Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Ζωή σ' εσάς

Ψυχοσάββατο, πηγαίνω σε κλήση κάπου στη Σταυρούπολη. Φτάνοντας, βρίσκω στην είσοδο της πολυκατοικίας δυο κυρίες. Η μια φοράει μαύρα και κρατάει ένα δίσκο σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο, ενώ η άλλη φοράει μια λουλουδάτη "χειμωνιάτικη" ρόμπα και κρατάει μια σακούλα, και προφανώς έχει βγει να ξεπροβοδίσει την μαυροφορεμένη. Προφανώς, αλλά λάθος, γιατί είναι η κυρία με τη ρόμπα που μπαίνει τελικά στο ταξί. Η μαυροφορεμένη της δίνει τον δίσκο, και την αποχαιρετά με κάτι σαν "να ζούμε να τον θυμόμαστε".
Ωραία.
-Ασβεστοχώρι θα πάμε, αλλά πρώτα θα κάνουμε μια στάση εδώ πιο κάτω να δώσω κάτι στην οδό τάδε.
-Δεν την ξέρω αυτή την οδό, της λέω. Να κοιτάξω λίγο το χάρτη.
-Θα σας πω εγώ. Μην ανησυχείς κύριε. (Πληθυντικός, ενικός και "κύριε" στην ίδια φράση, δεν είναι καλό σημάδι. Ψυχραιμία.)
Στρίβουμε από εκεί που μου λέει, και τρεις δρόμους παρακάτω μου ζητάει να στρίψω αριστερά, σε μονόδρομο. Δεν γίνεται φυσικά, κι έτσι παίρνουμε τον επόμενο αριστερά. Στο μεταξύ εγώ ρίχνω κλεφτές ματιές στο GPS, αλλά δεν βλέπω τον δρόμο που μου είπε γύρω μας. Τρία "στρίψε από εδώ" (σηκώνοντας λίγο το δεξί χέρι, και κάμπτοντας ελαφρώς την παλάμη, όταν εννοεί αριστερά), έχουμε απομακρυνθεί οχτώ τετράγωνα, και δεν έχει εντοπίσει τον προορισμό μας. Αντιθέτως δείχνει όλο και πιο χαμένη.
-Να δω λίγο τον χάρτη;
-Όχι, θα σου πω εγώ, ξέρω. Στρίψε από εδώ (πάλι αντίθετα σε μονόδρομο).
Στρίψε από 'δω, στρίψε από κει, τελικά φτάνουμε σχεδόν εκεί από όπου ξεκινήσαμε, όχι όμως εκεί που θα θέλαμε.
-Αφήστε με να δω λίγο τον χάρτη;
-Άντε δες τον.
Κάνω αναζήτηση, και βρίσκω την οδό. Είναι ένα δρομάκι με είκοσι σπίτια, πέντε μέτρα από το σημείο που την παρέλαβα αρχικά. Τέλος πάντων, είπαμε ψυχραιμία. Μπαίνω στο στενό, και ακολουθώντας τις υποδείξεις της σταματάω έξω από ένα σπίτι.
Βγαίνει έξω με τον δίσκο, και χτυπάει το κουδούνι. Κάνει πίσω και κοιτάζει σ' ένα μπαλκόνι. Ξαναχτυπάει το κουδούνι. Δεν συμβαίνει τίποτε. Ξαναχτυπάει το κουδούνι, ξανακοιτάζει στο μπαλκόνι. Κάποια στιγμή το παίρνει απόφαση και επιστρέφει στο ταξί. Μπαίνει και κάθεται, και αυτή τη φορά το αλουμινόχαρτο που σκεπάζει τον δίσκο σηκώνεται, αποκαλύπτοντας το αναμενόμενο περιεχόμενό του. Κόλυβα.
-Δεν πειράζει, του χρόνου, μουρμουρίζει. Τώρα ούτε κουταλάκι, ούτε σακουλάκι έχω να τους αφήσω στην πόρτα...
Ξεκινάω. Εκείνη σηκώνει από κάτω τη σακούλα που είχε ακουμπήσει εκεί μπαίνοντας. Σταυροκοπιέται (τρεις φορές, μεγάλος σταυρός), και στη συνέχεια βγάζει από μέσα ένα σακουλάκι φαρμακείου και ένα πλαστικό κουταλάκι και αρχίζει να τρώει κόλυβα, κάνοντας κατά καιρούς ενοχλητικούς θορύβους με τη γλώσσα και τα χείλη της.
Κάποια στιγμή τα μαζεύει, και από την τσέπη της ρόμπας βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Βγάζει ένα τσιγάρο από μέσα, και μένει να το κρατάει μαζί με τον αναπτήρα.
Δεν λέω τίποτε για ένα δυο λεπτά. Ούτε κι εκείνη. Αναρωτιέμαι αν το ετοίμασε για να το καπνίσει φτάνοντας, αλλά έχουμε αρκετό δρόμο ακόμη.
-Αν θέλετε να καπνίσετε, μπορείτε, της λέω τελικά.
-Ευχαριστώ θα ρωτούσα, μου απαντάει.
Καινούριο σταυροκόπημα, συνοδευόμενο από μια ακατάληπτη κυκλική χειρονομία μπροστά στα χείλη και ένα μουρμουρητό, μάλλον (προσ)ευχή. Ανάβει το τσιγάρο και ανοίγει εντελώς το παράθυρο. Το ξανακλείνει αφήνοντάς το δυο δάχτυλα ανοιχτό, καθώς ξεκινάμε και αρχίζει να φυσάει (8 βαθμούς έχει έξω). Αγνοώντας την προτροπή μου να χρησιμοποιήσει το τασάκι του αυτοκινήτου, κάθε φορά που θέλει να πετάξει τη στάχτη, το ανοίγει μέχρι τα μισά, και μετά το ξανακλείνει, κουνώντας και το κεφάλι της στο ρυθμό της μουσικής που παίζει, στα ρεφρέν κυρίως (Το winamp Κάνει shuffle σε rock, ambient, και "ατμοσφαιρική" trance ). Όταν τελικά τελειώνει το τσιγάρο, το πετάει έξω, κλείνει το παράθυρο και ξανασταυροκοπιέται. Βγάζει το σακουλάκι, το κουταλάκι, και τρώει μια δεύτερη γύρα. Σε κάθε εκκλησία που προσπερνάμε, αφήνει το κουταλάκι για να κάνει τους τρεις μεγάλους της σταυρούς, και μετά ξαναπιάνει το μασούλημα.
-Στην επόμενη διασταύρωση θα στρίψουμε, μου λέει κάποια στιγμή.
-Δεξιά ή αριστερά;
-Θα σου πω.
-Πείτε μου τώρα, γιατί πρέπει να βγάλω φλας.
-Α, τότε, από εκεί. (Πάλι η κίνηση με το δεξί χέρι και την παλάμη να δείχνει αριστερά).
Στρίβω, ακολουθώ μερικές ακόμη υποδείξεις, και τελικά μπαίνουμε σ' ένα χαλικόστρωτο δρομάκι που δείχνει ιδιωτικό. Σταματάμε έξω από μια μεγάλη διπλή πόρτα ενός διωρόφου σπιτιού με κήπο.
Καθώς πληρώνει, με ρωτάει:
-Κόλυβα θέλεις;
-Όχι ευχαριστώ.
-Δεν έχω και που να σου βάλω. Είναι και δυσάρεστο, άσε καλύτερα.
Κατεβαίνει. Ξεκινάω σιγά σιγά, να μη σηκώσω σκόνη, και ακολουθώντας το στενό δρομάκι (δεν έχει χώρο να κάνω αναστροφή και ελπίζω ότι κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού ξαναβγαίνει σε κεντρικό δρόμο), στρίβω γύρω από τον μαντρότοιχο, για να ανακαλύψω ότι ο δρόμος είναι όντως ιδιωτικός. Και απολύτως, αδιέξοδος.

