Περνάω τη μισή σχεδόν μέρα μπροστά στο car pc, μέσα στο ταξί. Εδώ γράφεται το blog, εδώ οι τυχόν μακροσκελείς απαντήσεις σε post ή σε e-mail, εδώ ετοιμάζονται και διάφορα άλλα πράγματα. Offline. Στη συνέχεια μεταφέρονται στο σπίτι, απ' όπου και ανεβαίνουν στο ίντερνετ. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο για να γεμίζει ο νεκρός-αδρανής χρόνος στο ταξί με κάτι δημιουργικό. Αυτή η δουλειά περιορίζει πολύ τον προσωπικό χρόνο. (Ανακατεύει επίσης τους βιορυθμούς καθώς τη μια εβδομάδα ξυπνάω την ώρα που την επόμενη πάω για ύπνο.)
Κατ' επιλογήν, περνάω σχετικά λίγο από τον ελεύθερο χρόνο μου μπροστά στο PC στο σπίτι, και αυτόν για συγκεκριμένες "εργασίες". Βέβαια τσεκάρω τα mail μου αρκετές φορές περνώντας μπροστά από το PC όσο είμαι σπίτι, (Tο Thunderbird είναι ανοιχτό 24/7), παρακολουθώ τις καθημερινές εξελίξεις σε 4-5 sites, κάνω κάποιες συγκεκριμένες "δουλειές", αλλά κάπου εδώ τελειώνει το συστηματικό του πράγματος. Το Google Reader ανοίγει κατά μέσο όρο μια φορά την εβδομάδα, και δεν προλαβαίνω (κυριολεκτικά) να διαβάσω όλα τα post στα blog που με ενδιαφέρουν. Ούτε και να γράψω τα σχόλια που θέλω (καθώς πρέπει να διαβάσω και όλα τα σχόλια των προηγούμενων, μην επαναλαμβανόμαστε). Ούτε και να παρακολουθήσω ενδελεχώς τα forum στα οποία συμμετέχω. Ούτε και διάφορα άλλα ενδιαφέροντα πράγματα. (Για να σας προλάβω, η ιδέα αναζήτησης WiFi HotSpots στην πόλη για πιο συχνή "διαδραστικότητα" με τα δρώμενα του ίντερνετ, έχει περάσει αρκετές φορές από το μυαλό μου.)
Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Κατ' αρχήν θέλω να εξηγήσω σε αυτούς που υποψιάζονται ή ξέρουν πως τους διαβάζω, ότι (και γιατί) δεν...τους γράφω. Απλώς δεν σας προλαβαίνω παίδες, συγνώμη. Και με την ευκαιρία, να επισημάνω και να υπενθυμίσω (κοινωνικό μήνυμα) ότι η πραγματική ζωή προηγείται της διαδικτυακής "εικονικής". Αν κοπεί το ρεύμα, τα ηλεκτρόνια θα χαθούν, οι άνθρωποι όμως όχι.
Υ.Γ.1 Μπορεί να θεωρώ τις ιντερνετικές κοινότητες εικονικές, θεωρώ όμως εντελώς πραγματικούς τους ανθρώπους που τις απαρτίζουν. Ασχέτως αν σε πολλές περιπτώσεις, οι "εικονικές" προσωπικότητες και σχέσεις πίσω από τα nicknames, διαφέρουν πολύ από τις εκ του σύνεγγυς "πραγματικές".
Υ.Γ.2 Βρισκόμουν στην πιάτσα Πανοράματος όταν άνοιξα το WordPad για να γράψω τα παραπάνω. Πριν προλάβω να πληκτρολογήσω οτιδήποτε, επιβιβάστηκε μια κοπελιά με την οποία κατεβήκαμε στο κέντρο, όπου παραλάβαμε και μια φίλη της για να συνεχίσουμε παρακάτω. Φτάνοντας και πριν αποβιβαστούν, η δεύτερη κοπελιά μου λέει ξαφνικά:
-Να σας ρωτήσω κάτι; Μήπως είστε ο Acro;
Αν κατάλαβα καλά με πρόδωσε το πληκτρολόγιο πάνω στο ταμπλώ. Ομολόγησα πως ναι, εγώ είμαι, και είπαμε δυο κουβέντες. "Κάτι είχες γράψει στον 'σκύλο', και από τότε σε διαβάζω", μου είπε. Δεν έχει ξανασυμβεί να γνωρίσω μέσα στο ταξί κάποιον που με διαβάζει εδώ. (Αν και ο sourotiris έχει επιβιβαστεί και μιλήσει με τον συνεργάτη μου στο παρελθόν). Ομολογώ πως συγκινήθηκα ελαφρώς και χάρηκα πολύ. Οι πραγματικοί άνθρωποι πίσω από τα πληκτρολόγια και τις οθόνες.
