Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

Ζωή σ' εσάς

Ψυχοσάββατο, πηγαίνω σε κλήση κάπου στη Σταυρούπολη. Φτάνοντας, βρίσκω στην είσοδο της πολυκατοικίας δυο κυρίες. Η μια φοράει μαύρα και κρατάει ένα δίσκο σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο, ενώ η άλλη φοράει μια λουλουδάτη "χειμωνιάτικη" ρόμπα και κρατάει μια σακούλα, και προφανώς έχει βγει να ξεπροβοδίσει την μαυροφορεμένη. Προφανώς, αλλά λάθος, γιατί είναι η κυρία με τη ρόμπα που μπαίνει τελικά στο ταξί. Η μαυροφορεμένη της δίνει τον δίσκο, και την αποχαιρετά με κάτι σαν "να ζούμε να τον θυμόμαστε".
Ωραία.
-Ασβεστοχώρι θα πάμε, αλλά πρώτα θα κάνουμε μια στάση εδώ πιο κάτω να δώσω κάτι στην οδό τάδε.
-Δεν την ξέρω αυτή την οδό, της λέω. Να κοιτάξω λίγο το χάρτη.
-Θα σας πω εγώ. Μην ανησυχείς κύριε. (Πληθυντικός, ενικός και "κύριε" στην ίδια φράση, δεν είναι καλό σημάδι. Ψυχραιμία.)
Στρίβουμε από εκεί που μου λέει, και τρεις δρόμους παρακάτω μου ζητάει να στρίψω αριστερά, σε μονόδρομο. Δεν γίνεται φυσικά, κι έτσι παίρνουμε τον επόμενο αριστερά. Στο μεταξύ εγώ ρίχνω κλεφτές ματιές στο GPS, αλλά δεν βλέπω τον δρόμο που μου είπε γύρω μας. Τρία "στρίψε από εδώ" (σηκώνοντας λίγο το δεξί χέρι, και κάμπτοντας ελαφρώς την παλάμη, όταν εννοεί αριστερά), έχουμε απομακρυνθεί οχτώ τετράγωνα, και δεν έχει εντοπίσει τον προορισμό μας. Αντιθέτως δείχνει όλο και πιο χαμένη.
-Να δω λίγο τον χάρτη;
-Όχι, θα σου πω εγώ, ξέρω. Στρίψε από εδώ (πάλι αντίθετα σε μονόδρομο).
Στρίψε από 'δω, στρίψε από κει, τελικά φτάνουμε σχεδόν εκεί από όπου ξεκινήσαμε, όχι όμως εκεί που θα θέλαμε.
-Αφήστε με να δω λίγο τον χάρτη;
-Άντε δες τον.
Κάνω αναζήτηση, και βρίσκω την οδό. Είναι ένα δρομάκι με είκοσι σπίτια, πέντε μέτρα από το σημείο που την παρέλαβα αρχικά. Τέλος πάντων, είπαμε ψυχραιμία. Μπαίνω στο στενό, και ακολουθώντας τις υποδείξεις της σταματάω έξω από ένα σπίτι.
Βγαίνει έξω με τον δίσκο, και χτυπάει το κουδούνι. Κάνει πίσω και κοιτάζει σ' ένα μπαλκόνι. Ξαναχτυπάει το κουδούνι. Δεν συμβαίνει τίποτε. Ξαναχτυπάει το κουδούνι, ξανακοιτάζει στο μπαλκόνι. Κάποια στιγμή το παίρνει απόφαση και επιστρέφει στο ταξί. Μπαίνει και κάθεται, και αυτή τη φορά το αλουμινόχαρτο που σκεπάζει τον δίσκο σηκώνεται, αποκαλύπτοντας το αναμενόμενο περιεχόμενό του. Κόλυβα.
-Δεν πειράζει, του χρόνου, μουρμουρίζει. Τώρα ούτε κουταλάκι, ούτε σακουλάκι έχω να τους αφήσω στην πόρτα...
Ξεκινάω. Εκείνη σηκώνει από κάτω τη σακούλα που είχε ακουμπήσει εκεί μπαίνοντας. Σταυροκοπιέται (τρεις φορές, μεγάλος σταυρός), και στη συνέχεια βγάζει από μέσα ένα σακουλάκι φαρμακείου και ένα πλαστικό κουταλάκι και αρχίζει να τρώει κόλυβα, κάνοντας κατά καιρούς ενοχλητικούς θορύβους με τη γλώσσα και τα χείλη της.
Κάποια στιγμή τα μαζεύει, και από την τσέπη της ρόμπας βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Βγάζει ένα τσιγάρο από μέσα, και μένει να το κρατάει μαζί με τον αναπτήρα.
Δεν λέω τίποτε για ένα δυο λεπτά. Ούτε κι εκείνη. Αναρωτιέμαι αν το ετοίμασε για να το καπνίσει φτάνοντας, αλλά έχουμε αρκετό δρόμο ακόμη.
-Αν θέλετε να καπνίσετε, μπορείτε, της λέω τελικά.
-Ευχαριστώ θα ρωτούσα, μου απαντάει.
Καινούριο σταυροκόπημα, συνοδευόμενο από μια ακατάληπτη κυκλική χειρονομία μπροστά στα χείλη και ένα μουρμουρητό, μάλλον (προσ)ευχή. Ανάβει το τσιγάρο και ανοίγει εντελώς το παράθυρο. Το ξανακλείνει αφήνοντάς το δυο δάχτυλα ανοιχτό, καθώς ξεκινάμε και αρχίζει να φυσάει (8 βαθμούς έχει έξω). Αγνοώντας την προτροπή μου να χρησιμοποιήσει το τασάκι του αυτοκινήτου, κάθε φορά που θέλει να πετάξει τη στάχτη, το ανοίγει μέχρι τα μισά, και μετά το ξανακλείνει, κουνώντας και το κεφάλι της στο ρυθμό της μουσικής που παίζει, στα ρεφρέν κυρίως (Το winamp Κάνει shuffle σε rock, ambient, και "ατμοσφαιρική" trance ). Όταν τελικά τελειώνει το τσιγάρο, το πετάει έξω, κλείνει το παράθυρο και ξανασταυροκοπιέται. Βγάζει το σακουλάκι, το κουταλάκι, και τρώει μια δεύτερη γύρα. Σε κάθε εκκλησία που προσπερνάμε, αφήνει το κουταλάκι για να κάνει τους τρεις μεγάλους της σταυρούς, και μετά ξαναπιάνει το μασούλημα.
-Στην επόμενη διασταύρωση θα στρίψουμε, μου λέει κάποια στιγμή.
-Δεξιά ή αριστερά;
-Θα σου πω.
-Πείτε μου τώρα, γιατί πρέπει να βγάλω φλας.
-Α, τότε, από εκεί. (Πάλι η κίνηση με το δεξί χέρι και την παλάμη να δείχνει αριστερά).
Στρίβω, ακολουθώ μερικές ακόμη υποδείξεις, και τελικά μπαίνουμε σ' ένα χαλικόστρωτο δρομάκι που δείχνει ιδιωτικό. Σταματάμε έξω από μια μεγάλη διπλή πόρτα ενός διωρόφου σπιτιού με κήπο.
Καθώς πληρώνει, με ρωτάει:
-Κόλυβα θέλεις;
-Όχι ευχαριστώ.
-Δεν έχω και που να σου βάλω. Είναι και δυσάρεστο, άσε καλύτερα.
Κατεβαίνει. Ξεκινάω σιγά σιγά, να μη σηκώσω σκόνη, και ακολουθώντας το στενό δρομάκι (δεν έχει χώρο να κάνω αναστροφή και ελπίζω ότι κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού ξαναβγαίνει σε κεντρικό δρόμο), στρίβω γύρω από τον μαντρότοιχο, για να ανακαλύψω ότι ο δρόμος είναι όντως ιδιωτικός. Και απολύτως, αδιέξοδος.

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009

3 και 80

Η κυρία επιβιβάζεται από την πιάτσα Σταυρουπόλεως.
-Συκιές στον Άγιο Χαράλαμπο.
-Βεβαίως.
Η διαδρομή είναι προβληματική εκ των πραγμάτων. Είναι βραδάκι, ώρα που κλείνει η αγορά, ψιλοβρέχει και επικρατεί χάος, καθώς ο καθένας κάνει ότι μπορεί και νομίζει στο δρόμο. Φτάνοντας στο φανάρι Λαγκαδά με Δαβάκη για να στρίψουμε αριστερά προς Πολίχνη (μπροστά στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά) βρίσκουμε μια ουρά καμιά εικοσαριά αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο. (Για όσους δεν ξέρουν, είναι ένα από τα φανάρια που μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου ξαναγίνονται κόκκινα, και συχνά λόγω κίνησης στο αντίθετο ρεύμα, δεν προλαβαίνει να περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο, πόσο μάλλον λεωφορείο).
Μας παίρνει 3-4 αλλαγές φαναριού, αλλά τελικά τα καταφέρνουμε να περάσουμε, για να βρεθούμε να κολλάμε στο επόμενο και στο επόμενο και στο επόμενο φανάρι. Έτσι, για διαδρομή που φυσιολογικά κρατάει 5-8 λεπτά, κάνουμε 16.
-Κάπου εδώ αφήστε με, μου λέει φτάνοντας. Πόσο είναι;
Κοιτάζω το ταξίμετρο.
-3.80, της λέω.
-Πόσο; (δυο οκτάβες πάνω η φωνή, "παθαίνω εγκεφαλικό" ο τόνος )
-3.80, επαναλαμβάνω.
-Μα καλά, πώς γίνεται; Εγώ κάθε μέρα κάνω τη διαδρομή, ποτέ δεν πληρώνω πάνω από 3, 3,20.
-Προφανώς δεν συναντάτε τέτοια κίνηση κάθε μέρα. Κάναμε δεκαέξι λεπτά για να διανύσουμε αυτά τα περίπου δύο χιλιόμετρα. (το ταξίμετρο έχει ένδειξη χρόνου διαδρομής/διανυθείσας απόστασης)
-Καλά, και 3.80; Πρώτη φορά...(σκαλίζει τα κέρματα στο πορτοφόλι της και μουρμουρίζει)
Κόβω την απόδειξη από τον εκτυπωτή και της την δίνω.
-Ορίστε, πάρτε την απόδειξη να σας λυθούν οι απορίες.
-Τι να την κάνω;
-Να την μελετήσετε. Έχει πλήρη ανάλυση, απόστασης, αναμονής, πόσο κόστισε το καθ' ένα, το όνομα και το Α.Φ.Μ. μου αν θέλετε να με καταγγείλετε, τα πάντα.
-Όχι, όχι, δεν πειράζει, εντάξει...
-Όχι επιμένω. Να μη νομίζετε λάθος πράγματα.
"Ξαφνικά" "με πιστεύει" και δεν θέλει την απόδειξη. Την ρίχνω όμως εγώ μέσα στη σακούλα που κρατάει.
Κατεβαίνει, και πριν κλείσει την πόρτα πετάει ένα:
-Καλά, δεν είπα τίποτε.

Που και να 'λεγε...

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Driver's Seat

Πρωί καθημερινής, φτάνω στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και σταματάω να αποβιβάσω.
Οι πελάτισσές μου είναι ηλικιωμένες και έχουν πράγματα στο πορτ μπαγκάζ, οπότε κατεβαίνω να τις βοηθήσω. Προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί η κυρία που κάθεται πίσω μου, της ανοίγω την αριστερή πίσω πόρτα. Μέχρι να κατέβει, ανοίγω και το πορτ μπαγκάζ και κατεβάζω τα πράγματά τους. Στη συνέχεια, και κάπως βιαστικά γιατί ενοχλώ, κλείνω το πορτ μπαγκάζ και μπαίνω στο ταξί. Σε δέκατα του δευτερολέπτου, το σώμα μου τροφοδοτεί τον εγκέφαλο πληροφορίες, που τα μάτια μου βλέπουν αμέσως μετά. Το κάθισμα είναι ψηλότερα και σκληρότερο. Η "αίσθηση" της πόρτας διαφορετική. Το αριστερό μου χέρι αντί για το τιμόνι πιάνει αέρα. Αντί για το χειρόφρενο δίπλα στο κάθισμα, το δεξί μου χέρι πιάνει…κι άλλο κάθισμα. Αμέσως μετά, έρχεται και η πληροφορία από τα μάτια. Βλέπω το κάθισμα του οδηγού μπροστά μου, γιατί έχω μπει από την (αφημένη ανοιχτή από την επιβάτιδά μου) αριστερή πόρτα των επιβατών, και έχω κάτσει πίσω. Ξαναβγαίνω έξω, κάθομαι στη σωστή θέση αυτή τη φορά, και μετακινώ το ταξί 5-6 μέτρα μπροστά και δεξιά στο σημείο απ' όπου ξεπαρκάρει ένα Ι.Χ. Αριστερά μου στο πεζοδρόμιο, στέκεται ένας φύλακας του νοσοκομείου, και με κοιτάζει αποσβολωμένος. Ανοίγω το παράθυρο.
-Βρήκα ανοιχτή πόρτα και μπήκα, του λέω.
-Κι εγώ σε κοιτάζω και λέω τι κάνει αυτός...
Αφού δεν μπήκα σε ξένο ταξί, πάλι καλά...

