώμη" με το "δεν πειράζει". Δεν είναι η πρώτη φορά και δεν το έχω ακούσει μόνο μέσα στο ταξί. (πχ. -Τέτοια ώρα που παίρνετε τηλέφωνο ενοχλείτε. -Δεν πειράζει τώρα με βόλεψε και πήρα). Είναι απλώς χαρακτηριστική ιστορία. Και μετά γίνεσαι ψυχρός επαγγελματίας, και μετά χάνεις κάθε ελπίδα στην καλή ανθρώπινη πλευρά και γίνεσαι γαϊδούρι. Ή απλώς εκνευρίζεσαι εκείνη την ώρα, αλλά ξανακάνεις τα ίδια την επόμενη, γιατί γίνεσαι γαϊδούρι μόνο στην υπομονή.
Όπως είπα, δεν ήταν η πρώτη φορά, και πολύ φοβάμαι ότι δεν θα είναι και η τελευταία.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

o Βούλγαρος Ασθενής

Πρωί καθημερινής, φτάνω και αποβιβάζω στο Νοσοκομείο Θεαγένειο. Καθώς πληρώνομαι, μια κοπέλα μου κάνει νόημα από μακριά και της γνέφω καταφατικά.
Πλησιάζει και σκύβει στο παράθυρο να μου πει.
-Περάστε αποβιβάζω, της λέω.
-Όχι όχι, δεν θα μπω εγώ, μου λέει. Θέλω να πάρεις τον κύριο εδώ (μου δείχνει πίσω της) και να τον πας στο Ιπποκράτειο. Πόσο θέλεις μέχρι εκεί;
-Δυόμιση ευρώ, της λέω. (Η ελάχιστη μίσθωση είναι 2,65, αλλά απ' ό,τι καταλαβαίνω βλέποντας τον κύριο για τον οποίο μιλάει, μάλλον δεν είναι γνωστός της. Ο άνθρωπος είναι ρακένδυτος, έχει ένα απεριποίητο μούσι δύο μηνών και δείχνει άστεγος. Οπότε η κοπέλα μάλλον τον βάζει σε ταξί κάνοντας αγαθοεργία).
-Κοίταξε μόνο, μου λέει, ο άνθρωπος είναι Βούλγαρος, δεν μιλάει Ελληνικά. Όταν φτάσετε εκεί, βρες κάποιον να τον αναλάβει, μην τον αφήσεις μόνο. Έχει κάψει το πόδι του.
-Μείνετε ήσυχη, της λέω.
Μπαίνει λοιπόν ο άνθρωπός μας και μου χαμογελάει.
-Καλημέρα, του χαμογελάω κι εγώ.
-(....)κάτι στα Βουλγάρικα.
Κοιτάζω το πόδι του. Πραγματικά πάνω από τα δάχτυλα και μέχρι τον αστράγαλο έχει ένα ξεφλούδισμα από έγκαυμα και το δέρμα είναι κατακόκκινο.
Στη διαδρομή λέει διάφορα πράγματα, αλλά είναι όλα στα Βουλγάρικα. Του απαντάω με κάθε τρόπο ότι δεν καταλαβαίνω τι λέει, αλλά αυτός συνεχίζει. Αν καταλαβαίνω καλά, έχει κάψει το πόδι του με βραστό νερό.
Με τα πολλά φτάνουμε στο Ιπποκράτειο. Κατεβαίνω από το ταξί και πηγαίνω στον φύλακα της πύλης. Του εξηγώ την κατάσταση.
-Δεν εφημερεύει σήμερα το Ιπποκράτειο, μου λέει αυτός.
-Όχι; Και ποιο εφημερεύει;
Κοιτάζει τα χαρτιά του.
-Το Γεννηματά.
Μάλιστα. Στο μεταξύ ο Βούλγαρος Ασθενής έχει κατέβει από το ταξί και έχει πλησιάσει. Του κάνω νόημα να ξαναμπεί μέσα και ξεκινάω για το Γεννηματά. Η κίνηση προς την πόλη είναι στο φόρτε της, ο άνθρωπος ανησυχεί, και εγώ δεν μπορώ να του εξηγήσω που πάμε.
Αφού έχω δοκιμάσει ένα συνοθύλευμα λέξεων σε διάφορες γλώσσες και χειρονομιών κάθε τύπου, (μάταιο, ο άνθρωπος ξέρει ΜΟΝΟ Βουλγάρικα), μου έρχεται η έμπνευση. Ανοίγω τη "ζωγραφική" των windows και του ζωγραφίζω το παρακάτω σχέδιο ενώ παράλληλα προσπαθώ με λέξεις και χειρονομίες να του εξηγήσω ότι πηγαίνουμε σε άλλο νοσοκομείο.