Πράγματα που συμβαίνουν κατά την οδήγηση ΤΑΞΙ στην Θεσσαλονίκη...κυρίως. Τα περισσότερα γράφονται μέσα στο ΤΑΞΙ, στο Car PC όπου τρέχει το γνωστό taxi navigator... και ανεβαίνουν αργότερα σε αυτό το blog από το σπίτι...(όχι, δεν έχω internet στο ΤΑΞΙ, ακόμα)
Σάββατο 25 Απριλίου 2009
Τετάρτη 15 Απριλίου 2009
Το έπος του 40
Το παρακάτω περιστατικό δεν είναι ευχάριστο, ούτε διασκεδαστικό. Αν δεν έχετε διάθεση για "μαύρες" ιστορίες διαβάστε καλύτερα αυτήν εδώ που έχει πλάκα.
Βράδυ, γύρω στις δέκα, ανηφορίζω στη Νεάπολη. Στην άκρη του δρόμου, ένας γέροντας με πατερίτσες μου κάνει σινιάλο. Σταματάω δίπλα του, κι αυτός ανοίγει την πόρτα, και με γρήγορες κινήσεις που φανερώνουν πείρα πολλών ετών, βάζει τις πατερίτσες μέσα, κρατιέται από το κάθισμα και το ταμπλώ, και με μια ακροβατική κίνηση κάθεται.
Τότε συνειδητοποιώ ότι του λείπει το δεξί του πόδι από τον μηρό και κάτω.
-Καλησπέρα παλικάρι, μου λέει.
-Πολύ καλησπέρα σας, του απαντάω.
-Εδώ πιο πάνω πάω, δεν πάω μακριά, αλλά δυσκολεύομαι να περπατήσω, μου λέει απολογητικά.
-Εγώ πάντως θαύμασα την ευκινησία σας και μπράβο, του απαντάω. Μια χαρά κρατιέστε.
-Ξέρεις πόσο χρονών είμαι; καμαρώνει. Ογδόντα έξι.
-Δεν σας φαίνεται. Κοντά στα εβδομήντα θα έλεγα ότι είστε.
Χαμογελάει.
-Παιδί μου, τι εβδομήντα; Στον πόλεμο με τους Ιταλούς, στην Αλβανία το έχασα το πόδι μου.
Το βλέμμα του θολώνει καθώς βυθίζεται σε δυσάρεστες αναμνήσεις.
Δεν ξέρω τι να πω. Η σιωπή βαραίνει δυσάρεστα όμως, οπότε τελικά λέω αυτό που σκέφτομαι:
-Αν δεν ήσαστε εσείς να πολεμήσατε για να είναι σήμερα τα παιδιά σας, όλοι μας, ελεύθεροι, Γερμανικά θα μιλούσαμε.
Χαμογελάει πικρά.
-Τα παιδιά μου... Να σου πω παλικάρι μου. Ένα γιο έχω, και με έχει διώξει από το ίδιο μου το σπίτι.
Παγώνω.
-Σοβαρά μιλάτε;
-Πολύ σοβαρά. Τρία χρόνια αφού παντρεύτηκε, έρχεται και μου λέει: "Γέρο, άντε άσε το σπίτι να έρθουμε εμείς που είμαστε τρεις, κι εσύ κάπου θα βολευτείς". Τι να κάνω; Έφυγα, και τώρα μένω σ' ένα χαμόσπιτο. Εκατόν πενήντα ευρώ ενοίκιο για μια τρύπα. Καταλαβαίνεις.
Δεν θέλω να ρίξω λάδι στη φωτιά, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω την ερώτηση.
-Ο γιος σας δεν σας βοηθάει καθόλου;
-Ο γιος μου... Ούτε το εγγόνι μου δεν με αφήνει να δω. Έχω να πάω σπίτι τους, δηλαδή σπίτι μου, από τότε που έφυγα. Δυο χρόνια έχει. Και ο εγγονός θα ρωτάει για τον παππού του γιατί μ' αγαπάει το καημενούλικο. Ποιος ξέρει, μπορεί και να του είπε ότι πέθανα.
Δεν ξέρω αν η ιστορία του γέροντα ήταν αληθινή. Σίγουρα αληθινή πάντως είναι η παλιά, γκρεμισμένη από τον καιρό μονοκατοικία έξω από την οποία τον αφήνω, και φεύγω με βαριά καρδιά.
Βράδυ, γύρω στις δέκα, ανηφορίζω στη Νεάπολη. Στην άκρη του δρόμου, ένας γέροντας με πατερίτσες μου κάνει σινιάλο. Σταματάω δίπλα του, κι αυτός ανοίγει την πόρτα, και με γρήγορες κινήσεις που φανερώνουν πείρα πολλών ετών, βάζει τις πατερίτσες μέσα, κρατιέται από το κάθισμα και το ταμπλώ, και με μια ακροβατική κίνηση κάθεται.
Τότε συνειδητοποιώ ότι του λείπει το δεξί του πόδι από τον μηρό και κάτω.
-Καλησπέρα παλικάρι, μου λέει.
-Πολύ καλησπέρα σας, του απαντάω.
-Εδώ πιο πάνω πάω, δεν πάω μακριά, αλλά δυσκολεύομαι να περπατήσω, μου λέει απολογητικά.
-Εγώ πάντως θαύμασα την ευκινησία σας και μπράβο, του απαντάω. Μια χαρά κρατιέστε.
-Ξέρεις πόσο χρονών είμαι; καμαρώνει. Ογδόντα έξι.