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

Εξολοθρευτές Βρυκολάκων

Κυριακή απόγευμα, επιβιβάζω έναν άντρα και μια γυναίκα από το κέντρο. Η γυναίκα κάθεται μπροστά. Το στρουμπουλό της πρόσωπο ξεγελάει για την ακριβή ηλικία της. Πρέπει να είναι μεταξύ τριάντα και σαράντα, ενώ ο άντρας γύρω στα εξήντα.
-Πλατεία Τερψιθέας στο περίπτερο, μου λέει η γυναίκα.
Ένα κύμα μυρωδιάς σκόρδου με χτυπάει και με σκεπάζει. Ανοίγω το παράθυρο όσο αντέχω, (έξω έχει πέντε βαθμούς), και στρέφω τους αεραγωγούς του κλιματισμού πάνω μου. Ματαίως. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβάτης μου μυρίζει έντονα, αλλά η συγκεκριμένη μάλλον πήρε ένα κιλό σκόρδο, έφαγε το μισό, και με το υπόλοιπο έκανε εντριβές. Επί μέρες. Τρεις φορές ημερησίως. (Υπερβάλω λίγο. Ίσως να ήταν μισό κιλό σκόρδο).
Στο μεταξύ έχουν ξεκινήσει και συζητάνε έντονα σε κάποια ξένη γλώσσα. Προκειμένου να βλέπει τον πίσω, η γυναίκα έχει μισογυρίσει αριστερά στο κάθισμά της, στέλνοντας με κάθε της κουβέντα νέα κύματα σκόρδου προς το μέρος μου.
Δυναμώνω τη ροή του κλιματισμού. Η γυναίκα σαν κάτι να καταλαβαίνει γιατί βγάζει από τη τσάντα της μια καραμέλα και τη βάζει στο στόμα της. Δεν μυρίζω καμιά διαφορά.
-Μπορούμε να τον αφήσουμε στη στάση να πάρει λεωφορείο για Ευκαρπία; ρωτάει ξαφνικά.
Σταματάμε στη στάση, και πριν κατέβει, ο τύπος μου δίνει ένα εικοσάρικο. Η γυναίκα τον σταματάει με ένα καταιγισμό ξένων λέξεων. Έτσι κι αλλιώς, αν δεν φτάσουμε στον προορισμό μας, δεν μπορώ να ξέρω πόσα να κρατήσω. Ή μήπως εμμέσως υπονοεί να δώσω τα ρέστα στη γυναίκα;
Μόλις αυτός κατεβαίνει, η γυναίκα μου ρίχνει πλάγιες ματιές αλλά δεν λέει τίποτε. Καλύτερα γιατί προσπαθώ να αγνοήσω τον πονοκέφαλο που έχει αρχίσει να μου προκαλεί η μυρωδιά.
Στο μεταξύ η συμπαντική συνομωσία των αρωμάτων συνεχίζεται, καθώς μας "πιάνει" κάθε φανάρι που συναντάμε. Στο τελευταίο φανάρι που μας σταματάει άδοξα, λίγο πριν την πλατεία η κυρία σκάει έναν αναστεναγμό προς το μέρος μου.
-Ουφφφφφ.
Το ξεφύσημα του δράκου. Νοιώθω τα μάτια μου να καίνε.
Φτάνουμε επιτέλους στην πλατεία. Δίπλα στο περίπτερο, μια παρέα μου κάνει σινιάλο. Τους κάνω νόημα ότι θα επιστρέψω να τους πάρω.
-Κάπου εδώ; ρωτάω.
-Λίγο πιο πέρα, απαντάει.
Είκοσι μέτρα μετά, μου ζητάει να σταματήσω και βγάζει λεφτά από την τσάντα της.
Καθώς μου δίνει το χαρτονόμισμα, με κοιτάζει στα μάτια και χαμογελάει.
Της δίνω τα ρέστα. Τα παίρνει χωρίς να κατεβάσει τα μάτια της, και συνεχίζει να με κοιτάζει κατάματα χαμογελώντας, σαν κάτι ακόμη να περιμένει. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί. Μου την πέφτει. Κάνω ότι δεν κατάλαβα και καθώς ακούγεται κορνάρισμα πίσω μας, κοιτάζω τον καθρέφτη αριστερά μου. Την ξανακοιτάζω. Εξακολουθεί να με κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο.
Κάνω μια κίνηση με τους ώμους, τύπου "άντε τι θα γίνει;" χαμογελώντας (ελπίζω) ευγενικά.
Το χαμόγελο και η στάση της αλλάζει σ' ένα σιωπηλό και απογοητευμένο "καλά, εσύ χάνεις", και κατεβαίνει επιτέλους από το ταξί. Κάνω τον κύκλο της πλατείας. Η παρέα έχει φύγει με άλλο ταξί προφανώς. Ίσως καλύτερα γι' αυτούς και τις μύτες τους. Για τα επόμενα δύο λεπτά, οδηγάω με τα παράθυρα ορθάνοιχτα και τον ανεμιστήρα του κλιματισμού στο φουλ. Δεν έχω τίποτε με τα σκόρδα. Τα τρώω κι εγώ. Αλλά μερικές φορές, όταν μιλάς στον άλλον από κοντά…

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009

Το σπίτι στο Δερβένι

Καλοκαίρι, Σάββατο βράδυ αργά, φτάνω στην πιάτσα Βαρδαρίου. Καθώς σκέφτομαι ότι ίσως είναι η ώρα να κλείσω το ταξί σιγά σιγά, επιβιβάζεται ένας τύπος κοντά στα πενήντα. Ημίγυμνος, με ένα υφασμάτινο παντελόνι κομμένο κοντό λίγο πάνω από το γόνατο, και το μπλουζάκι του ριγμένο στον ώμο. Κάθεται, πετάει πάνω στο ταμπλώ το κινητό του και με κοιτάζει. Τον κοιτάζω κι εγώ. Είναι πιωμένος.
-Καλησπέρα τι κάνεις; Καλά; Έτσι μπράβο καλά. Πάμε στο Δερβένι και θα σου πω, μουρμουρίζει μεθυσμένα. Από την προφορά του καταλαβαίνω ότι πρόκειται για αλλοδαπό.
(Για όσους δεν ξέρουν, το Δερβένι είναι μια περιοχή λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, στο δρόμο προς Καβάλα. Περιοχή που έχει αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, εκθέσεις επίπλων, τα τσιμέντα ΤΙΤΑΝ, αλλά όχι σπίτια).
Ξεκινάω με μισή καρδιά, σκεπτόμενος ότι μάλλον θα έπρεπε να είχα φύγει για το σπίτι τελικά. Μεθυσμένος πελάτης με προορισμό έρημη περιοχή δεν είναι καλό σημάδι. Του πιάνω την κουβέντα προσπαθώντας να ψυχολογήσω την κατάσταση.
-Που ακριβώς πάμε στο Δερβένι;
-"Το" αδελφός μου έχει σπίτι εκεί.
-Δεν είχα προσέξει ότι έχει σπίτια στο Δερβένι, λέω αθώα εγώ.
-Έχει έχει, θα σου πω.
-Εντάξει. Αλλά έτσι από περιέργεια, που περίπου είναι αυτό το σπίτι; Πριν το ΤΙΤΑΝ;
-Απέναντι από το ΤΙΤΑΝ.
Ξαφνικά καταλαβαίνω που εννοεί. Αριστερά ανεβαίνοντας, σε μια περιοχή που μέχρι πρότινος είχε μόνο λιβάδια, έχει δημιουργηθεί ένας μικρός συνοικισμός στη μέση του πουθενά.
Στο μεταξύ ο πελάτης μου έχει όρεξη να πει την ιστορία του.
-Εγώ φίλε σήμερα βγήκα από τη φυλακή.
-Ωραία, του απαντάω. (Τώρα μάλιστα).
-Βγήκα, πήγα βρήκα κάτι φίλους εδώ στο "Μπαρδάρι", και πίνουμε από το μεσημέρι. Ότι λεφτά είχα κέρασα ποτά. Μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια (μου δείχνει τα πόδια του) πρόλαβα και πήρα. Αλλά μην "ανησυχεί" εσύ, όταν φτάσουμε θα βγει ο αδελφός μου και θα σε πληρώσει.
-Τέτοια ώρα θα τον ξυπνήσετε;
-Δεν είναι πρόβλημα. Θα τον ξυπνήσω, θα πληρώσει. Εσύ μην "ανησυχεί".
Αυτός καλά το λέει, αλλά εγώ ανησυχεί. Μεθυσμένος ΚΑΙ με κατεύθυνση τις ερημιές ΚΑΙ αποφυλακισμένος σήμερα ΚΑΙ ένας αδελφός τον οποίο θα πρέπει να περιμένω να βγει να πληρώσει;
Παίρνω μικρόφωνο και προσποιούμαι ότι μιλάω με το κέντρο δηλώνοντας τον προορισμό μου.
Στο μεταξύ από το κινητό του πάνω στο ταμπλώ ακούγονται κατά καιρούς ήχοι, σαν να χτυπάει στη δόνηση με ξεψυχισμένη μπαταρία. Αυτός το αγνοεί, κι εγώ δεν επεμβαίνω. Κάποια στιγμή, σε ένα επίμονο γουργούρισμα, το παίρνει στα χέρια του, το κοιτάζει, και το ξαναπετάει πάνω στο ταμπλώ. Μάλλον δεν θέλει να απαντήσει.
-Εγώ που λες φίλε άδικα πήγα μέσα, λέει ξαφνικά. Έμενα με έναν άλλο που είχε ναρκωτικά στο σπίτι, και ήρθε η αστυνομία και έπιασε εμένα.
-Και τον άλλον δεν τον έπιασαν;
-Πάει αυτός, έφυγε για "το" πατρίδα.
Κάποια στιγμή "πέφτει". Αναμενόμενο, καθώς πρέπει να πίνει τις τελευταίες δώδεκα ώρες τουλάχιστον. Κρεμάει το κεφάλι στο στήθος του και συνεχίζει μουρμουρίζοντας ακατάληπτα.
Δεν τον ενοχλώ, μέχρι που φτάνουμε στο ΤΙΤΑΝ.
-Πού πάμε τώρα πείτε μου λίγο, τον ξυπνάω από τον λήθαργο του.
Κοιτάζει γύρω με απλανές βλέμμα, και τελικά προσανατολίζεται. Ακολουθώντας τις οδηγίες του βρισκόμαστε τελικά σ' ένα κατασκότεινο δρομάκι.
-Εδώ είναι. Στρίψε, μου λέει τελικά, δείχνοντάς μου έναν χαλικόδρομο.
Στρίβω και ανακαλύπτω ότι ο χαλικόδρομος είναι στην πραγματικότητα το πάρκινγκ ενός σπιτιού.
Ο τύπος ανοίγει την πόρτα και κατεβαίνει. Πηγαίνει και χάνεται κάπου στην είσοδο του σπιτιού, που δεν φαίνεται από εκεί που βρίσκομαι, αφήνοντας το κινητό του "ενέχυρο" στο ταμπλώ να βουίζει κάθε τρεις και λίγο.
Στο μεταξύ εγώ έχω κλείσει ασφάλειες, έχω βάλει όπισθεν, κρατάω το μικρόφωνο και είμαι έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Μπορεί ο αδελφός του να μην έχει ιδέα για την νυχτερινή επίσκεψη του φρεσκοαποφυλακισθέντος, και να βγει με κανένα δίκανο. Μπορεί να βγουν και οι δυο με δίκανα.
Ένα λεπτό μετά πάντως, ο πελάτης μου εμφανίζεται με κάποιον ακόμη, ο οποίος δεν κρατάει τίποτε. Φοράει κι αυτός ένα σορτσάκι, που δεν αφήνει χώρο για κρυμμένα "σιδερικά". Πλησιάζουν και οι δύο, ο πελάτης μου παραπατώντας. Ο αδελφός ευγενέστατος, με πληρώνει.
-Το κινητό σας ξεχάσατε, λέω στον πελάτη μου, και απλώνω το χέρι στο ταμπλώ να του το δώσω.
Γυρίζει, με κοιτάζει με το θολό του βλέμμα και μου λέει:
-Δεν είναι κινητό, ραδιόφωνο είναι.

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008

Φρου φρου κι αρώματα...