Δεν ξέρω τι καταλαβαίνει, αλλά τη μια στιγμή δείχνει ήσυχος, και την άλλη...ανήσυχος. Ίσως να σκέφτεται ότι θα του ζητήσω χρήματα, καθώς το ταξίμετρο μπροστά του έχει μείνει ξεχασμένο να γράφει (και λόγω κίνησης έχει φτάσει τα 4,5 ευρώ).
Κάνει να βγει από το ταξί. Εγώ του κάνω νόημα να σταματήσει και του δείχνω στην οθόνη τον επάνω "κόκκινο σταυρό" και το "μπλε παραλληλόγραμμο" ταξί προσπαθώντας να του πω ότι πλησιάζουμε.
Τελικά κάπου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, καθώς είμαστε μποτιλιαρισμένοι, και με μια τελευταία ματιά στο ταξίμετρο (έχει περάσει τα 5 ευρώ) μου λέει κάτι που πρέπει να είναι ευχαριστώ (καθώς συνοδεύεται από την αντίστοιχη χειρονομία) ανοίγει την πόρτα, και κατεβαίνει.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2008

Προορισμοί μυστήριο

Απόγευμα, κατεβαίνω από την Καλαμαριά προς το κέντρο. Κάπου στην Αιγαίου επιβιβάζω μια κυρία, η οποία μου λέει:
-Νέα Εγνατία με Γαλέου.
-Νέα Εγνατία με τι; ρωτάω,
-Με Γαλέου, μου επαναλαμβάνει κάπως εκνευρισμένα.
-Γαλέου; Όπως λέμε ψάρι γαλέος;
-Ναι, με Γαλέου, επιβεβαιώνει; Δεν την ξέρεις; Είναι μετά την Παπαναστασίου και πριν την Κατσιμίδη. Θα σου πω εγώ.
-Ωραία, γιατί δεν την ξέρω, της λέω. Βέβαια έχω μόνο έξι χρόνια σ' αυτή τη δουλειά, αλλά τουλάχιστον θα την είχα ακούσει.
Καθ' οδόν ψάχνω στον χάρτη του GPS. Τίποτε. Ούτε και κανένας από τους τρεις έντυπους χάρτες την έχει. Η περιέργειά μου (επαγγελματική διαστροφή) έχει κορυφωθεί. Και τέλοσπάντων, τι όνομα είναι αυτό το Γαλέου; Αθανάσιος Γαλέος, ήρωας της επανάστασης του 21;
Καθώς πλησιάζουμε στο σημείο που έχει περιγράψει, και με το ένα μάτι στο GPS ανακαλύπτω τελικά την αλήθεια.
-Μήπως εννοείτε Αιγάλεω; την ρωτάω, δείχνοντάς της τη γωνιακή οικοδομή όπου υπάρχει πινακίδα που γράφει καθαρά Αιγάλεω.
Κοιτάζει και αυτή και μου λέει:
-Α, Αιγάλεω γράφει; Γαλέου διάβαζα τόσο καιρό.
Μάλιστα. Το λύσαμε το μυστήριο. Επόμενες επιβάτιδες, δυο κοπελιές. Κύπριες όπως αποδεικνύεται αργότερα.
Καλησπεριζόμαστε και η μία, με άνετο ύφος τύπου: "έμαθα παπαγαλία την διεύθυνση και την λέω με αέρα για να μη με κοροϊδέψει ο ταξιτζής", μου λέει:
-Θα πάμε Εύοσμο, στη Σμύρνης, στη Νεάπολη.
-Εύοσμο, Σμύρνης, που; ρωτάω. Δεν άκουσα καλά μάλλον.
-Εύοσμο, Σμύρνης, στη Νεάπολη, επαναλαμβάνει η κοπέλα.
Δυο δευτερόλεπτα σκέψης, και κάνω την αποκωδικοποίηση
-Νέα Πολιτεία εννοείτε μήπως;
-Ε, το ίδιο δεν είναι; απορεί η κοπέλα.
-Όσο το Ζαγόρι με τον Ζαγοράκη.
-Α συγνώμη, δεν ήξερα. Ρεζίλι έγινα ε; γελάει η κοπέλα
-Μπα, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες.