-Δεν σας φαίνεται. Κοντά στα εβδομήντα θα έλεγα ότι είστε.
Χαμογελάει.
-Παιδί μου, τι εβδομήντα; Στον πόλεμο με τους Ιταλούς, στην Αλβανία το έχασα το πόδι μου.
Το βλέμμα του θολώνει καθώς βυθίζεται σε δυσάρεστες αναμνήσεις.
Δεν ξέρω τι να πω. Η σιωπή βαραίνει δυσάρεστα όμως, οπότε τελικά λέω αυτό που σκέφτομαι:
-Αν δεν ήσαστε εσείς να πολεμήσατε για να είναι σήμερα τα παιδιά σας, όλοι μας, ελεύθεροι, Γερμανικά θα μιλούσαμε.
Χαμογελάει πικρά.
-Τα παιδιά μου... Να σου πω παλικάρι μου. Ένα γιο έχω, και με έχει διώξει από το ίδιο μου το σπίτι.
Παγώνω.
-Σοβαρά μιλάτε;
-Πολύ σοβαρά. Τρία χρόνια αφού παντρεύτηκε, έρχεται και μου λέει: "Γέρο, άντε άσε το σπίτι να έρθουμε εμείς που είμαστε τρεις, κι εσύ κάπου θα βολευτείς". Τι να κάνω; Έφυγα, και τώρα μένω σ' ένα χαμόσπιτο. Εκατόν πενήντα ευρώ ενοίκιο για μια τρύπα. Καταλαβαίνεις.
Δεν θέλω να ρίξω λάδι στη φωτιά, αλλά δεν μπορώ να αποφύγω την ερώτηση.
-Ο γιος σας δεν σας βοηθάει καθόλου;
-Ο γιος μου... Ούτε το εγγόνι μου δεν με αφήνει να δω. Έχω να πάω σπίτι τους, δηλαδή σπίτι μου, από τότε που έφυγα. Δυο χρόνια έχει. Και ο εγγονός θα ρωτάει για τον παππού του γιατί μ' αγαπάει το καημενούλικο. Ποιος ξέρει, μπορεί και να του είπε ότι πέθανα.
Δεν ξέρω αν η ιστορία του γέροντα ήταν αληθινή. Σίγουρα αληθινή πάντως είναι η παλιά, γκρεμισμένη από τον καιρό μονοκατοικία έξω από την οποία τον αφήνω, και φεύγω με βαριά καρδιά.
Driver Seat (The flip side)
Συζητούσα τις προάλλες αυτό το περιστατικό, που μου θύμισε το παρακάτω προγενέστερο:
Πηγαίνω σε κλήση σε ένα δρομάκι κάπου στην Πολίχνη. Μετά από ένα δυο λεπτά αναμονής, με τις γειτόνισσες να με κοιτάζουν και να σχολιάζουν (η Κίτσα θα φύγει στο χωριό), εμφανίζεται μια κυρία γύρω στα εξήντα. Μου κάνει νόημα να περιμένω, καθώς προσπαθεί να βγάλει από την οικοδομή 2-3 αποσκευές. Βγαίνω από το ταξί για να τη βοηθήσω, αφήνοντας την πόρτα μου ανοιχτή. Καθώς ανοίγω το πορτμπαγκάζ, εκείνη πιάνει ψιλοκουβέντα με τις γειτόνισσες. Πίσω της έρχεται και μια γηραιά κυρία, που την προσπερνάει και σιγά σιγά κατευθύνεται στο ταξί. Παίρνω τις αποσκευές από την είσοδο (δυο δρομολόγια) και τις φορτώνω στο ταξί. Κλείνω το πορτμπαγκάζ, και πάω να μπω στο αυτοκίνητο.
Δύσκολα.
Η γηραιά κυρία, έχοντας βρει την πόρτα μου ανοιχτή, έχει καθίσει στη θέση του οδηγού και με το δεξί χέρι κρατιέται από το τιμόνι καθώς προσπαθεί να βάλει και τα πόδια της μέσα στο αυτοκίνητο. Την πλησιάζω.
-Αφήστε καλύτερα να οδηγήσω εγώ, της λέω. Εκτός αν έχετε ειδική άδεια οδήγησης ταξί.
Οι γειτόνισσες γυρνάνε, βλέπουν την κατάσταση και αρχίζουν τα τσιριχτά γέλια:
-Κυρά Κίτσααα έβγαλες δίπλωμα; Καλέ κοίτα που πήγε και έκατσε. Έπιασε και το τιμόνι να οδηγήσει...
Η κυρά Κίτσα κοιτάζει γύρω της έκπληκτη, καταλαβαίνει και αρχίζει να γελάει. Την βοηθάω να βγει.
-Συγνώμη παλικάρι μου, δεν πρόσεξα.
-Μη στεναχωριέστε.
Στο μεταξύ το δούλεμα και τα γέλια από τις γειτόνισσες συνεχίζονται. Οπότε η κυρά Κίτσα που παρά την ηλικία της τα έχει τετρακόσια τις βάζει στη θέση τους:
-Καλά, όταν γίνετε 82 χρονών σαν κι εμένα να δω τι θα κάνετε.