Η κυρία επιβιβάζεται κάπου στην Καλαμαριά και πηγαίνει στη Τούμπα. Δεν έχουμε κάνει πεντακόσια μέτρα, όταν με ρωτάει ξαφνικά:
-Φοράτε αρώματα;
-Συνήθως βάζω απλώς αποσμητικό. (Ωχ! Μυρίζω;)
-Ναι, αλλά όταν φοράτε αρώματα, φοράτε επώνυμα;
-Ε, μάλλον.
-Μπορείτε δηλαδή να αναγνωρίσετε ένα επώνυμο άρωμα από τη μυρωδιά;
-Δεν θα το 'λεγα. Οδηγάω χρόνια μηχανή και η μύτη μου υπολειτουργεί.
-Σας αρέσουν τα αρώματα;
-Όχι όλα.
Συνεχίζει κάνοντας 4-5 ακόμη ξεκάρφωτες, προσωπικές ερωτήσεις, στις οποίες σχεδόν δεν απαντάω. Αρχίζω και εκνευρίζομαι.
-Γιατί μου τα ρωτάτε όλα αυτά; Στατιστική κάνετε;
-Όχι, όχι καθόλου.
-Τότε γιατί ρωτάτε; Τι ερωτήσεις είναι αυτές;
-Θα σας πω, θα σας πω. Ξέρετε από δίκτυα πωλήσεων;
Μου παίρνει δυο δευτερόλεπτα να κάνω τους συνειρμούς.
-Δίκτυα πωλήσεων; Πυραμιδικά συστήματα πωλήσεων εννοείτε;
-Εεε ναι (αυτό ενοχλημένα). Αλλά δεν μιλάω για τις γνωστές εταιρίες. Έχει έρθει μια καινούρια Πολωνική εταιρία με αρώματα. Έχει όλες τις επώνυμες μάρκες, όλα τα καλά αρώματα, σε απλά μπουκάλια, που με την έκπτωση οι συνεργάτες τα παίρνουμε 9 ευρώ, και τα δίνουμε 14.
-Ωραία, αλλά δεν ενδιαφέρομαι. Έχω πρόβλημα με τα φτηνά αρώματα. (Αυτό δεν είναι αλήθεια. Προσπαθώ απλώς να την εμποδίσω ευγενικά να συνεχίσει την "πώληση").
-Ναι, κι εμένα μου φέρνουν αλλεργία οι φτηνές μάρκες, μου λέει. Αλλά αυτά είναι κανονικά. Ξέρετε, έχω συνεργαστεί και με την τάδε και με την τάδε εταιρία (αναφέρει δυο γνωστές). Και δεν τα πήγα καλά. Εξάλλου, γιατί να αγοράσει κάποιος μια κρέμα από μένα με 25 ευρώ, όταν μπορεί να πάρει μια άλλη από το φαρμακείο με 10, και να είναι ευχαριστημένος; Με αυτή την Πολωνική εταιρία όμως, μέσα στο Σαββατοκύριακο έχω κάνει 18 "συνεργάτες".
-Μπράβο. Να τους χιλιάσετε.
-Ευχαριστώ. Και τα αρώματα αυτά είναι κανονικά να ξέρεις. Και στη μυρωδιά αλλά και στη διάρκεια. Για να καταλάβετε, ο οδοντίατρός μου που φοράει χρόνια την κολώνια του και την ξέρει καλά, ενθουσιάστηκε τόσο, που μου παρήγγειλε τέσσερα μπουκάλια.
-Πολύ ωραία. Απλώς σας λέω ότι εγώ δεν ενδιαφέρομαι.
-Ναι εντάξει. Ένα καλό άρωμα πάντως, μετράει. Και γιατί να δώσεις 80 ευρώ, όταν με 14 μπορείς να πάρεις την ίδια ποσότητα;
Η επιμονή της αρχίζει και μου τη δίνει.
-Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω, είναι το πώς παίρνουν αυτοί οι Πολωνέζοι τα κανονικά αρώματα και τα πουλάνε τόσο φτηνότερα, της λέω κάπως ανυπόμονα.
-Είναι που δεν πληρώνουν κατάστημα, ενοίκιο, υπαλλήλους, μου απαντάει.
-Άλλο ρωτάω. ΠΟΥ βρίσκουν τα αρώματα; Τους τα πουλάει ο Armani φτηνότερα; Δεν νομίζω...
-Μα τα αρωματικά και τα αιθέρια έλαια που χρησιμοποιούν, δεν είναι τόσο ακριβά.
-Και τα χρώματα δεν είναι ακριβά, αλλά οι ζωγράφοι πουλάνε τέχνη, όχι υλικά, της αντιτείνω.
-Ναι. Τα αρώματα είναι τα κανονικά πάντως.
-Δηλαδή θέλετε να πείτε ότι προέρχονται από τα επώνυμα εργοστάσια; Ότι πουλάνε χονδρική στο 10% της λιανικής; Δεν το πιστεύω. Προφανώς είναι αντίγραφα. Χημικά παρόμοια, αλλά απομιμήσεις. Σωστά;
-Εεε εντάξει, ναι. Είναι ολόιδια, αλλά δεν είναι τα αυθεντικά. Έχουν όμως όλες τις ευρωπαϊκές πιστοποιήσεις ότι δεν προκαλούν αλλεργίες.
-Πολύ χαίρομαι γι' αυτούς που τα χρησιμοποιούν τότε. Απλώς εγώ ΔΕΝ ενδιαφέρομαι.
Κάνει την προτελευταία της προσπάθεια:
-Καλά δεν επιμένω. Κι εγώ στην αρχή είπα, ας γραφτώ, και το πολύ πολύ θα παίρνω φτηνά τα αρώματά μου. Είναι 45 ευρώ η εγγραφή, συν τα δείγματα, συν την έκπτωση, πάλι κέρδος θα έχω. Και ξέρετε, όσο προχωράνε οι εγγραφές από αυτούς που έγραψα εγώ...
-Τόσο παίρνετε κι εσείς τα ποσοστά σας.
-Ναι.
-Ξέρετε, η προηγούμενη δουλειά μου ήταν πωλητής...
-Οπότε θα μπορούσατε να τα πάτε πολύ καλά σ' αυτή την εταιρία, με διακόπτει.
-Οπότε δεν μπορείς να πουλήσεις σε έναν πωλητή, αν δεν θέλει να αγοράσει, ολοκληρώνω τη φράση μου.
Δεν ξαναμιλάει μέχρι που φτάνουμε, οπότε κάνει και την τελευταία της κίνηση:
-Πάρε αυτό το διαφημιστικό που έχει όλη τη λίστα με τα αρώματα. Έχει και το κινητό μου στο πίσω μέρος.
Ακόμη το έχω το φυλλάδιο, αν ενδιαφέρεται κανείς.
Θέλω ποσοστά όμως...

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008

Βορειοευρωπαίοι

Ξαφνικά θυμήθηκα ένα παλιό περιστατικό…

Καλοκαίρι, αποβιβάζω στα (παλιά) ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Οι συνήθεις ύποπτοι "συνάδελφοι" απουσιάζουν, Μάλλον ήρθαν λεωφορεία νωρίτερα.
Στην πιάτσα του ΚΤΕΛ περιμένουν έξι άνθρωποι, Βορειοευρωπαίοι κρίνοντας από την εμφάνιση και τη γλώσσα που μιλάνε μεταξύ τους. Οι δύο από αυτούς, ένα ζευγάρι κοντά στα εξήντα, έρχονται, και με συμπαθητικά αγγλικά με ρωτάνε αν είμαι ελεύθερος. "of course" είμαι. Καθώς βάζουμε τις διάφορες αποσκευές τους στο πορτμπαγκάζ εμφανίζεται "συνάδελφος" με Μερσεντές ταξί και ανάλογο ύφος. Κόβει την κατάσταση, βλέπει ότι δεν έχει κόσμο να κάνει παιχνίδι και πλησιάζει να ρωτήσει που πάνε οι υπόλοιποι τέσσερις πελάτες. Αποδεικνύεται ότι είναι παρέα με τους δικούς μου και πηγαίνουν όλοι στο αεροδρόμιο.
Δεν ξέρω τι προορισμό θα προτιμούσε ο "συνάδελφος" αλλά η διαδρομή δεν του αρέσει. Με ύφος "τι να κάνω, θα σας πάω γιατί είμαι μεγαλόψυχος" ανοίγει το πορτμπαγκάζ (τραβάει ένα μοχλό μέσα στο αυτοκίνητο, και το πορτμπαγκάζ ανοίγει μόνο του) και τους παρακολουθεί να παιδεύονται να βάλουν τις αποσκευές τους μέσα, ενώ ο ίδιος καπνίζει χαλαρά παραδίπλα. Φεύγω να μην τον βλέπω, αλλά με προλαβαίνει στο φανάρι λίγο παρακάτω.
Βγαίνοντας στον δρόμο Χαλκιδικής έρχεται δίπλα μου. Γυρίζω και τον κοιτάζω.
Προσπαθώντας να μην τον δούνε οι επιβάτες του, ανοιγοκλείνει τα χέρια του δυο φορές, ενώ βλέπω στο στόμα του να σχηματίζεται η λέξη "Είκοσι". Τόσο θέλει να χρεώσουμε την διαδρομή, η πραγματική αξία της οποίας πρέπει να είναι γύρω στα μισά. Του κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά και του δείχνω το ταξίμετρο μου. Στη συνέχεια επιταχύνω προσπαθώντας να φτάσω στο αεροδρόμιο πριν από αυτόν, ώστε να μη χρειαστεί να πάρω θέση όταν ανακοινώσει την "χρέωσή" του.
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Το ζεύγος κατεβαίνει, κατεβάζουμε και τα πράγματα και με πληρώνουν. Ξαφνικά η γυναίκα αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στις αποσκευές. Κάτι λείπει. Καταλαβαίνει τελικά ότι στην καρέκλα της στο "καφέ" του ΚΤΕΛ, έχει ξεχάσει την μικρή άσπρη τσάντα της, που περιέχει τα περισσότερα λεφτά τους, τα διαβατήρια και τα εισιτήρια του αεροπλάνου. Μου ζητάει να την πάω πίσω να ψάξει. Εννοείται.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο σύζυγός της δεν έρχεται μαζί. Λέει κάτι τύπου "εκείνη τα ξέχασε, εκείνη να τα ψάξει" και μένει στο αεροδρόμιο με τις αποσκευές τους.
-I 'm going to get a coffee, μου λέει και γελάει. Βορειοευρωπαίος!
Ξεκινάμε για πίσω ενώ η γυναίκα εξετάζει τα πιθανά σενάρια. Αν δεν βρεθεί η τσάντα της, θα χάσουν σίγουρα το αεροπλάνο, αλλά κυρίως, θα πρέπει να απευθυνθούν σε πρεσβείες κλπ. για να ξαναβγάλουν χαρτιά. Ουσιαστικά την απασχολεί περισσότερο η καθυστέρηση (έχει κάτι δουλείες back home λέει) παρά η απώλεια χρημάτων, εγγράφων, εισιτηρίων σε μια ξένη χώρα. Βορειοευρωπαία!
Στο μεταξύ εγώ τηλεφωνώ στο ΚΤΕΛ και εξηγώ στην κοπέλα που σηκώνει το τηλέφωνο τι έχει συμβεί. Εκείνη έχει την καλοσύνη να βγει και να κοιτάξει στο "καφέ", αλλά δυο λεπτά μετά επιστρέφει λέγοντάς μου ότι δεν βλέπει καμία τσάντα, ούτε έχει παραδοθεί σε κάποιον υπάλληλο. Δυσοίωνο αυτό.
Φτάνουμε τελικά και κατεβαίνουμε και οι δυο από το ταξί για να ψάξουμε. Στο τραπέζι που είχαν καθίσει νωρίτερα, βρίσκεται πλέον μια μαμά με τα δυο παιδάκια της.
Και στο μπράτσο της καρέκλας της, κρέμεται μια μικρή άσπρη τσάντα.
-My bag is over there, γελάει η Βορειοευρωπαία, και τρέχει στην τσάντα της.
Η μαμά με τα παιδάκια την κοιτάζει, γυρίζει σ' εμένα, (μάλλον μας είδε να φτάνουμε με το ταξί) και λέει:
-Δική της είναι ε; Την είδα μόλις καθίσαμε, και είχα σκοπό να την παραδώσω μέσα, αν δεν ερχόταν να την ζητήσει κάποιος. Τυχερή ήταν να της πεις.
Χαμογελάει στην τουρίστρια και συμπληρώνει δείχνοντας δίπλα:
-Φαντάζεσαι να είχαν καθίσει εδώ τα παλικάρια;
Στο διπλανό τραπέζι κάθεται μια παρέα αλητάμπουρες δεκαεξάχρονοι, που αν είχαν βρει την τσάντα, θα ήταν ήδη καθ' οδόν, όχι για Χαλκιδική, αλλά μάλλον για Τζαμάικα. Χαλαρά…

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

Υπομονή...

Έξι περίπου χρόνια αφού άρχισα να κάνω αυτή τη δουλειά, η υπομονή μου αρχίζει να εξαντλείται.

-Με τους οδηγούς που αργοσέρνονται ενώ το φανάρι μπροστά τους είναι πράσινο, μέχρι να τους σταματήσει το κόκκινο. Και ακόμη χειρότερα, μ’ αυτούς που τελευταία στιγμή αντιλαμβάνονται το πορτοκαλί και επιταχύνουν, αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους στο κόκκινο να αλλάζουν χρώματα.

-Με τους οδηγούς που βαριούνται να στρίψουν το τιμόνι τους δέκα εκατοστά για να παρακάμψουν κάποιο εμπόδιο (πχ σταματημένο ταξί, λεωφορείο) και κάθονται περιμένοντας πίσω του, σταματώντας την κυκλοφορία. Ακόμη περισσότερο με αυτούς που δεν μπορούν να διαλέξουν μια λωρίδα, και σταματάνε ή κινούνται ανάμεσα σε δύο, μπλοκάροντας και τις δύο.

-Με τους οδηγούς που οδηγούν μιλώντας στο κινητό ΧΩΡΙΣ handsfree, bluetooth, ή έστω ανοιχτή ακρόαση. Οδηγώντας έτσι με το ένα χέρι, το μισό οπτικό πεδίο, και το ένα δέκατο της προσοχής. Και βάζοντάς μας όλους σε κίνδυνο.

-Με τις κυρίες που μπορεί να έχουν οδηγήσει στη ζωή τους όλη τρεις τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα (όσα κάνω σε ένα μήνα), έχουν όμως ΑΠΟΨΗ, και την εκφράζουν με το πιο κακιασμένα δασκαλίστικο ύφος, ανάβοντας φώτα, κορνάροντας, βρίζοντας και χειρονομώντας, όταν "θεωρούν" ότι έχουν δίκιο σε κάποια κατάσταση. "Θεωρούν", γιατί τις περισσότερες φορές κάνουν λάθος.