Κρυπτογραφημένοι προορισμοί. Για δυνατούς λύτες.

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2008

Η συζήτηση

Η κυρία που μπαίνει στο ταξί είναι γύρω στα εξήντα χρονών, και δυο φορές τόσα κιλά. Παιδεύεται λίγο να μπει και να καθίσει πίσω και μου λέει:
-Στο Μαύρο Γάτο στις Συκιές παρακαλώ κύριε.
Ο τόνος είναι ευγενικός, όπως και τα λόγια της. Η επιλογή των λέξεων και η χροιά της φωνής όμως, (ειδικά όταν απευθύνεται σε κάποιον σχεδόν στα μισά της χρόνια), ενεργοποιεί (όπως πάντα) ένα κόκκινο "ΠΡΟΒΛΗΜΑ" στο μυαλό μου. Σε πολύ μεγάλο ποσοστό (όχι πάντα) οι άνθρωποι που μιλάνε έτσι, έχουν στρεβλωμένη ή/και ελλιπή εικόνα του κόσμου γύρω τους, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Πριν καλά καλά ξεκινήσω, ρωτάει:
-Πρέπει να φορέσω κι εγώ ζώνη; Που είναι η ζώνη κύριε;
-Καλό θα ήταν, λέω και γυρίζω να της δείξω που είναι η ζώνη, οπότε και συνειδητοποιώ ότι με τα κιλά που έχει και σε πλάτος, κάθεται πάνω στο "κλιπ" της ζώνης και δεν θα μπορέσει να την βάλει.
-Εεεε δεν πειράζει κοντά πηγαίνουμε, της λέω. Αφήστε την.
Εκείνη όμως έχει βρει τη ζώνη μόνη της και ακούω το "κλικ" του κουμπώματος.
-Μπράβο, πως...(το κάνατε αυτό πάω να πω, αλλά συνειδητοποιώ ότι την έχει κουμπώσει στο κλιπ του ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ καθίσματος, αφού εξακολουθεί να κάθεται πάνω στο δικό της) …τα καταφέρατε μέσα στο σκοτάδι, διορθώνω τη φράση μου.
Χαμογελάει.
-Και να φανταστείς ότι δεν ξέρω από τέτοια, μου λέει. και παίρνοντας θάρρος προχωράει σε ερωτήσεις.
-Αυτό το αυτοκίνητο έχει αερόσακο;
-Έχει εννέα, της λέω.
-Εννέα; Που είναι;
-¨Ένας στο τιμόνι, ένας στα πόδια του οδηγού...
-Για εμένα που έχει αερόσακο, με διακόπτει.
-Για τους πίσω επιβάτες ανοίγει από την πίσω κολώνα του αυτοκινήτου, βλέπετε δεξιά σας που γράφει κάτι με ασημένια γράμματα; Από εκεί ανοίγει ένας αερόσακος σαν κουρτίνα για να προστατεύσει το κεφάλι από το παράθυρο...
-Έχω μια φίλη που είχε τρακάρει παλιά και έσπασε τη μύτη της, με διακόπτει. Που λέτε να καθόταν κύριε;
-Όπου και να καθόταν θα μπορούσε να σπάσει τη μύτη της.
-Την είχε σπάσει εντελώς, πολτοποιήθηκε, χρειάστηκε πλαστική, συνεχίζει η κυρία. Είχε πάθει και ρήξη αορτής, και έσπασε τα πόδια της. Ήταν καιρό σε αφασία και την περιμένανε, αλλά τελικά έζησε.
Το στομάχι μου αρχίζει να σφίγγεται με την περιγραφή.
-Γερή να' ναι η γυναίκα αφού τα κατάφερε μπράβο.
-Και ένας άλλος ξάδελφός μου είχε τρακάρει και πετάχτηκε από το τζάμι και του είχε καρφωθεί ένα σίδερο στο πόδι και....
Προσπαθώ να μην ακούω την περιγραφή, και να συγκεντρωθώ στο δρόμο μπροστά μου. Δεν είναι εύκολο.
Ευτυχώς, αφήνει τον άτυχο ξάδελφο και ξαναγυρνάει στην ταλαίπωρη φίλη.
-Ενενήντα πέντε χρονών είναι τώρα, μου λέει. Πολύ γερή είναι.
-Μωρέ μπράβο στη γυναίκα, πάντα καλά να είναι.
-Δηλαδή τι καλά, μου λέει. Δεν ακούει, δεν βλέπει. Γέρασε. Αλλά είναι πολύ καλά, στο πόδι όλη την ώρα. Μόνο που δεν μπορεί να ανέβει και να κατέβει σκάλες, και πέθανε και η κόρη της και έμεινε μόνη...
Ευτυχώς έχουμε φτάσει στο μεταξύ. Πληρώνει και κάνει να κατέβει.
-Καληνύχτα, της λέω.
-Καληνύχτα μου λέει. Γρήγορα φτάσαμε. Ευτυχώς κάναμε μια ευχάριστη συζήτηση.