-Αν φτάσουμε, που δεν το βλέπω, συμπληρώνω αυθόρμητα εγώ.
Δεν το είπα για κακό, αλλά το γέλιο τους κόβεται απότομα.
Πηγαίνω σε κλήση σε ένα δρομάκι κάπου στην Πολίχνη. Μετά από ένα δυο λεπτά αναμονής, με τις γειτόνισσες να με κοιτάζουν και να σχολιάζουν (η Κίτσα θα φύγει στο χωριό), εμφανίζεται μια κυρία γύρω στα εξήντα. Μου κάνει νόημα να περιμένω, καθώς προσπαθεί να βγάλει από την οικοδομή 2-3 αποσκευές. Βγαίνω από το ταξί για να τη βοηθήσω, αφήνοντας την πόρτα μου ανοιχτή. Καθώς ανοίγω το πορτμπαγκάζ, εκείνη πιάνει ψιλοκουβέντα με τις γειτόνισσες. Πίσω της έρχεται και μια γηραιά κυρία, που την προσπερνάει και σιγά σιγά κατευθύνεται στο ταξί. Παίρνω τις αποσκευές από την είσοδο (δυο δρομολόγια) και τις φορτώνω στο ταξί. Κλείνω το πορτμπαγκάζ, και πάω να μπω στο αυτοκίνητο.
Δύσκολα.
Η γηραιά κυρία, έχοντας βρει την πόρτα μου ανοιχτή, έχει καθίσει στη θέση του οδηγού και με το δεξί χέρι κρατιέται από το τιμόνι καθώς προσπαθεί να βάλει και τα πόδια της μέσα στο αυτοκίνητο. Την πλησιάζω.
-Αφήστε καλύτερα να οδηγήσω εγώ, της λέω. Εκτός αν έχετε ειδική άδεια οδήγησης ταξί.
Οι γειτόνισσες γυρνάνε, βλέπουν την κατάσταση και αρχίζουν τα τσιριχτά γέλια:
-Κυρά Κίτσααα έβγαλες δίπλωμα; Καλέ κοίτα που πήγε και έκατσε. Έπιασε και το τιμόνι να οδηγήσει...
Η κυρά Κίτσα κοιτάζει γύρω της έκπληκτη, καταλαβαίνει και αρχίζει να γελάει. Την βοηθάω να βγει.
-Συγνώμη παλικάρι μου, δεν πρόσεξα.
-Μη στεναχωριέστε.
Στο μεταξύ το δούλεμα και τα γέλια από τις γειτόνισσες συνεχίζονται. Οπότε η κυρά Κίτσα που παρά την ηλικία της τα έχει τετρακόσια τις βάζει στη θέση τους:
-Καλά, όταν γίνετε 82 χρονών σαν κι εμένα να δω τι θα κάνετε.
-Αν φτάσουμε, που δεν το βλέπω, συμπληρώνω αυθόρμητα εγώ.
Δεν το είπα για κακό, αλλά το γέλιο τους κόβεται απότομα.
Παρασκευή 10 Απριλίου 2009
Βασιλίσης Όλγας 245
Ένα ζευγάρι κοντά στα 50-55 επιβιβάζεται από τη Νεάπολη.
-Βασιλίσης Όλγας 245 θα μας πας, μου λέει ο άντρας.
-Βεβαίως. Ξέρετε μήπως πού περίπου είναι το νούμερο; ρωτάω.
-Στον μονόδρομο, μου λέει αυτός με τον πομπώδες ύφος του ανθρώπου που δεν ξέρει, αλλά δεν θέλει και να το δείξει.
-Εεε ναι. Όλη η Βασιλίσης Όλγας μονόδρομος είναι, του απαντάω.
-Ναι, ναι, βέβαια, μου λέει. Είναι εκεί, πάνω στη στροφή.
Πολύ διαφωτιστικό.
-Θα κοιτάξω το GPS του λέω.
-Ε όχι, πάμε και θα σου πω, θα το γνωρίσω φτάνοντας.
-Δεν έχω αντίρρηση, αλλά επειδή ο μονόδρομος έρχεται προς το μέρος μας, τι να κάνω; Να πάω μέχρι το τέλος της και να την κατέβουμε όλη;
-Ρώτα καλύτερα, πετιέται η γυναίκα.
Στο μεταξύ εγώ έχω βρει το σημείο στο GPS.

-Εδώ βλέπω ότι το νούμερο είναι διαγώνια απέναντι από τη Νομαρχία, τους λέω.
-Νομαρχία; Όχι δεν είναι εκεί, λέει η γυναίκα.
-Είναι πολύ πιο πάνω, συμφωνεί και ο άντρας.
Ξανακοιτάζω την οθόνη, και αναγνωρίζω το στίγμα.
-Στο σημείο εκείνο αν θυμάμαι καλά, έχει το σέρβις της η Philips, τους λέω.
-Α ναι, εκεί είναι, λέει η γυναίκα. Στην πολυκατοικία πάνω από τη Philips.
Καταπίνω διάφορα σχόλια που μου έρχονται στο μυαλό και ξεκινάω. Δεν είναι η πρώτη φορά που μου λένε ανακρίβειες για τον προορισμό μας.