-Με τους οδηγούς που "κολλάνε προφυλακτήρες" σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας με 100-140 χιλιόμετρα την ώρα. Οδηγάω με τα μάτια στον καθρέφτη, ενώ εύχομαι να μη χρειαστεί να φρενάρω, γιατί θα βρεθούμε συνεπιβάτες, "ενωμένοι εις λαμαρίναν μίαν".

-Με τους οδηγούς των αστικών λεωφορείων που θεωρούν ότι οι δρόμοι τους ανήκουν. Και ξαναγράφουν τον Κ.Ο.Κ., περνώντας κόκκινα φανάρια (ακόμη και παρουσία τροχονόμων), αλλάζουν λωρίδες σκουπίζοντας όποιον άτυχο δεν πρόλαβε να φύγει από το διάβα τους, ξεκινούν από τις στάσεις χωρίς να ρίξουν μια ματιά στον καθρέφτη, κλείνουν σχεδόν με κακία τυχόν περάσματα (ούτε αυτοκίνητο, ούτε μηχανάκι δεν θα με περάσει) και γενικά βάζουν σε κίνδυνο τους ανυποψίαστους οδηγούς.

-Με τους κακο-διπλο-τριπλο-παρκαρισμένους, που σταματάνε σε γωνίες, σε στενέματα, σε κεντρικούς δρόμους, διακόπτοντας την κυκλοφορία "για ένα λεπτό" (δηλαδή για πέντε λεπτά με μισή ώρα), δηλαδή χάος χιλιομέτρων πίσω και γύρω τους. Ενώ θα μπορούσαν τις περισσότερες φορές να σταματήσουν δέκα μέτρα παραπέρα, να μην ενοχλούν και να μην ενοχλούνται.


-Με τα παλικαριά που οδηγάνε μηχανάκια μέσα στη μαύρη νύχτα (και ειδικά delivery) χωρίς ΚΑΘΟΛΟΥ φώτα, κάνοντας σφήνες και παραβιάζοντας στοπ, φανάρια και λοιπά. Χωρίς φώτα είσαι αόρατος. Κινδυνεύεις. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβει κανείς;

-Με τους ιδιοκτήτες BMW (αλλά και άλλων "ακριβών" αυτοκινήτων), που μαζί με το αυτοκίνητο "αγόρασαν και προτεραιότητα στο δρόμο", όπως χαρακτηριστικά μου είπε ένας από αυτούς. Προτεραιότητα στην βλακεία αγόρασαν. Όχι ότι την χρειάζονται.

-Με τους (άνω των εξήντα συνήθως) ιδιοκτήτες-οδηγούς Mercedes με 2500, 3000, 5000, 7000 κυβικά, που όμως σεεεερνονται στο δρόμο. Στις εκκινήσεις τους προσπερνάει παιδάκι με τρίκυκλο ποδηλατάκι, ενώ οι τελικές τους είναι ελαφρώς μεγαλύτερες από πεσμένο πενηνταράκι παπάκι. Εκτός και αν τους πιάσει το σύνδρομο του τζόβενου, οπότε "το πατάνε" όπου να' ναι, και φεύγουν από το δρόμο. Αφού δεν μπορείς/δεν θέλεις/φοβάσαι να το οδηγήσεις το ρημάδι, τι το πήρες; Είναι και μακρύ, είναι και φαρδύ, είναι και ανεξέλεγκτο. Πάρε ένα Yaris να κάνεις τη δουλειά σου. Ή άντε, ένα Mercedes σειράς Α. Και μικρό είναι, και δεν θα χάσεις το πρεστίζ του "άστρου" στο καπό.

-Με τους πεζούς που περνάνε το δρόμο σε όποιο σημείο τους βολεύει, χωρίς να δίνουν σημασία στα διερχόμενα αυτοκίνητα, χαζεύοντας ή/και μιλώντας στο κινητό. (Τι θα κάνεις; Θα σταματήσεις, δεν θα με χτυπήσεις). Ακόμη χειρότερα, όταν περνούν από διαβάσεις ενώ το φανάρι τους λέει το αντίθετο, και μάλιστα με το πάσο τους.

-Με τους "συναδέλφους" που κάνουν κάθε είδους καγκουριά προκειμένου να βγουν μπροστά και να σου "φάνε" τον πελάτη. Ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα ταγάρια!

-Με τους "συναδέλφους" που δύο η ώρα το βράδυ πηγαίνουν με τριάντα σε μεγάλους δρόμους (πχ Β. Όλγας) ψάχνοντας για πελάτη. Αφ' ενός, εκείνες τις ώρες τα πεζοδρόμια είναι άδεια, και οι τυχόν πελάτες, φαίνονται από χιλιόμετρα. Αφ' ετέρου, οι υπόλοιποι επίσης "ελεύθεροι" συνάδελφοι που για λόγους δεοντολογίας πρέπει να μείνουμε πίσω του, κινδυνεύουμε να πεθάνουμε από εκνευρισμένη πλήξη, ή να πάρουμε σύνταξη μέχρι αυτός να βρει πελάτη.

-Με τις εμπνευσμένες αποφάσεις, ειδικά του Δήμου Θεσσαλονίκης, να βγάζει τα απορριματοφόρα τις πλέον ακατάλληλες ώρες, στους πλέον κεντρικούς δρόμους, προκαλώντας ΤΟ χάος. Στιγμιαίο μποτιλιάρισμα, και με εκπληκτικό άρωμα.

-Με τους πελάτες που αρχικά ζητούν να τους πάω στο σημείο Α, αλλά όταν φτάνουμε εκεί, επαναπροσδιορίζουν τον προορισμό τους ως: "σημείο Α + 8 δρόμους παραπέρα." Σημείο στο οποίο θα φτάναμε ευκολότερα, γρηγορότερα και οικονομικότερα από άλλο δρόμο, αν το είχαν πει από την αρχή.

-Με τους πελάτες που πρώτα καλούν ταξί και μετά ετοιμάζονται. Οπότε, αν βρίσκεσαι κάτω από το σπίτι τους σε μισό λεπτό, θα περιμένεις άλλα δέκα. Ειδικά μ' αυτούς που έχουν κάνει κλήση σε κεντρικό ή στενό δρόμο, και σε αναγκάζουν σε κύκλους, μανούβρες ακρόαση μπινελικίων, και άλλα ευχάριστα.

Τα γράφω όλα αυτά για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ο προφανής. Καθώς όλα αυτά περνάνε από το μυαλό μου στο πληκτρολόγιο, βγαίνουν (ως ένα βαθμό) από μέσα μου. Ο δεύτερος είναι πρακτικός. Επειδή τελικά μπορεί να αρπάξω κανέναν από το λαιμό, προσπαθώ να καβαντζώσω μάρτυρες υπεράσπισης. Ή έστω, κάποιον να μου φέρνει τσιγάρα στη φυλακή.

Edit (σχεδόν δυο μέρες μετά)
Θεωρώ σημαντικό να προσθέσω ότι μπορεί να επισημαίνω τα εκνευριστικά σημεία, με τίποτε δεν ενθαρρύνω την προσωπική αντιπαράθεση όμως.
Το "κόλπο" για να επιβιώσεις είναι να έχεις τις ελάχιστες δυνατόν τριβές (άρα και τις ελάχιστες απώλειες). Οπότε βλέπεις τα διάφορα, τα αναγνωρίζεις και αποφεύγεις να συγκρουστείς μαζί τους. Κυριολεκτικά και μεταφορικά...

Όπως γράφει και το εξώφυλλο του The Hitchhiker's Guide to the Galaxy, "Ψυχραιμία"

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008

Ο "Βασιλάκης"

Η παρακάτω ιστορία είναι από αυτές που θα ήθελαν βιντεοσκόπηση για να αποδοθούν σωστά. Βασίζομαι στην "κινηματογραφική" φαντασία του αναγνώστη και την παραθέτω.

Πρωινή ώρα, προσπαθώ να βγω από τα (χρήσιμα αλλά γεμάτα παγίδες) στενάκια πάνω από τη Β. Όλγας, στην περιοχή της Μπότσαρη. Το συγκεκριμένο που ανεβαίνω εκείνη τη στιγμή, είναι κάθετο στη Δελφών, και έχει φανάρι. Από εκείνα τα φανάρια που ανάβουν για 10 δευτερόλεπτα, κάθε πέντε λεπτά.
Τη συγκεκριμένη στιγμή, το φανάρι είναι πράσινο. Μπροστά μου όπως πηγαίνει ένα αυτοκινητάκι εικοσαετίας του "Ανατολικού μπλοκ". Και πηγαίνει με πέντε. Κυριολεκτικά. Το φανάρι πράσινο, και ο τύπος σέρνεται.
Κορνάρω δυο τρεις φορές, με εκείνα τα σύντομα κορναρίσματα τύπου "ξεκόλλα/προχώρα".
Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό:
Το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταματάει εντελώς. Πέντε δευτερόλεπτα μετά, ανάβει και τα alarm. Από τη θέση του οδηγού, γεμάτος νευρικότητα κατεβαίνει ένας παππούς κοντά στα εβδομήντα πέντε, κοντούλης και με φαλακρίτσα.
-Τι κορνάρεις ρε κύριε; μου λέει με αγανακτισμένο ύφος.
Ανοίγω το παράθυρο:
-Ευχαρίστως θα σας πω. Πηγαίνατε με πέντε χιλιόμετρα την ώρα, και το φανάρι μπροστά μας ήταν πράσινο. Σας κόρναρα μήπως και το προλάβουμε.
-Και τι κορνάρεις; Δεν ξέρεις ότι είναι παράνομο;
-Ενώ η παρακώλυση κυκλοφορίας είναι νόμιμη ε; του λέω, χαμογελώντας, γιατί δεν έχει νόημα να αρπαχτώ με έναν άνθρωπο στα διπλά μου χρόνια για τέτοιο θέμα.
Στο μεταξύ πίσω μας φτάνει ένα ακόμη αυτοκίνητο. Ο οδηγός του, με το που σταματάει πίσω μου, πατάει μια κόρνα...αεροπλανοφόρου.
Ο παππούς, που στο μεταξύ έχει γυρίσει την πλάτη και ανοίγει το πορτμπαγκάζ του, (να ξεφορτώσει ήθελε τελικά), πετιέται τρομαγμένος. Γυρίζει έξαλλος, κοιτάζει το αυτοκίνητο πίσω μου και με μια έντονη χειρονομία φωνάζει:
-Ε, τώρα να περιμένεις κι εσύ!
Αρχίζει να ξεφορτώνει, ενώ από τη θέση του συνοδηγού βγαίνει η γηραιά σύζυγος. Ο τύπος πίσω μου ξανακορνάρει παρατεταμένα.
-Βασιλάκη, άστα στο πεζοδρόμιο και θα πω στα παιδιά να κατέβουν να τα πάρουν. Γρήγορα Βασιλάκη μου, λέει η γιαγιά στον παππού.
-Ο Βασιλάκης της την κοιτάζει άγρια (κι εσύ τέκνον Βρούτε;), και με το πάσο του τελειώνει το ξεφόρτωμα. Ξανακοιτάζει μια πίσω, τα μαζεύει και φεύγει. Αργά αργά, ώστε να ξαναχάσουμε το προσφάτως πράσινο φανάρι...

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008

Τριζόνια...

[disclaimer :) Το παρακάτω περιστατικό είναι απλώς ενδεικτικό. Παρόμοιες φάσεις έχουν συμβεί με διάφορες παραλλαγές. Καταλαβαίνω την κακή κατάσταση του εξαρτημένου από ουσίες, και έχω "βοηθήσει" κατά καιρούς, παίρνοντας με το ταξί ανθρώπους που ήξερα ότι μάλλον δεν θα πληρώσουν, αλλά δεν μου έκανε και καρδιά να αφήσω στον δρόμο γιατί είχαν το χάλι τους. (Σε μια περίπτωση, σταμάτησα και επιβίβασα τοξικομανή, που στην απελπισία του να βρει ταξί, είχε φτάσει στην μεσαία λωρίδα της Εγνατίας, κινδυνεύοντας να τον πατήσουν). Παρ' όλα αυτά, το ταξί ΔΕΝ είναι περιπολικό, ασθενοφόρο, ή όχημα κοινωνικής υπηρεσίας. Επίσης, αν και οι τοξικομανείς δεν είναι γενικά επικίνδυνοι, ποτέ δεν ξέρεις σε τι κατάσταση μπορεί να βρεθούν, ειδικά αν νοιώσουν στριμωγμένοι. Επίσης, όσο καλοπροαίρετος κι αν είμαι, ενοχλούμαι υπερβολικά όταν με κοροϊδεύουν μπροστά στα μούτρα μου.
Το ότι οι πρωταγωνιστές είναι αλλοδαποί, είναι συμπτωματικό, και το αναφέρω μόνο επειδή έχει σημασία στην εξιστόρηση. Είναι από τις ελάχιστες φορές που μεταφέρω αλλοδαπούς εξαρτημένους. Σε αυτό το θέμα, οι κοινότητες των μεταναστών είναι μάλλον υγιέστερες από των ντόπιων. ]