Δεν μπορώ και δεν θέλω να φανταστώ πως θα ήταν μια δυσάρεστη συζήτηση μαζί της.

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2008

Παιδική Αθωότητα

Μια καλοντυμένη μαμά με τα δυο εξίσου στολισμένα-για-επίσκεψη παιδάκια, αγοράκι και κοριτσάκι, μπαίνουν στο ταξί. Τα παιδιά είναι γύρω στα πέντε με επτά χρονών. Κάποια στιγμή το αγοράκι ρωτάει τη μαμά του:
-Μαμά τώρα που φεύγαμε τι έκανε η θεία Μαρία με τον μπέμπη;
-Τον θήλαζε αγόρι μου, απαντάει η μαμά.
-Τι θα πει τον θήλαζε; ρωτάει εύλογα ο μικρός.
-Του έδινε γάλα, προσπαθεί να αποφύγει την απάντηση η μαμά.
-Από που του έδινε γάλα; Αφού δεν κρατούσε μπιμπερό, επιμένει ο μικρός.
-Από το "μεμέ" της, αναγκάζεται να πει επιτέλους η μαμά. Την αντιλαμβάνομαι να με κοιτάζει από τον καθρέφτη με την άκρη του ματιού μου. Είναι φανερό ότι το όλο θέμα την φέρνει σε δύσκολη θέση.
Στο μεταξύ ο πιτσιρικάς δεν έχει σκοπό να το αφήσει να περάσει. Σαν παιδάκι της ηλικίας του έχει και άλλες απορίες:
-Εμένα γιατί δεν με ταΐζεις έτσι; ρωτάει.
Μικρή παύση. Τελικά η μάνα του λέει:
-Τώρα μεγάλωσες. Όταν ήσουν μικρό μωρό σαν τον μπέμπη σε τάιζα κι εγώ έτσι.
-Έχεις δηλαδή κι εσύ "μεμέ" σαν τη θεία Μαρία;
-Έχω. Ήσυχα τώρα. Η φωνή της μαμάς έχει γίνει ψίθυρος.
Και τότε ο μικρός το φτάνει στο αποκορύφωμα:
-Για να δω! Απλώνει τα χέρια και αρχίζει να τραβάει το άσπρο μεταξωτό πουκάμισο της μαμάς του, μισοανοίγοντάς το.
Η μαμά με μια πανικόβλητη σπασμωδική κίνηση του παραμερίζει τα χέρια, κλείνοντας ταυτόχρονα και το πουκάμισό της. Με κοιτάζει απ' τον καθρέφτη. Εγώ συνεχίζω να κοιτάζω τον δρόμο μπροστά μου, κρατώντας το ύφος μου όσο πιο αδιάφορο μπορώ.
-Άου, άου! φωνάζει το αγοράκι από πίσω, καθώς έχει περισσότερο ξαφνιαστεί παρά πονέσει από την κίνηση της μαμάς του. Γιατί καλέ μαμά; Να δω θέλω.
-Στο σπίτι, όχι τώρα, του ψιθυρίζει η μαμά του. Κάτσε φρόνιμα τώρα.
-Γιατιιιι; επιμένει το παιδάκι.
-Έτσι. Δεν ξεντυνόμαστε μπροστά σε κόσμο, απαντάει η μαμά. Κάτσε φρόνιμα είπα.
Το αγοράκι μουτρώνει και κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Θέλει όμως να έχει και την τελευταία λέξη.
-Ψέματα λες, μουρμουρίζει παραπονεμένα. Αφού στη θάλασσα που έχει και πιο πολύ κόσμο, ξεντυνόμαστε.