Η τεχνολογία στην αντιμετώπιση της ξεροκεφαλιάς.
-Βασιλίσης Όλγας 245 θα μας πας, μου λέει ο άντρας.
-Βεβαίως. Ξέρετε μήπως πού περίπου είναι το νούμερο; ρωτάω.
-Στον μονόδρομο, μου λέει αυτός με τον πομπώδες ύφος του ανθρώπου που δεν ξέρει, αλλά δεν θέλει και να το δείξει.
-Εεε ναι. Όλη η Βασιλίσης Όλγας μονόδρομος είναι, του απαντάω.
-Ναι, ναι, βέβαια, μου λέει. Είναι εκεί, πάνω στη στροφή.
Πολύ διαφωτιστικό.
-Θα κοιτάξω το GPS του λέω.
-Ε όχι, πάμε και θα σου πω, θα το γνωρίσω φτάνοντας.
-Δεν έχω αντίρρηση, αλλά επειδή ο μονόδρομος έρχεται προς το μέρος μας, τι να κάνω; Να πάω μέχρι το τέλος της και να την κατέβουμε όλη;
-Ρώτα καλύτερα, πετιέται η γυναίκα.
Στο μεταξύ εγώ έχω βρει το σημείο στο GPS.

-Εδώ βλέπω ότι το νούμερο είναι διαγώνια απέναντι από τη Νομαρχία, τους λέω.
-Νομαρχία; Όχι δεν είναι εκεί, λέει η γυναίκα.
-Είναι πολύ πιο πάνω, συμφωνεί και ο άντρας.
Ξανακοιτάζω την οθόνη, και αναγνωρίζω το στίγμα.
-Στο σημείο εκείνο αν θυμάμαι καλά, έχει το σέρβις της η Philips, τους λέω.
-Α ναι, εκεί είναι, λέει η γυναίκα. Στην πολυκατοικία πάνω από τη Philips.
Καταπίνω διάφορα σχόλια που μου έρχονται στο μυαλό και ξεκινάω. Δεν είναι η πρώτη φορά που μου λένε ανακρίβειες για τον προορισμό μας.
Η τεχνολογία στην αντιμετώπιση της ξεροκεφαλιάς.
Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009
Επιστρέφοντας από τις Σέρρες
(Αυτή η ιστορία είναι η συνέχεια αυτής εδώ.)
Χωρίς την ανησυχία για τους επιβάτες πλέον, ξεκινάω να επιστρέψω από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη, πηγαίνοντας με 90-100 χιλιόμετρα και έχοντας την ακαθόριστη αίσθηση ότι κινούμαι με αντίπαλο τον χρόνο. Ανεβαίνω άνετα τις στροφές μέσα στη βροχή και τον άνεμο, και κάπου στην κορυφή η βροχή σταματάει εντελώς. Ο αέρας συνεχίζει να φυσάει και ο δρόμος στεγνώνει. Λίγο αργότερα αρχίζει να χιονίζει με τις χιονονιφάδες να ενώνονται σε πυκνά "πατσαβούρια". Η ορατότητα μειώνεται. Η θερμοκρασία είναι στο μηδέν. Ο μετωπικός άνεμος κινεί το χιόνι σχεδόν οριζόντια, προκαλώντας την παράξενη ψευδαίσθηση ότι μόνο το χιόνι κινείται, ενώ το αυτοκίνητο είναι μένει εντελώς ακίνητο. Βγάζω το κινητό και κάνω λήψη video. (Καθώς κρατάω το κινητό χωρίς να το κοιτάζω, χάνω από λάθος χειρισμό μεγάλο μέρος της λήψης. Λόγω της χαμηλής ανάλυσης και του ανεπαρκούς φωτισμού, η εικόνα είναι φτωχή, αλλά νομίζω κατανοητή. Η ψευδαίσθηση της "ακινησίας" δεν αποτυπώνεται στο video.)
Κάποια στιγμή μέσα στη θολούρα, αντιλαμβάνομαι ότι ο δρόμος φαίνεται άσπρος. Πατάω ελάχιστα φρένο δοκιμαστικά και το ABS ενεργοποιείται αμέσως κροταλίζοντας, ενώ το αυτοκίνητο συνεχίζει την πορεία του χωρίς να επιβραδύνει καθόλου. Ο δρόμος έχει καλυφθεί από τρία τέσσερα εκατοστά χιόνι και γλιστράει. Αφήνω το γκάζι επιβραδύνοντας σταδιακά και βρίσκομαι να πηγαίνω με 30-40 χιλιόμετρα, στις κατηφόρες προς Θεσσαλονίκη. Δεν είναι η πρώτη φορά που οδηγάω σε χιόνι, και η "θεωρία" της οδήγησης σε τέτοιες συνθήκες μου είναι γνωστή. Απαλές κινήσεις, ελάχιστο γκάζι, ακόμη λιγότερο φρένο. "Σαν να υπάρχει ένα αυγό μεταξύ πεντάλ και ποδιού".