Τετάρτη βράδυ, λίγο πριν τις δώδεκα. Κατεβαίνοντας την Αγίων Πάντων, λίγο πριν τη γέφυρα των τραίνων, με σταματάει ένας τύπος. Φαίνεται αλλοδαπός, αλλά και "μούτρο". Μόλις σταματάω, από το πουθενά (ήταν κρυμμένος ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα) εμφανίζεται ένας ακόμη τύπος. Ολοφάνερα πρεζόνι. (κακό σημάδι)
Τώρα μάλιστα.
Το πρεζόνι κάθεται πίσω, το "μούτρο" μπροστά. Περιμένω να μου πουν κάτι τύπου "Δενδροπόταμο", όπου συνήθως πηγαίνουν για "ψώνια".
-Τι κάνεις φιλαράκο; πετιέται με το που κάθεται, το πρεζόνι πίσω.
-Ότι μπορώ. Που θα πάμε;
-Φλέμινγκ με Μπότσαρη (ανατολικά, στην άλλη πλευρά της πόλης).
-Μμμ εντάξει, αν και η Φλέμινγκ με την Μπότσαρη είναι παράλληλες.
-Πήγαινε από την παραλία και θα σου πούμε.
Μάλιστα. Δεν έχω κάνει πενήντα μέτρα, όταν ακούω αλλαγή στον ήχο του αυτοκινήτου. Γυρνάω το κεφάλι. Ο πίσω έχει ανοίξει το παράθυρό.
-Γιατί το άνοιξες; Ζεσταίνεσαι; Έχω αναμμένο κλιματισμό.
-Να καπνίσω ένα τσιγαράκι φιλαράκο.
-Όχι, να μην καπνίσεις εδώ μέσα. Κλείστο σε παρακαλώ.
(Γενικά, όντας και ο ίδιος καπνιστής, επιτρέπω το κάπνισμα, που από τον νόμο απαγορεύεται. Ένας στερημένος καπνιστής είναι ένας νευρικός πελάτης, κι εγώ δεν θέλω νευρικούς πελάτες, όσο δεν ενοχλούν με τον καπνό τους κανέναν. Με τα παράθυρα ανοιχτά, και το συστηματικό καθάρισμα/"απόσμηση", το ταξί παραμένει άοσμο και καθαρό. Ο συγκεκριμένος όμως, όπως τον βλέπω να γέρνει από "νύστα", μπορεί και να μας βάλει και φωτιά εκεί πίσω).
Κλείνει το παράθυρό του, και δευτερόλεπτα μετά, ρωτάει:
-Πόσο θα χτυπήσει μέχρι εκεί;
-Τι εννοείς θα χτυπήσει;
-Πόσα λεφτά θα κάνει;
-Ξέρω 'γω; Τρία, τέσσερα ευρώ; Θα μας πει το ταξίμετρο. (Κακό σημάδι. Βλέπω να πληρώνομαι με λειψά, μικρά κέρματα).

Βγαίνουμε παραλία. Σε όλη τη διαδρομή, μιλάνε δυνατά και ασταμάτητα στη γλώσσα τους. Ο συνολικός εκνευρισμός της ημέρας, κορυφώνεται. Ότι και να λένε, ακούγεται σαν να μαλώνουν και είναι πολύ κουραστικό. Από το μυαλό μου περνάνε διάφορα. Να προσποιηθώ βλάβη, να τους πω να χαμηλώσουν ένταση. Δεν έχω όμως όρεξη για αψιμαχίες. Ας τους πάω να τελειώνουμε.
Στην Καλλιδοπούλου μου ζητάνε να ανηφορίσω. Ο μπροστά γυρνάει και λέει κάτι στον πίσω. Μέσα στα "ξένα" που του λέει, ακούγεται δυο φορές και η λέξη πορτοφόλι Ελληνικότατα. Ο πίσω ψάχνεται, και απαντάει αρνητικά. Προφανώς ο μπροστά τον έχει ρωτήσει αν έχει εκείνος το πορτοφόλι του. (κακό σημάδι και πάλι και πάλι).
Στο μεταξύ χτυπάει το κινητό του μπροστά. Το σηκώνει και μέσα στο ξενόγλωσσο μπλα μπλα, εμφανίζεται πάλι η λέξη "πορτοφόλι". Ακούγεται καθησυχασμένος. Κλείνει, και λέει στον πίσω στα Ελληνικά:
-Στο αυτοκίνητο ξέχασα το πορτοφόλι. Και έχω εξακόσια ευρώ μέσα.(κακό, κακό σημάδι :))
Βγαίνουμε αριστερά στη Δελφών.
-Εδώ, εδώ.
Σταματάω.
-3,70, τους λέω.
Ο μπροστά εμφανίζει αμέσως ένα κέρμα των δύο ευρώ, που τόση ώρα πρέπει να κρατούσε στο χέρι του.
-Φίλε δυο ευρώ έχουμε... ξεκινάει να λέει.
-Και γιατί μπήκατε στο ταξί αφού έχετε μόνο δύο ευρώ; αγριεύω.
-Όχι, όχι, δεν το ξέραμε. Ξέχασα το πορτοφόλι μου.
-Ξέχασες το πορτοφόλι σου; Πάμε να το πάρουμε, του λέω.
-Ρε φιλαράκο χάλια είμαι, κλαψουρίζει ξαφνικά ο πίσω με ένταση. "Πρεζόνης" είμαι. Πρεζόνης..
-Το βλέπω "ρε φιλαράκο" τι είσαι, του αντιγυρίζω. Από την αρχή σε είδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπαίνεις τζάμπα στα ταξί. Αφού έχετε λεφτά, πάμε να πάρουμε το πορτοφόλι.
-Στο Βαρδάρι είναι το αυτοκίνητο, λέει ο μπροστά.
-Ωραία. Πάμε στο Βαρδάρι, λέω και κάνω ότι ξεκινάω.
Ο "πρεζόνης" πανικοβάλλεται.
-Εδώ είναι το αυτοκίνητο, εδώ, φωνάζει.
Σταματάω.
-Πού εδώ είναι το αυτοκίνητο; του λέω.
Στο μεταξύ αυτός ανοίγει την πόρτα, και κάνει να κατέβει.
-Κλείσε γρήγορα την πόρτα. Θα σας πάω πίσω από εκεί που σας βρήκα, να πάτε στο αυτοκίνητο, να πάρετε τα λεφτά σας, και να βρείτε άλλο ταξί να σας πάει όπου θέλετε. Δεν θέλω λεφτά.
-Τι; Ψελλίζει ο μπροστά.
-Είπα, θα σας πάω από εκεί που σας πήρα και δεν θέλω λεφτά. Να πάρεις το πορτοφόλι σου και να γυρίσετε πίσω με άλλο ταξί.
-Όχι ρε φίλε. Σε παρακαλώ, λέει ο μπροστά. Συγνώμη κι όλα, αλλά ξέχασα το πορτοφόλι μου σου λέω.
-Ε αυτό σου λέω κι εγώ. Να σας πάω πίσω να το πάρεις, του απαντάω.
-Σε παρακαλώ άφησέ μας εδώ. Συγνώμη. Δυο ευρώ έχω. Θα σου δώσω την ταυτότητά μου, να βρεθούμε να σου δώσω και τα 1,70 που σου χρωστάμε.
-Άσε, τα έχω ξανακούσει αυτά, του λέω. Που θα δώσουμε ραντεβού να τρέχω 1,70, που δεν θα εμφανιστείς ποτέ να μου δώσεις. Έχασα την ταυτότητά μου, θα πεις, και θα σου βγάλουν άλλη. Άμα δεν είχατε λεφτά, ας λέγατε από την αρχή: "Έχουμε δυο ευρώ, θα μας πας; " Τι μου αρχίζετε τα παραμύθια και περιμένετε να σας πιστέψω; Άντε, δώσε τα δυο ευρώ και φύγετε.
Ο πρεζόνης πηδάει από το αυτοκίνητο όπως όπως, έρχεται μπροστά και αρχίζει να τραβάει από τον ώμο το "μούτρο".
-Πάμε, πάμε! (τώρα που μπορούμε)
Ο μπροστά κάτι ακόμη θέλει να πει. Πετάει ένα τελευταίο "συγνώμη, ευχαριστώ" και κατεβαίνει. Ο "πρεζόνης" στο μεταξύ, χώνεται τρέχοντας στο στενό δίπλα, μήπως και αλλάξω γνώμη.
Φεύγω. Δεν συνηθίζω να βρίζω, αλλά αυθόρμητα και εκ βαθέων μου βγαίνουν δυο αγανακτισμένες βρισιές που ακούω μόνο εγώ. Καλύτερα.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008

Πενταήμερη με...ασφάλεια

Άνοιξη βραδάκι, ανηφορίζω στα κάστρα. Διστακτικά σηκώνει το χέρι του, και με σταματάει ένα παλικαράκι. Δέκα έξι με δέκα οχτώ χρονών, μέτριου αναστήματος, αδύνατο, με γυαλιά και εντελώς "άγουρο" βλέμμα.
-Ξέρετε που είναι το Ρόδον;
-Ναι, φυσικά.
-Μπορείτε να με πάτε εκεί;
-Εννοείται.
Μέχρι να κάνω εκατό μέτρα, μου έχει πει την ιστορία του. Έχει έρθει πενταήμερη με το σχολείο του από την Κέρκυρα, και ανέβηκε στα κάστρα να δει τη ξαδέλφη του που είναι φοιτήτρια εδώ.
Καθώς μου τα λέει όλα αυτά, έρχεται δίπλα μας ένα αυτοκίνητο, και ο οδηγός του μου κάνει νόημα να σταματήσω.
-Κάτι θα θέλει να ρωτήσει, λέω στον νεαρό.
Κάνουμε στην άκρη. Ο οδηγός σταματάει δίπλα εσωτερικά (έχει ένα ανοιχτό πάρκινγκ οικοδομής), και χωρίς να κατέβει από το αυτοκίνητο με κοιτάζει και λέει:
-Της ασφάλειας είμαι. Δόθηκε σήμα ότι κάποιος που ταιριάζει με την περιγραφή του νεαρού, επιτέθηκε σε μια κοπέλα.
Κοιτάζω τον "νεαρό". Το παιδάκι έχει αλλάξει χρώμα.
-Εγώ στην ξαδέλφη μου ήμουν. Τώρα βγήκα έξω, καταφέρνει να ψελλίσει.
-Σίγουρα; Βγες από το ταξί, του λέει ο "ασφαλίτης".
Το παιδί, βγαίνει από το ταξί. Τα πόδια του τρέμουν, Βγαίνω κι εγώ, και στέκομαι από την πλευρά του οδηγού, με ανοιχτή την πόρτα. Θέλω να έχω εύκολη πρόσβαση στο CB.
Ο τύπος τον κοιτάζει.
-Έχεις ταυτότητα ή θα σε πάρω μέσα για εξακρίβωση; τον ρωτάει.
-Δ...δεν έχω βγάλει ακόμη ταυτότητα, λέει το παιδί. Δεν έκλεψα τίποτε. Να κοιτάξτε: (αρχίζει να αδειάζει τις τσέπες του).

Η όλη ιστορία δεν μου αρέσει.Οι άνθρωποι της ασφάλειας κινούνται συνήθως ανά δύο, και το αυτοκίνητο του τύπου δεν μοιάζει για συμβατικό της αστυνομίας. Η ψηλή βαριά τετράγωνη κατασκευή του σώματος και το πρόσωπό του, είναι πολύ χαρακτηριστικά. Δεν μπορώ να τον φανταστώ να παρακολουθεί κάποιον απαρατήρητος. Από την άλλη, ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να είναι με το ΙΧ του, και να έχει φορητό CB. Και θα υπάρχουν "ρόλοι" για μια τέτοια σωματική κατασκευή.
Ο πιτσιρικάς όμως, είναι ολοφάνερα τρομοκρατημένος, και όχι επειδή είναι ένοχος.
Αποφασίζω να επέμβω.
-Εμένα πάντως μου ζήτησε να τον πάω στο Ρόδον, στο σχολείο του. Εύκολο είναι να μάθετε την ταυτότητά του από τους καθηγητές του. Όσο για την επίθεση στην κοπέλα, μήπως να πάμε να ρωτήσουμε την ξαδέλφη του, αν ήταν εκεί και τι ώρα έφυγε; Δεν πιστεύω πάντως πως είναι αυτός που ψάχνετε.
Ο τύπος με κοιτάζει εξεταστικά.
-Έτσι λες ταξιτζή;
-Έτσι μου φαίνεται.
Μας κοιτάζει μερικά δευτερόλεπτα ακόμη.
-Εντάξει, φύγετε, λέει.
Ξαναμπαίνουμε στο ταξί. Το παλικαράκι μιλάει γρήγορα και μπερδεμένα:
-Δεν έκανα τίποτε. Τώρα βγήκα από το σπίτι της ξαδέρφης μου. Μένει στην οδό...
-Σε πιστεύω, τον διακόπτω. Όπως σε πίστεψε και ο αστυνόμος. Αν ήταν αστυνόμος.
-Δηλαδή μπορεί να μην ήταν αστυνόμος; Τι ήθελε τότε;
-Μην ανησυχείς, του απαντάω. Δεν θα τον άφηνα να σε πάρει έτσι μαζί του χωρίς να δείξει κάποια ταυτότητα. Χωρίς να πάρω στην αστυνομία να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός που λέει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να βεβαιώνεσαι ότι ο άλλος είναι αυτό που ισχυρίζεται. Για καλό, και για κακό.

Ξαφνικά καταλαβαίνει τι υπαινίσσομαι και χλομιάζει ακόμη περισσότερο.