Κυριακή, 4 Μαΐου 2008

Stripped by the strippers

Είναι γύρω στις δέκα το βράδυ όταν με σταματάει ένας νεαρός με "βορειοευρωπαϊκά" χαρακτηριστικά. Ξανθό clean cut μαλλί, γαλάζια μάτια, μέτριο ύψος αλλά καλούτσικη διάπλαση.
-Do you speak any English; ρωτάει.
-I speak a lot of it, του απαντάω χαμογελώντας.
-Good. (και συνεχίζω μεταφράζοντας τους διαλόγους μας στα Ελληνικά) Μπορείς να με πας στο XXXXX στριπτιζάδικο.
-Φυσικά.
Παίρνουμε το δρόμο για το μαγαζί, και καθ' οδόν συζητάμε περί ανέμων και υδάτων. Είναι νωρίς για να πηγαίνει σε στριπτιζάδικο ως πελάτης, οπότε υποθέτω ότι μπορεί να έχει έρθει για δουλειά. (Ναι, έχει και άντρες strippers). Φτάνοντας με ρωτάει αν μπορώ να τον περιμένω δέκα λεπτά για να τον ξαναπάω πίσω. Μπορώ.
Αυτό μου ενισχύει τις υποψίες ότι πάει εκεί για δουλειά. Πιθανώς, σκέφτομαι, θέλει να κανονίσει τις τελικές λεπτομέρειες με το αφεντικό του μαγαζιού.
Πραγματικά, δέκα λεπτά μετά το παληκαράκι μας επανεμφανίζεται. Μιλάει για λίγο και με τον πορτιέρη, ο οποίος με cool ύφος και ανοιχτές χειρονομίες κάτι του εξηγεί, και στη συνέχεια επιστρέφει στο ταξί. Ξεκινάμε. Μετά από μισό περίπου λεπτό ησυχίας ο τύπος λέει αυτό που τον απασχολεί.
-Ήρθα χθες το βράδυ σε αυτό το μαγαζί, και πλήρωσα για κάτι που δεν πήρα τελικά. Μου είπαν ότι θα έχω κάποιες υπηρεσίες για τα λεφτά μου αλλά δεν έγινε έτσι.
-Οπότε ήρθες τώρα να ζητήσεις το λόγο και τα λεφτά σου πίσω;
-Ακριβώς. Αλλά μου είπαν ότι μάλλον λάθος κατάλαβα, γιατί αυτό που ήθελα είναι παράνομο.
-Ναι, συμφωνώ. Απ' όσο ξέρω κάποιες "υπηρεσίες" είναι όντως παράνομες και δεν παρέχονται από στριπτηζάδικα.
-Ναι αλλά κι εγώ ουσιαστικά πλήρωσα πενήντα ευρώ κάθε ποτό που ήπια, και έδωσα συνολικά τριακόσια ευρώ. Δεν είμαι κανένας πλούσιος, και τα τριακόσια ευρώ είναι πολλά λεφτά για 'μένα.
-Κατάλαβα. Καμιά φορά η διαφήμιση είναι παραπλανητική, και μάλλον σε ξεγελάσαν εμμέσως, του λέω για να τον παρηγορήσω.
Τι άλλο να του πω; Αν ήθελε συγκεκριμένες "υπηρεσίες" μπορούσε να τις πάρει από αλλού και φτηνότερα. Αναρωτιέμαι αν και στη χώρα του θα έκανε τις ίδιες επιλογές. Μάλλον όχι. Είναι ίδιον του κάθε τουρίστα να κάνει ακριβά λάθη.