Από το αντίθετο ρεύμα ανεβαίνουν τρία εκχιονιστικά έχοντας πιάσει δουλειά. Στην δική μου κατεύθυνση δεν υπάρχει άλλο όχημα. Κάποια στιγμή με προσπερνάει ένα SUV με Βουλγάρικες πινακίδες. Ο τύπος πρέπει να πηγαίνει με 60, μπορεί και παραπάνω. Δεν ξέρω αν έχει χιονολάστιχα, μεγάλη εμπειρία στο χιόνι, τετρακίνηση ή άγνοια κινδύνου. Σε λιγότερο από ένα λεπτό πάντως, έχει χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. Αποφασίζω να αλλάξω λωρίδα προκειμένου να ακολουθήσω τις "ροδιές" που αφήνει, για καλύτερη πρόσφυση. Στρίβω το τιμόνι ελάχιστα αριστερά επιχειρώντας να βάλω το αυτοκίνητο σε νέα τροχιά, και τρία πράγματα συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο κινητήρας "ρετάρει" διστάζοντας λόγω χαμηλών στροφών (τρίτη ταχύτητα, 40 χιλιόμετρα την ώρα), και οι μπροστινές ρόδες ακινητοποιούνται στιγμιαία. Η μούρη του αυτοκινήτου φεύγει αριστερά προς το διαχωριστικό μεταξύ των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας, το πίσω μέρος γλυστράει δεξιά, ενώ οι μπροστινοί τροχοί χάνουν πρόσφυση και κατευθυντικότητα. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με "διατάζει" να πατήσω φρένο με όλη μου τη δύναμη, αλλά η λογική, η εμπειρία και οι νόμοι της φυσικής λένε το αντίθετο. Έτσι βρίσκομαι να κάνω "ανάποδο τιμόνι" στρίβοντας εντελώς δεξιά και πατώντας ελαφρώς γκάζι, προσπαθώντας να επαναφέρω το αυτοκίνητο στην ευθεία, χωρίς αποτέλεσμα. Τα "ανάγλυφα" των πελμάτων των ελαστικών έχουν προφανώς γεμίσει με φρέσκο χιόνι, και απλώς γλιστράνε και σπινάρουν ακολουθώντας την κλίση του δρόμου και την αδράνεια. Για τα επόμενα πενήντα μέτρα πηγαίνω "με τις πόρτες", με τις ενέργειές μου να με κρατάνε απλώς στην κεντρική λωρίδα του δρόμου. Αποφασίζω να αλλάξω τακτική, και στρίβω αριστερά ισιώνοντας τις ρόδες, μέχρι που κάποια στιγμή βρίσκονται να "κόβουν" το χιόνι με το πλάι τους, αφήνοντας έτσι σχετικά καθαρό δρόμο στα πέλματα. Η ταχύτητα έχει πέσει αρκετά ώστε η ελάχιστη πρόσφυση να υπερνικήσει την αδράνεια, και το αυτοκίνητο ακούει επιτέλους, παίρνοντας όμως κατεύθυνση προς το διαχωριστικό. Στρίβοντας εκ νέου δεξιά και πατώντας ελαφρώς γκάζι, πείθω το αυτοκίνητο να επανέλθει στην ευθεία.
Μόλις ευθυγραμμίζομαι με το δρόμο, ξαναστρίβω λίγο αριστερά πατώντας ελάχιστα νωρίτερα γκάζι αυτή τη φορά, και το αυτοκίνητο υπακούει σπινάροντας ελαφρώς. Μπαίνω στην πεπατημένη του Βούλγαρου, και συνεχίζω ακολουθώντας την πορεία του. Πολύ σύντομα ανακαλύπτω ότι και αυτός προτίμησε να έρθει στα δεξιά του δρόμου, ενώ το χιόνι που πέφτει έχει σχεδόν καλύψει τα ίχνη του.
Από το μυαλό μου περνάει η σκέψη να σταματήσω και να βάλω αλυσίδες, αλλά το αναβάλλω. Υπολογίζω ότι η διαδικασία θα μου πάρει ένα εικοσάλεπτο, και στο διάστημα αυτό με τη χαμηλή ορατότητα θα κινδυνεύω από τυχόν διερχόμενο που πηγαίνει δεξιά. Εξάλλου, αφού η χιονόπτωση μόλις ξεκίνησε με ανεμοθύελλα και το χιόνι δεν έχει πέσει "βαρύ", οπότε δεν υπάρχει βάση χιονιού στο δρόμο για να γαντζώνουν οι αλυσίδες. Πιθανώς δηλαδή, αντί να βελτιωθεί η πρόσφυσή θα μειωθεί, με το μέταλλο των αλυσίδων να γλιστράει πάνω στην χιονισμένη άσφαλτο. Πιστεύω ότι αν συνεχίσω θα προλάβω βρεθώ σε χαμηλότερο υψόμετρο με υψηλότερη θερμοκρασία και χωρίς χιόνι, οπότε συνεχίζω αργά την πορεία μου, μέχρι που για καλή μου τύχη με προσπερνάει ένα τουριστικό λεωφορείο, επίσης Βουλγάρικο. Κάτω από το βάρος του, τα διπλά πίσω λάστιχά ανοίγουν δυο ευπρόσδεκτες σχετικά καθαρές λωρίδες δρόμου, στις οποίες δεν χάνω την ευκαιρία να μπω. Μερικά χιλιόμετρα μετά, η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από το μηδέν και το χιόνι μετατρέπεται σε πυκνή βροχή. Χωρίς άλλα απρόοπτα φτάνω στην Θεσσαλονίκη. Πρώτη φορά η οδήγηση υπό βροχή μου είναι τόσο ευπρόσδεκτη. Μου έχει πάρει τρεισήμισι ώρες για να διανύσω περίπου εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.