Τουλάχιστον θα έχει μια καλή ιστορία να διηγηθεί στους συμμαθητές του:)

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Το γεφυράκι

Βράδυ Παρασκευής, λίγο πριν τις δώδεκα, βρίσκομαι στην πιάτσα της Πυλαίας, όταν η εκφωνήτρια κάνει κλήση:
-"Πυλαία, στροφή Πανοράματος, στο γεφυράκι". Στροφή Πανοράματος, ονομάζεται γενικά η διασταύρωση του περιφερειακού με την άνοδο για Πανόραμα. Το σημείο "ανήκει" στην πιάτσα Πυλαίας, οπότε διεκδικώ την κλήση, και κατευθύνομαι. Επειδή όμως το στίγμα είναι ασαφές, ζητάω ενημέρωση. Οι συνάδελφοι που "κατεβαίνουν" στο ενημερωτικό κανάλι για να βοηθήσουν, δυστυχώς μου λένε αυτό που ξέρω ήδη. Υπάρχουν δύο προφανή γεφυράκια, στις δυο αντίθετες πλευρές του περιφερειακού. Πηγαίνω και στα δυο. Δεν υπάρχει πελάτης.
Καινούριες διαβουλεύσεις με συναδέλφους, καινούριες βόλτες στις εξόδους του περιφερειακού. Τίποτε...
Ζητάω από το κέντρο να επικοινωνήσει με τους πελάτες. Η εκφωνήτρια τηλεφωνεί, και μετά από λίγο μου λέει:
-Βρίσκονται πάνω στο δρόμο, λίγο πιο κάτω από το γεφυράκι της στροφής Πανοράματος.
-Ρωτήστε τους, ποιο γεφυράκι; Σε ποια πλευρά του περιφερειακού;
-…Στο ρεύμα που πηγαίνει προς το κέντρο βρίσκεται η πελάτισσα, μου απαντάει μετά από λίγο η εκφωνήτρια.

Συνεχίζω την αναζήτηση, καταφέρνοντας να περάσω από όλες τις εξόδους-εισόδους του κόμβου, αλλά ματαίως. Δεν υπάρχει ψυχή. Στο μεταξύ έχουν περάσει και δέκα πέντε λεπτά από την ώρα που έγινε η κλήση.


Η αρχική διαδρομή με κίτρινη γραμμή και ο τόπος έρευνας για το "γεφυράκι" της στροφής Πανοράματος
Καλύτερα κάντε κλικ για μεγέθυνση:)



Καινούρια επικοινωνία με το κέντρο. Η εκφωνήτρια τηλεφωνεί και πάλι στην πελάτισσα. Οι πληροφορίες της και αυτή τη φορά, είναι εξ ίσου αόριστες. Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι. Έχω όμως μια ιδέα:
-Κέντρο, περάστε μου το κινητό της πελάτισσας στον παπαγάλο, να επικοινωνήσω εγώ απ' ευθείας μαζί της, μήπως και συνεννοηθούμε.
Έτσι γίνεται, και λίγη ώρα μετά, τηλεφωνώ στην πελάτισσα.
-Είμαι ο οδηγός του ταξί που έρχεται να σας παραλάβει. Πού ακριβώς βρίσκεστε;
- Μετά το γεφυράκι του Πανοράματος, λίγο παρακάτω.
-Ναι, όταν λέτε γεφυράκι του Πανοράματος; Από ποια πλευρά; Είστε σε κάποιο δρομάκι;
-Όχι, όχι, πάνω στον περιφερειακό βρισκόμαστε.
Αυτό με μπερδεύει περισσότερο, αλλά συνεχίζω τις διερευνητικές ερωτήσεις.
-Σε ποιο ρεύμα του περιφερειακού είστε. Σ' αυτό που πηγαίνει στο κέντρο, ή στο απέναντι;
-Σ' αυτό που πηγαίνει στο κέντρο.
Όσο μιλάμε έχω ήδη βγει στον περιφερειακό και ψάχνω κοντά στις εξόδους του. Δεν υπάρχει κανείς.
-Δηλαδή, ξαναρωτάω, είστε πάνω στον περιφερειακό; Σίγουρα;
-Ναι.
-Δεν σας βλέπω, και πλησιάζω το τούνελ. Μήπως πηγαίνω ανάποδα;
-Όχι, όχι. ΜΕΤΑ το τούνελ είμαστε.
-Μετά το τούνελ; Προς την πόλη;
-Ναι.
Περνάω το τούνελ, πλησιάζω στον κόμβο των Κωνσταντινουπολίτικων. Κανείς.
-Έχω περάσει και το τούνελ. Δεν σας βλέπω.
-Λίγο παρακάτω είμαστε.
Τους βλέπω τελικά. Στην άκρη του δρόμου, δίπλα σ' ένα μικρό αυτοκίνητο. Που περιμένει να το φορτώσουν στον γερανό της οδικής βοήθειας. Σταματάω πίσω τους.
Στο ταξί επιβιβάζονται δυο κοπέλες, αφήνοντας πίσω τον καλοντυμένο συνοδό τους, να συνοδεύσει το αυτοκινητάκι του στο γερανό. Προφανώς είχαν βγει για διασκέδαση, αλλά το όχημα τους πρόδωσε.
-Ξέρετε, δεν βρίσκεστε στη στροφή Πανοράματος, τους λέω. Είστε δυο κόμβους παρακάτω, στην έξοδο για Τούμπα.
-Α ναι; λέει αυτή με την οποία μιλούσα στο τηλέφωνο (αναγνωρίζω τη φωνή). Από εδώ δεν πάει για Πανόραμα; (Δείχνει την δενδροσκέπαστη, 80 μοιρών πλαγιά)
-Καλά, νύχτα είναι, μπορεί να μπερδευτεί κανείς. Αλλά πείτε μου δυο πράγματα. Κατ' αρχήν, ο άνθρωπος της οδικής βοήθειας δεν σας είπε που ακριβώς βρίσκεστε για να καλέσετε ταξί;
-Δεν άκουσε ότι καλέσαμε ταξί. Κοίταζαν το αυτοκίνητο εκείνη την ώρα.
-Μάλιστα. Πείτε μου όμως σας παρακαλώ, αυτό το γεφυράκι που ψάχνω τόση ώρα, πού βρίσκεται;
-Ε, να εκεί πίσω, δεν το βλέπετε; ρωτάει όλο απορία η κοπελιά.
Κοιτάζω από τους καθρέφτες ψάχνοντας. Και τελικά το βλέπω.

"Γεφυράκι" αποκαλεί, την ύψους οκτώ, και μήκους διακοσίων μέτρων, δύο λωρίδων, φωτισμένη με μπλέ ατμοσφαιρικό φωτισμό στις κολώνες της, στιβαρή και επιβλητική γέφυρα, του κόμβου της Τούμπας!






Ολόκληρη η διαδρομή, με πορτοκαλί το δεύτερο μέρος μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, και το σημείο όπου τελικά βρέθηκαν, η πελάτισσα και το "γεφυράκι".

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Black "Roasted" Keyboard Requiem






Το παρόν κείμενο, γράφεται στο τρίτο κατά σειρά πληκτρολόγιο του Ταξί. Το πρώτο χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα για "γράψιμο", εγκατέλειψε από στράβωμα λόγω θερμοκρασιών πέρσι το καλοκαίρι. Τότε ήρθε το δεύτερο πληκτρολόγιο, στο οποίο έπεσε ο κλήρος να σηκώσει τον μεγαλύτερο "φόρτο εργασίας", και το οποίο βλέπετε στις φωτογραφίες. Σε αυτό το πληκτρολόγιο έχει γραφτεί το 99% αυτού του blog.
Αυτό το πληκτρολόγιο αποτύπωσε και αναβίωσε τις μουσικές μου ανησυχίες και αναμνήσεις στο Fruity Loops. Με την ανεπαρκή μνήμη και κάρτα ήχου (σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυτός ο αρχικός τους σκοπός εξάλου:)) να κάνει τη μουσική να ακούγεται σαν να έχει λόξιγκα, καθώς προσπαθούσε να αποδώσει δύσκολα μουσικά κανάλια.
Το πληκτρολόγιο αυτό, έχει δει κυριολεκτικά εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, κάτω από όλους τους καιρούς, όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας. Έχει χρησιμοποιηθεί σε φανάρια, μποτιλιαρίσματα, πιάτσες, περιμένοντας πελάτες, μέσα σε πλυντήρια αυτοκινήτων, αλλά και εν κινήσει μερικές φορές (με τα μάτια πάντα στο δρόμο).
Έχει υπομείνει (όσο το ταξί ήταν σταματημένο, μεταξύ βαρδιών), χαμηλές θερμοκρασίες κοντά στο μηδέν, αλλά και υψηλές, εβδομήντα και βαθμών (το γνωστό φαινόμενο του θερμοκηπίου-αυτοκινήτου). Μέχρι που ο ήλιος το παραμόρφωσε τόσο, ώστε 14 πλήκτρα του (μεταξύ των οποίων και αυτό του Space που στράβωσε εντυπωσιακά), σταμάτησαν να επανέρχονται στη θέση τους μετά το πάτημά τους. Ταυτόχρονα όλα μαζί.
Και το πληκτρολόγιο, αναγκαστικά αντικαταστάθηκε και πάει...

Το παραπάνω post αφιερωμένο σε όλα τα μάχιμα πληκτρολόγια, που πέφτουν στον αγώνα. Ιδιαίτερα στο μικρό, μαύρο δικό μου.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

The Black and the Furious

Λίγο καιρό μετά την ιστορία της "Ντελφών", μου έτυχαν τα δυο παρακάτω περιστατικά, με διαφορά μιας μέρας μεταξύ τους. Επειδή, όχι μόνο δεν είμαι ρατσιστής, αλλά αντιθέτως, είμαι αντιρατσιστής, αναρωτήθηκα αν πρόκειται για προβοκατόρικη σκευωρία τύπου "black against black".
Στην πρώτη περίπτωση, επιβίβασα έναν κύριο με τυπικό προφίλ "μαύρου" επιχειρηματία. Θερινό κοστούμι, χρυσό ρολόι και δαχτυλίδια, ακριβός χαρτοφύλακας.
-Αεροδρόμιο.
-Βέβαια. (Όλοι οι διάλογοί μας μεταφράζονται από τα Αγγλικά.)
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Το ταξίμετρο γράφει 6,40.
-Πόσο κάνει; με ρωτάει.
-6,40 που έγραψε το ταξίμετρο, συν 2,80 επειδή ήρθαμε αεροδρόμιο, 9,20 σύνολο, απαντάω αναλυτικά, όπως το συνηθίζω.
-Τι; ρωτάει με έκπληξη στο πρόσωπό του.
-Εννέα ευρώ και είκοσι λεπτά, ξαναλέω. Το ταξίμετρο έγραψε...(επαναλαμβάνω και την ανάλυση της τιμής).
Με κοιτάζει και χαμογελάει τύπου "δεν είμαι κορόιδο".
-Όχι, όχι φίλε μου. Είναι πάρα πολλά, μου λέει.
-Είναι τι; Δεν πιστεύω ότι άκουσα σωστά.
-Πάρα πολλά. Θα σου δώσω εφτά ευρώ.
Τα νεύρα μου.
-Ναι, κοιτάξτε. Το ποσό που σας λέω δεν το βγάζω από το μυαλό μου. Το ταξίμετρο εδώ μπροστά σας γράφει 6,40 και κοιτάξτε κι εδώ (του δείχνω το "τιμολόγιο" που γράφει "From and to the Airport, 2,80). Σύνολο, 9,20.
Με κοιτάζει με αμφιβολία, και βγάζει ένα δεκάρικο.
-Εντάξει, κράτα οκτώ, μου λέει.
-Κοιτάξτε, εγώ δεν έχω πρόβλημα, του λέω. Τα χρήματα που σας ζητάω είναι τα νόμιμα, και εκεί πίσω έχει αστυνομία (υπάρχει όντως περιπολικό εκείνη την ώρα στη "ράμπα" του αεροδρομίου). Πολύ ευχαρίστως να πάμε να ρωτήσετε αν αμφιβάλετε.
-Εντάξει, εντάξει, μου λέει συνεχίζοντας να χαμογελάει. Παίρνω το δεκάρικο, του δίνω τα ρέστα του, τα παίρνει και φεύγει. Αν ήταν "από το U.S.A.", ξέχασε να αφήσει το υποχρεωτικό στα μέρη του, φιλοδώρημα :)