5 σχόλια:

Deja_Voodoo είπε...

Sto Asbestoxwri dld 8umotane pou eprepe na paei? Alla de 8umotan na paei 5 metra parakatw (ektos tou oti estribe monon aristera)?

8a mou peis, "auta na 'tane mono ta musthria..."...

Acro είπε...

Αφ ενός, με τα πόδια είναι διαφορετικά (ειδικά όταν δεν οδηγάς)...
Αφ ετέρου ευτυχώς στρίβαμε κυρίως αριστερά, γιατί αλλιώς θα είχαμε απομακρυνθεί πολύ :)

dim155 είπε...

Γεια σου συναδελφε
εμεις στην σταυρουπολη εχουμε μια
δοση τρελας ειδικα αν φυσαει χαχαχα
ασχετο
πιο παλια εγραψε καποιος για να βαλεις καμερα στο ταξι να βλεπει διαδρομες
εχει μια σελιδα με φοτο 360 μοιρες που κανει βολτες στο κεντρο
http://kapou.gr/
καλους δρομους και υπομονη

Acro είπε...

dim Καλησπέρες :)
Οι πιο τρελοί είμαστε απ' έξω δυστυχώς.
Τα παιδιά από το kapou.gr έχουν ξεκινήσει μια πολύ καλή ιδέα. Μακάρι να καλύψουν όλη την πόλη. Καλό κουράγιο τους εύχομαι.

YO!Reeka's είπε...

μήπως ήταν φάντασμα καμίας πεθαμένης που δεν της έκαναν κόλυβα και γυρίζει την πόλη;;