Χωρίς την ανησυχία για τους επιβάτες πλέον, ξεκινάω να επιστρέψω από τις Σέρρες στη Θεσσαλονίκη, πηγαίνοντας με 90-100 χιλιόμετρα και έχοντας την ακαθόριστη αίσθηση ότι κινούμαι με αντίπαλο τον χρόνο. Ανεβαίνω άνετα τις στροφές μέσα στη βροχή και τον άνεμο, και κάπου στην κορυφή η βροχή σταματάει εντελώς. Ο αέρας συνεχίζει να φυσάει και ο δρόμος στεγνώνει. Λίγο αργότερα αρχίζει να χιονίζει με τις χιονονιφάδες να ενώνονται σε πυκνά "πατσαβούρια". Η ορατότητα μειώνεται. Η θερμοκρασία είναι στο μηδέν. Ο μετωπικός άνεμος κινεί το χιόνι σχεδόν οριζόντια, προκαλώντας την παράξενη ψευδαίσθηση ότι μόνο το χιόνι κινείται, ενώ το αυτοκίνητο είναι μένει εντελώς ακίνητο. Βγάζω το κινητό και κάνω λήψη video. (Καθώς κρατάω το κινητό χωρίς να το κοιτάζω, χάνω από λάθος χειρισμό μεγάλο μέρος της λήψης. Λόγω της χαμηλής ανάλυσης και του ανεπαρκούς φωτισμού, η εικόνα είναι φτωχή, αλλά νομίζω κατανοητή. Η ψευδαίσθηση της "ακινησίας" δεν αποτυπώνεται στο video.)
Κάποια στιγμή μέσα στη θολούρα, αντιλαμβάνομαι ότι ο δρόμος φαίνεται άσπρος. Πατάω ελάχιστα φρένο δοκιμαστικά και το ABS ενεργοποιείται αμέσως κροταλίζοντας, ενώ το αυτοκίνητο συνεχίζει την πορεία του χωρίς να επιβραδύνει καθόλου. Ο δρόμος έχει καλυφθεί από τρία τέσσερα εκατοστά χιόνι και γλιστράει. Αφήνω το γκάζι επιβραδύνοντας σταδιακά και βρίσκομαι να πηγαίνω με 30-40 χιλιόμετρα, στις κατηφόρες προς Θεσσαλονίκη. Δεν είναι η πρώτη φορά που οδηγάω σε χιόνι, και η "θεωρία" της οδήγησης σε τέτοιες συνθήκες μου είναι γνωστή. Απαλές κινήσεις, ελάχιστο γκάζι, ακόμη λιγότερο φρένο. "Σαν να υπάρχει ένα αυγό μεταξύ πεντάλ και ποδιού".
Από το αντίθετο ρεύμα ανεβαίνουν τρία εκχιονιστικά έχοντας πιάσει δουλειά. Στην δική μου κατεύθυνση δεν υπάρχει άλλο όχημα. Κάποια στιγμή με προσπερνάει ένα SUV με Βουλγάρικες πινακίδες. Ο τύπος πρέπει να πηγαίνει με 60, μπορεί και παραπάνω. Δεν ξέρω αν έχει χιονολάστιχα, μεγάλη εμπειρία στο χιόνι, τετρακίνηση ή άγνοια κινδύνου. Σε λιγότερο από ένα λεπτό πάντως, έχει χαθεί από το οπτικό μου πεδίο. Αποφασίζω να αλλάξω λωρίδα προκειμένου να ακολουθήσω τις "ροδιές" που αφήνει, για καλύτερη πρόσφυση. Στρίβω το τιμόνι ελάχιστα αριστερά επιχειρώντας να βάλω το αυτοκίνητο σε νέα τροχιά, και τρία πράγματα συμβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα. Ο κινητήρας "ρετάρει" διστάζοντας λόγω χαμηλών στροφών (τρίτη ταχύτητα, 40 χιλιόμετρα την ώρα), και οι μπροστινές ρόδες ακινητοποιούνται στιγμιαία. Η μούρη του αυτοκινήτου φεύγει αριστερά προς το διαχωριστικό μεταξύ των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας, το πίσω μέρος γλυστράει δεξιά, ενώ οι μπροστινοί τροχοί χάνουν πρόσφυση και κατευθυντικότητα. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με "διατάζει" να πατήσω φρένο με όλη μου τη δύναμη, αλλά η λογική, η εμπειρία και οι νόμοι της φυσικής λένε το αντίθετο. Έτσι βρίσκομαι να κάνω "ανάποδο τιμόνι" στρίβοντας εντελώς δεξιά και πατώντας ελαφρώς γκάζι, προσπαθώντας να επαναφέρω το αυτοκίνητο στην ευθεία, χωρίς αποτέλεσμα. Τα "ανάγλυφα" των πελμάτων των ελαστικών έχουν προφανώς γεμίσει με φρέσκο χιόνι, και απλώς γλιστράνε και σπινάρουν ακολουθώντας την κλίση του δρόμου και την αδράνεια. Για τα επόμενα πενήντα μέτρα πηγαίνω "με τις πόρτες", με τις ενέργειές μου να με κρατάνε απλώς στην κεντρική λωρίδα του δρόμου. Αποφασίζω να αλλάξω τακτική, και στρίβω αριστερά ισιώνοντας τις ρόδες, μέχρι που κάποια στιγμή βρίσκονται να "κόβουν" το χιόνι με το πλάι τους, αφήνοντας έτσι σχετικά καθαρό δρόμο στα πέλματα. Η ταχύτητα έχει πέσει αρκετά ώστε η ελάχιστη πρόσφυση να υπερνικήσει την αδράνεια, και το αυτοκίνητο ακούει επιτέλους, παίρνοντας όμως κατεύθυνση προς το διαχωριστικό. Στρίβοντας εκ νέου δεξιά και πατώντας ελαφρώς γκάζι, πείθω το αυτοκίνητο να επανέλθει στην ευθεία.