Την επόμενη μέρα, έτερος μαύρος, νεαρός αυτή τη φορά, επιβιβάζεται από την Καμάρα στην Εγνατία.
-Ολυμπιάδος δέκα, μου λέει. Τα Ελληνικά του είναι σπαστά, αλλά κατανοητά.
Καθ' οδόν με ζαλίζει στις ερωτήσεις. Οδηγάω καιρό ταξί; δικό μου είναι; βγάζω πολλά λεφτά; αυτός μπορεί να οδηγήσει; τι χαρτιά χρειάζεται; μπορεί και να το αγοράσει; κλπ κλπ.
Ταυτόχρονα, σε κάθε στροφή που παίρνω, με ρωτάει:
-Αυτή είναι η Ολυμπιάδος;
(Για όσους δεν ξέρουν, η Ολυμπιάδος είναι ο πέμπτος παράλληλος πάνω από την Εγνατία από όπου και ξεκινήσαμε, σε απόσταση ελάχιστης μίσθωσης.)
Με τα πολλά μπαίνουμε στην Ολυμπιάδος.
-Αυτή είναι η Ολυμπιάδος, του λέω.
-Το νούμερο δέκα θέλουμε, λέει και αρχίζει να ψάχνει τις οικοδομές. Τριαντα εφτά, τριάντα τρία...
-Απέναντι είναι τα ζυγά, τον διακόπτω.
-Ααα, ναι; Ναι.
-Και εκεί είναι το δέκα, του δείχνω την οικοδομή, καθώς έχουμε πλέον φτάσει.
Κοιτάζει με αμφιβολία.
-Είναι το δέκα;
-Πάνω από την είσοδο, με μικρά ασημένια γράμματα το γράφει. Το βλέπετε;
Κοιτάζει, ξανακοιτάζει, και εγώ αναρωτιέμαι, αν δεν είχε αριθμό η οικοδομή, τι θα έπρεπε να κάνω (πάλι) για να πείσω τον πελάτη ότι είμαστε εκεί που ζήτησε. Τελικά, βλέπει το νούμερο και το πρόσωπό του φωτίζεται.
-Πόσο θέλεις;
-Ελάχιστη μίσθωση κάναμε, δύο ογδόντα δηλαδή.
-Πόσα;
-Δύο ευρώ και ογδόντα λεπτά.
-Από εκεί μέχρι εδώ; Πολλά είναι.
Τα νεύρα μου.
-Κοίτα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορείς να πληρώσεις σε ταξί. Και πέντε μέτρα να κάναμε, τόσο θα ήταν.
Με κοιτάζει με δυσπιστία. Η υπομονή μου με εγκαταλείπει.
-Δες μόνος σου, να μη νομίζεις ότι τα βγάζω από το μυαλό μου, του λέω, και τραβάω το τιμολόγιο από εκεί που βρίσκεται αναρτημένο (στο ταμπλώ, μπροστά στα μάτια του), για να του δείξω.
Τρομάζει κάπως.
-Εντάξει, εντάξει, σε πιστεύω.
-Αν με πίστευες δεν θα έκανες κουβέντα ότι είναι πολλά.
-Αστεία το είπα, προσπαθεί να τα μπαλώσει.
-Ούτε αστεία το είπες, ούτε αστείο είναι.
-Εντάξει, εντάξει, ξαναλέει αυτός. Τα έχει χαμένα. Πληρώνει, παίρνει τα ρέστα και φεύγει.

Καταλαβαίνω την καχυποψία. Καλό είναι να κινείται κανείς υποψιασμένος, και να μην είναι εύκολο θύμα. Όταν όμως, και τους κανόνες δεν ξέρεις, και καχύποπτος με αυτό τον τρόπο είσαι, να περιμένεις οτιδήποτε. Επειδή το να σε θεωρούν άδικα κλέφτη, μπορεί να είναι πιο ενοχλητικό από το να σε κλέβουν.

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

Ο Παπαγάλος

Αυτή την ιστορία την λέω τόσο καιρό "ζωντανά", (έξι χρόνια+ που οδηγάω ταξί δηλαδή), που μάλλον ξέχασα να τη βάλω στο blog. Ιδού λοιπόν :)

Θα πρέπει να εξηγήσω πρώτα δυο τεχνικά θέματα που αφορούν στο ραδιοταξί. Κατ' αρχήν, την "πεντατονία", το "κελάηδισμα" δηλαδή που ακούγεται αφού μιλήσει κάποιος στο CB του ραδιοταξί, αφήνοντας το κουμπί του μικροφώνου. Αυτός ο πεντάτονος ήχος, "λέει" στο CB του κέντρου του ραδιοταξί, αλλά και σε όσα CB έχουν τη τεχνική δυνατότητα, ποιο ήταν το χαρακτηριστικό (ο αριθμός που βλέπετε επάνω στην "κουκούλα" του ταξί (στην Αθήνα νομίζω την λένε "καπέλο" :))) αυτού που μίλησε τελευταίος στο "κανάλι". Έχει όμως και μια ακόμη, βασικότερη ίσως χρησιμότητα. Αν πατήσεις και αφήσεις το κουμπί του μικροφώνου σε κάποιο άλλο κανάλι (συχνότητα) που υπάρχει γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ο υπολογιστής του κέντρου "βλέπει" ποιος είσαι, και αναμεταδίδει από ηχογράφηση την τελευταία κλήση που πήρες από το κέντρο. Αν δηλαδή δεν θυμάσαι οδό, αριθμό ή άλλες πληροφορίες που έδωσε η εκφωνήτρια, πας στο κατάλληλο κανάλι, πατάς το μικρόφωνο, και ακούς την εκφωνήτρια να επαναλαμβάνει την κλήση σου όσες φορές θέλεις. Το σύστημα ονομάζεται "παπαγάλος", επειδή παπαγαλίζει την τελευταία κλήση.
Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός μέχρι εδώ, ώστε να καταλάβετε παρακάτω.

Αν όχι, ξαναδιαβάστε την προηγούμενη παράγραφο…

Εντάξει λοιπόν…:)

Στην αρχή της σταδιοδρομίας μου ως ταξιτζής, και αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη και τη χρησιμότητα του παπαγάλου, καθώς μου είχαν πει και είχα ρωτήσει διάφορα, αλλά όχι αυτό, παίρνω μια από τις πρώτες μου κλήσεις.
-"Στροφή Επανομής, στη ...." λέει η εκφωνήτρια. Βάζω τελίτσες γιατί δεν έχω ακούσει καλά τι είπε. Δεν τολμάω και να ρωτήσω όμως. Θα το βρω! Χα…
Πηγαίνω στη στροφή Επανομής και περιμένω να βρω πελάτη. Δεν βλέπω κανέναν. Το σκέπτομαι λίγο και τελικά καλώ το κέντρο.
-Δεν βλέπω κανέναν εδώ. Μου είπατε και κάτι άλλο εκτός από στροφή Επανομής;
-Ο παπαγάλος σας τι λέει; ρωτάει η εκφωνήτρια, καταλαβαίνοντας ότι είμαι καινούριος.
-Ο ποιος; Δεν σας κατάλαβα κέντρο. [Είπε παπαγάλος ή το φαντάστηκα;]
-Κατεβείτε στο κανάλι δύο με κάποιον ελεγκτή να σας εξηγήσει.
Κατεβαίνω όντως στο κανάλι δύο και ζητάω βοήθεια. Ο συνάδελφος που εμφανίζεται με ρωτάει τι ψάχνω. Του εξηγώ την κατάσταση.
-Ο παπαγάλος σου τι λέει; Δεν έχεις παπαγάλο;
Το ξέρω ότι θα φανεί ανόητο, αλλά εντελώς αυθόρμητα γυρίζω και κοιτάζω μέσα στο αυτοκίνητο, ψάχνοντας να δω ίσως, να κρέμεται ανάμεσα στις πίσω θέσεις, κανένα πτηνό, που δεν το είχα προσέξει μέχρι τότε. Ή μήπως είναι κανένα εξάρτημα στο ταμπλώ, για το οποίο δεν μου είπε τίποτε ο συνεργάτης μου;
-Συγνώμη αλλά είμαι καινούριος. Αν έχω παπαγάλο, που βρίσκεται;
-Συνάδελφε, θα πας στο κανάλι 4 και θα πατήσεις μια φορά το press (το κουμπί του μικροφώνου), και θα το αφήσεις. Θα ακούσεις ηχογραφημένη την κλήση σου. Γι’ αυτό το λέμε παπαγάλο, μου εξηγεί ο συνάδελφος υπομονετικά.
Έτσι λύθηκε το μυστήριο. Κι εγώ γνωρίστηκα με το φλύαρο ηλεκτρονικό πετούμενό μας. Πολύ χρήσιμο, και πολύ μας λείπει όταν είμαστε σε σημείο που δεν μας "ακούει" για να μας απαντήσει. :)



((Παρενθετική ιστορία Ένα: Στο κουμπί του μικρόφωνου των CB συνηθως γράφει "press", υπονοώντας "πατήστε για να μιλήσετε". Οι παλαιότεροι ειδικά ταξιτζήδες που δεν ήξεραν Αγγλικά, θεώρησαν ότι έτσι ονομάζεται το μικρόφωνο του CB. Οπότε δεν είναι σπάνιο να τους ακούσεις να λένε "έχε από κοντά το press μήπως γίνει καμία κλήση" ή "μου χάλασε το καλώδιο του press", ή "δεν τον άφηνε ο επιβάτης να μιλήσει στο press". Οποιαδήποτε προσπάθεια να λύσεις την παρεξήγηση ετών δεν έχει νόημα)).

((Παρενθετική ιστορία Δύο: Το κέντρο καλεί κάποια στιγμή έναν "παππού" συνάδελφο γνωστό και από άλλες γκάφες.
-Κατεβείτε στον παπαγάλο έχετε μήνυμα, του λέει.
(Αυτό συνηθιζόταν πολύ παλαιότερα, ειδικά με αυτούς που δεν είχαν κινητό. Όποιος τους έψαχνε, τηλεφωνούσε στο κέντρο του ραδιοταξί και η εκφωνήτρια τους άφηνε μήνυμα αντί για κλήση, στον παπαγάλο).
Ο συνάδελφος λοιπόν κατεβαίνει στον παπαγάλο να ακούσει το μήνυμα.
Εγώ, στο μεταξύ κατευθύνομαι σε κλήση ήδη, και "κατεβαίνω" στον παπαγάλο για να ακούσω τον αριθμό της οδού, οπότε βρίσκομαι να παρακολουθώ τα δρώμενα.
Ο παππούς πατάει το "press" του, και ακούγεται η ηχογράφηση.
- " Πήραν τηλέφωνο από το σπίτι σας, ζήτησαν να επικοινωνήσετε. "
Οπότε ο συνάδελφος, στο κανάλι του παπαγάλου πάντα, ξαναπαίρνει το μικρόφωνο και λέει:
-Κέντρο πες τους, θα πάω σε λίγο από το σπίτι.
Αφήνει το "press", και φυσικά, ο παπαγάλος ξαναπαίζει το ίδιο ηχογραφημένο μήνυμα.
Οπότε ο τύπος ξαναπαίρνει μικρόφωνο και λέει:
-Εντάξει, εντάξει!
Αφήνει το "press", ακούγεται τρίτη φορά η πεντατονία, και ο παπαγάλος αξιόπιστα, τα λέει τρίτη φορά.
Κάπου εδώ ο συνάδελφος εγκαταλείπει ευτυχώς, και αφήνει τη συχνότητα ελεύθερη να ακούσω κι εγώ την κλήση μου επιτέλους. Όχι ότι δεν το διασκέδασα...
(Φυσικά εκτός από εμένα κατά λάθος, δεν τον ακούει κανένας άλλος. Πολύ περισσότερο η εκφωνήτρια, που δεν ακούει ποτέ σ' εκείνη τη συχνότητα). Σαν να προσπαθείς να συζητήσεις με το κασετόφωνό σου, ενώ κάνεις συνεχώς rewind δηλαδή...))

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Supers Scooters....



Ως...χρόνιος οδηγός μηχανής, ήθελα από καιρό να γράψω σχετικά με τα Super Scooters που έχουν κατακλύσει το σύμπαν. Βασικά, όχι τόσο για τα ίδια τα Scooter, όσο για έναν τύπο οδηγού τους που επίσης έχει κατακλύσει το σύμπαν. Την τελειωτική αφορμή μου την έδωσε οδηγός Scooter 500 κυβικών, χωρίς κράνος, με κλασικό Ray-ban, πόλο Lacoste μπλουζάκι, "κυριλέ" βερμούδα και δερμάτινη σαγιονάρα. Από το 80% των οδηγών τέτοιων μηχανών, αυτό το ντύσιμο (με μικρές παραλλαγές όπως T-shirt φίρμας, λουλουδάτο πουκάμισο, δερμάτινο μοκασίνι-μυκητοφωλιά χωρίς κάλτσες)θεωρείται απαραίτητο. Ο εν λόγω κύριος, αποφασίζοντας ότι οι νόμοι δεν ισχύουν για την περίπτωσή του, βγήκε από την Αριστοτέλους στην Εγνατία με κόκκινο. Όταν με είδε να έρχομαι, πενήντα μέτρα πριν τη σύγκρουση, (δεν ξέρω πώς δεν με είχε δει τόση ώρα που ερχόμουν, ίσιος είναι ο δρόμος), άνοιξε τέρμα το γκάζι "πλαγιάζοντας" δεξιά για να προλάβει να φύγει. Φυσικά η μηχανή "πέταξε κώλο" γυρνώντας τον 180 μοίρες, να κοιτάζει από εκεί που ήρθε. Από θαύμα δεν έπεσε, από θαύμα δεν τον χτύπησα (δεν είχα όχημα δίπλα και άλλαξα λωρίδα, το ABS κροτάλισε παρά το «επιδέξιο» φρενάρισμα, γιατί άλλαζα λωρίδα και διάβαζε την διαφορετική πρόσφυση κλπ κλπ, και τελικά σταμάτησα δίπλα του). Από την έκφρασή του καταλάβαινες ότι δεν περίμενε ποτέ ότι η super duper μηχανή του θα συμπεριφερόταν έτσι. Μάλιστα αγαπητέ, το gamato κυριλέ όχημά σου μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο όταν κάνεις βλακείες.

Τους τελευταίους μήνες λοιπόν, οι δρόμοι έχουν γεμίσει με τέτοια αυτόματα "μεγάλα" Scooter, με παντοδύναμους κινητήρες 250, 400, 500 κυβικών. Για όσους δεν ξέρουν, "αυτόματο" σημαίνει την απουσία συμπλέκτη και ταχυτήτων. Ανοίγεις το γκάζι, και το αυτόματο κιβώτιο αναλαμβάνει να μεταδώσει την κίνηση στην πίσω ρόδα, με όποιον τρόπο νομίζει. Και όταν ανοίξεις τέρμα το γκάζι, αυτό σημαίνει, ΤΕΡΜΑ ΤΟ ΓΚΑΖΙ!!! Η μηχανή επιταχύνει απίστευτα γρήγορα μεταφέροντας όλους τους ίππους της στην πίσω ρόδα. Και είναι πολλά τα κυβικά Άρη.
Δεν έχω τίποτε εναντίον των scooter ή των κατασκευαστών τους, αν και η οδήγησή τους απαιτεί μια διαφορετική εξοικείωση με τον τρόπο λειτουργίας του καθενός, σε σχέση με τις "κανονικές" μοτοσικλέτες. Γενικά θα έλεγα ότι ένα τέτοιο «μηχανάκι» 400-500 κυβικών, δεν είναι για καινούριους οδηγούς. Ή εν πάσει περιπτώσει, θέλει παιδεία και σωστή ενημέρωση. Όπως και να το κάνουμε, είναι πολλά και τα κυβικά, αλλά και τα κιλά του super duper διαστημικού λεωφορείου, ή street racer και καλά, ή easy rider, ανάλογα με το προφίλ της μηχανής.
Είμαι υπέρ κάθε δίτροχης αυτοκίνησης, αρκεί να γίνεται με ασφάλεια. Δυστυχώς, οι πάντα επιδέξιοι Ελληνάρες οδηγοί (όχι όλοι προφανώς) καταφέρνουν να μετατρέπουν το βολικό σε...διαβολικό. Και εξηγούμαι:

Για τους περισσότερους περήφανους κατόχους μεγάλου scooter, είναι εμφανώς η πρώτη τους μοτοσικλέτα. Αφού πήραν (αν πήραν) το δίπλωμά τους με τα χίλια ζόρια, καβαλούν μερικές εκατοντάδες κυβικά χωρίς καμιά προηγούμενη πείρα, και με πλήρη άγνοια κινδύνου. Ο πωλητής (ή ο φίλος που έχει ίδιο) τους έχει πείσει ότι βρίσκονται πάνω στο ασφαλέστερο δίκυκλο του κόσμου. Σ' αυτό συνηγορεί και η αίσθηση που σου δίνουν αυτά τα Scooter ότι βρίσκεσαι προστατευμένος μέσα, και όχι επάνω σε μηχανή. Έτσι νοιώθοντας άτρωτοι από τους εξωτερικούς παράγοντες, κάτι σαν να οδηγούν αυτοκίνητο, δεν φορούν κράνος, ενώ δεν είναι σπάνιο να τους δεις με σαγιονάρες (κατά προτίμηση "μονοδάχτυλες") ή όπως είπα παραπάνω, με σανδάλια. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση μικρογλυστρήματος κάποιου τροχού, το "διορθωτικό" πάτημα του ποδιού στην άσφαλτο (που γίνεται αστραπιαία και αντανακλαστικά σ' αυτές τις περιπτώσεις) θα τους κοστίσει, το λιγότερο, εκδορές και έγκαυμα στο πόδι. ΑΝ καταφέρουν και ΑΝ φτάνουν να βγάλουν το πόδι έξω από την "ποδιά" του Scooter.

Έχοντας κάποιοι την εντύπωση ότι οδηγούν Harley στις ατελείωτες αμερικάνικες ευθείες, βάζουν τα πόδια μπροστά ψηλά, σχεδόν στο ίδιο ύψος με τα γόνατά τους, στα "foot rest" ταξιδίου που υπάρχουν εκεί. Αυτό μετακινεί το κέντρο βάρους πίσω και ψηλά, καθώς το σώμα έρχεται σε κάπως ξαπλωτή στάση. Έτσι ο οδηγός βρίσκεται να κρατάει το τιμόνι με τεντωμένα χέρια. Η συνολική στάση και θέση, είναι εντελώς λάθος για τον σωστό έλεγχο της μηχανής. Σε συνδυασμό με την υψωμένη θέση του οδηγού, την υπερυψωμένη του συνεπιβάτη, και την υπέρ-υπερυψωμένη μπαγκαζιέρα, το τελικό κέντρο βάρους ανεβαίνει κάπου στα 4/5 του ύψους της μοτοσικλέτας, κατεβάζοντας την ευστάθειά της κάπου στο μηδέν. Με αυτές τις προδιαγραφές και τους νόμους της φυσικής εναντίον τους, συγκεκριμένοι κάποιοι ελίσσονται με στυλάκι οδηγού μηχανής πίστας, κάνουν ανόητες σφήνες (καθώς σε περίπτωση κλεισίματος/φρεναρίσματος έχουν φύγει "φέτα" ή κουτρουβαλώντας στην άσφαλτο), παίρνουν κλειστές στροφές γέρνοντας επικίνδυνα, μιλάνε στο κινητό κρατώντας το στο αριστερό χέρι (έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να πατήσουν το πίσω φρένο που βρίσκεται στη μανέτα του αριστερού χεριού), και γενικά βρίσκονται σε μια αφελή νιρβάνα ασφάλειας.

Οι ρόδες των περισσοτέρων Super Scooter είναι μικροσκοπικές σε σχέση με το μέγεθος, το εκτόπισμα και κυβικά τους, και σίγουρα ακατάλληλες για τους κακοτράχαλους ελληνικούς δρόμους, ακόμη και στη φυσιολογική οδήγηση. Οι πιο ξεψαρωμένοι όμως, δεν θα χάσουν ευκαιρία να κάνουν "μπάντες" με τα λιωμένα λάστιχά τους, βάζοντας τους αγγέλους να χτυπάνε υπερωρίες και τις καρδιές των γύρω οδηγών να χτυπάνε τριακόσιους παλμούς το λεπτό. Προσφάτως είδα οδηγό τρίτροχου (οι δυο τροχοί μπροστά) Piagio MP3 να με προσπερνάει, περνώντας ξυστά ανάμεσα σ' εμένα και τα παρκαρισμένα ενώ αμέσως παρακάτω άνοιγε ο δρόμος, και να ανοίγει όλο μαγκιά και στυλάκι το γκάζι (σκύβω μπροστά για να φύγει ευκολότερα ο κώλος) κάνοντας "μπάντες". Όταν η μία από τις δύο μπροστινές χτύπησε σε υπερυψωμένο καπάκι υπονόμου, το τιμόνι παραλίγο να του φύγει από τα χέρια, και η καρδιά μου από τη θέση της, καθώς όλα αυτά συνέβαιναν ξαφνικά μπροστά στις ρόδες μου, με 60-70 χιλιόμετρα. Μάλλον ο τύπος επηρεάστηκε από το σχετικό site της Piagio, όπου εξυμνείται ο σχεδιασμός και τα κρατήματά του, και περιέχονται video's γρήγορης οδήγησης του. Όπου, όμως, οι δρόμοι είναι όντως ευρωπαϊκοί και οι οδηγοί κασκαντέρ σε ελεγχόμενες συνθήκες, ή "επαγγελματίες" ερασιτέχνες, με πλήρη στολή, γάντια και κράνος.


Σε κάποια μοντέλα οι καθρέφτες προεξέχουν χαμηλά κάτω από το τιμόνι δεξιά και αριστερά. Σχεδιαστικά είναι ωραίοι, αλλά πρακτικά εμποδίζουν το πέρασμα ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Οπότε οι οδηγοί τους απλώς τους κλείνουν (διπλώνουν όπως οι καθρέφτες των αυτοκινήτων) και κινούνται χωρίς να βλέπουν ποτέ πίσω τους. Το ίδιο κατηργημένα είναι και τα φλας τους εξάλλου όταν αλλάζουν λωρίδες. Στο κάτω κάτω, τίποτε δεν κινείται πιο γρήγορα από αυτούς, οπότε τι να ελέγξουν πίσω, και γιατί να βγάλουν φλάς;

Αν σκέφτεστε να αγοράσετε κάποιο τέτοιο μεγάλο Scooter, ζητήστε τη γνώμη κάποιου έμπειρου αναβάτη. Δεν ταιριάζει κάθε όχημα στις ανάγκες κάθε οδηγού. Αν έχετε ήδη τέτοιο Scooter, σας παρακαλώ προσοχή. Το μηχανάκι σας είναι ευρωπαϊκό και πολιτισμένο. Ας είναι και η οδήγησή σας. Γιατί οι δρόμοι και οι οδηγοί γύρω σας, δεν είναι.

(Από την άλλη, ούτε και καμιά από τις δύο μηχανές εδώ θα πρότεινα
για πρώτη μηχανή κάποιου. One step at a time. Νομίζω. Για 'μένα ήταν, 50 (ψόφια), 80( καλούτσικα), 250 (άρρωστα κάπως αλλά με θέληση και αντοχή), 350 (ζωντανά) και τέλος 400 (κάπως ατίθασα) κυβικά. Σε διάστημα 21 χρόνων.

Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008

Μάντεψε που πηγαίνω...

Για την παρακάτω ιστορία μάλλον χρειάζονται βασικές γνώσεις του...σχεδίου πόλεως. Οπότε συμβουλευτειτε τον χάρτη όταν χρειάζεται. Τα σχετικά χρώματα και ονόματα, δείχνουν τους δρόμους ή τις περιοχές που αναφέρονται. Με την πράσινη γραμμή σημείωσα την (συντομότερη και λογικότερη) διαδρομή που τελικά ακολουθήσαμε.



Ο ασπρομάλλης κύριος επιβιβάζεται στα ΚΤΕΛ.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα. Τι κάνουμε; Άντε, πάμε μια βόλτα.
-Να πάμε, του λέω.
Ξεκινάω περιμένοντας να μου πει προς τα που θα την πάμε τη βόλτα, αλλά δεν λέει τίποτε.
-Θα μου πείτε που θα πάμε, ή να κάνω βόλτα έτσι γενικά;
-Δεν ξέρεις; μου λέει.
-Δεν ξέρω, του απαντάω.
-Ααα κακώς, θα 'πρεπε.
Έχει όρεξη για αστειάκια.
-Αν μπορούσα να μαντέψω τον προορισμό σας, θα έκλεινα το ταξί και θα γινόμουν μέντιουμ, ανταποδίδω το αστειάκι.
Δεν απαντάει. Μάλλον δεν το 'πιασε.
Κινούμαι μερικά μέτρα ακόμη, αλλά δεν λέει τίποτε.
-Πείτε μου όμως προς τα πού πάμε, για να κατευθυνθώ ανάλογα (Δυτικά, ανατολικά, πρέπει να στρίψω ή όχι).
-Βγες από εδώ ευθεία (δείχνει προς τη Δενδροποτάμου) και θα σου πω.
-Καλώς.
-Θα βγούμε στη Λαγκαδά και θα σου πω μετά.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Ξαφνικά όμως συμπληρώνει.
-Θα βγούμε εκεί στην Ξηροκρήνη (μπλε περιοχή) και θα σου πω.
-Στην Ξηροκρήνη; Κακώς πάμε από εδώ τότε. Στη Μοναστηρίου θα 'πρεπε να μπω.
-Όχι όχι όχι, μου λέει. Καλά πάμε από εδώ. Μια ζωή Σαλονικιός είμαι σου λέω. Ξέρω.
Άντε καλά.
-Με μπερδέψατε, του απαντάω. Ξηροκρήνη δεν είπατε;
-Ε ναι, εκεί από τα μνήματα της Αγίας Παρασκευής (κόκκινη περιοχή) θα πάμε, και θα σου πω μετά.
-Δηλαδή θα πάμε και θα μπούμε στην 28ης Οκτωβρίου αν καταλαβαίνω καλά;
Γυρίζει και με κοιτάζει έντονα.
-Καινούριος είσαι;
-Έξι χρόνια έχω στο ταξί. Γιατί;
-Γιατί βλέπω ότι δεν τα ξέρεις καλά.
Τα νεύρα μου.
-Εγώ δεν τα ξέρω καλά; Μου έχετε πει μέχρι τώρα για οδό Λαγκαδά, Ξηροκρήνη, μνήματα Αγίας Παρασκευής. Πείτε μου σας παρακαλώ, ο τελικός προορισμός μας ποιος είναι; Πού ακριβώς θέλετε να σας πάω;
-Στη Νεάπολη, στο παλιό τέρμα, δεν είπαμε;
[Όχι, δεν είπαμε και κάπου εδώ το ποτήρι ξεχειλίζει]
-Καλά, και γιατί δεν μου λέτε από την αρχή, Νεάπολη στο παλιό τέρμα, ή Νεάπολη, Παπανδρέου με Κύπρου ή κάτι παρόμοιο. Γιατί μου ανακατεύετε Ξηροκρήνη, Αγία Παρασκευή και λοιπά; Τι δουλειά έχουμε εκεί; Από εδώ που είμαστε, θα πάμε μέσω της Ακριτών να συναντήσουμε τη Λαγκαδά στο ύψος του στρατοπέδου Παύλου Μελά, από εκεί θα περάσουμε απέναντι στη Νεάπολη στη Δαβάκη, και μέσω της περιοχής πρώην στρατοπέδου Στρεμπενιώτη θα βγούμε στο παλιό τέρμα που θέλετε. Ούτε Ξηροκρήνη θα δούμε, ούτε Αγία Παρασκευή ούτε τίποτε.
Δεν απάντησε, και δεν ξαναμίλησε σε όλη τη διαδρομή.