Μόλις ευθυγραμμίζομαι με το δρόμο, ξαναστρίβω λίγο αριστερά πατώντας ελάχιστα νωρίτερα γκάζι αυτή τη φορά, και το αυτοκίνητο υπακούει σπινάροντας ελαφρώς. Μπαίνω στην πεπατημένη του Βούλγαρου, και συνεχίζω ακολουθώντας την πορεία του. Πολύ σύντομα ανακαλύπτω ότι και αυτός προτίμησε να έρθει στα δεξιά του δρόμου, ενώ το χιόνι που πέφτει έχει σχεδόν καλύψει τα ίχνη του.
Από το μυαλό μου περνάει η σκέψη να σταματήσω και να βάλω αλυσίδες, αλλά το αναβάλλω. Υπολογίζω ότι η διαδικασία θα μου πάρει ένα εικοσάλεπτο, και στο διάστημα αυτό με τη χαμηλή ορατότητα θα κινδυνεύω από τυχόν διερχόμενο που πηγαίνει δεξιά. Εξάλλου, αφού η χιονόπτωση μόλις ξεκίνησε με ανεμοθύελλα και το χιόνι δεν έχει πέσει "βαρύ", οπότε δεν υπάρχει βάση χιονιού στο δρόμο για να γαντζώνουν οι αλυσίδες. Πιθανώς δηλαδή, αντί να βελτιωθεί η πρόσφυσή θα μειωθεί, με το μέταλλο των αλυσίδων να γλιστράει πάνω στην χιονισμένη άσφαλτο. Πιστεύω ότι αν συνεχίσω θα προλάβω βρεθώ σε χαμηλότερο υψόμετρο με υψηλότερη θερμοκρασία και χωρίς χιόνι, οπότε συνεχίζω αργά την πορεία μου, μέχρι που για καλή μου τύχη με προσπερνάει ένα τουριστικό λεωφορείο, επίσης Βουλγάρικο. Κάτω από το βάρος του, τα διπλά πίσω λάστιχά ανοίγουν δυο ευπρόσδεκτες σχετικά καθαρές λωρίδες δρόμου, στις οποίες δεν χάνω την ευκαιρία να μπω. Μερικά χιλιόμετρα μετά, η θερμοκρασία ανεβαίνει πάνω από το μηδέν και το χιόνι μετατρέπεται σε πυκνή βροχή. Χωρίς άλλα απρόοπτα φτάνω στην Θεσσαλονίκη. Πρώτη φορά η οδήγηση υπό βροχή μου είναι τόσο ευπρόσδεκτη. Μου έχει πάρει τρεισήμισι ώρες για να διανύσω περίπου εκατόν ογδόντα χιλιόμετρα πήγαινε-έλα.
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2009
Πηγαίνοντας στις Σέρρες
Σάββατο βράδυ, καθώς αποβιβάζω στο Mediteranean Cosmos ακούω το κέντρο να κάνει κλήση για ταξί με αλυσίδες. Δεν έχω παρακολουθήσει από την αρχή την κλήση, αλλά έχω αλυσίδες οπότε διεκδικώ και τελικά κατευθύνομαι. Καθ' οδόν μαθαίνω και τις λεπτομέρειες από το CB. Την κλήση έχει κάνει συνάδελφος, που παρέλαβε από το αεροδρόμιο πελάτες με προορισμό τις Σέρρες. Όταν όμως τον ενημέρωσαν ότι στη διαδρομή πιθανόν να συναντήσει χιόνια, ζήτησε από το κέντρο να κάνει τη συγκεκριμένη κλήση για τους πελάτες του.
Φτάνω λοιπόν στο σημείο που είναι σταματημένος προκειμένου να γίνει η μετεπιβίβαση. Οι πελάτες είναι ένα νεαρό ζευγάρι μ' ένα μωράκι στην αγκαλιά. Μεταφορτώνουμε τις αποσκευές τους, δένουμε το "πορτ μπεμπέ" του μωρού στο πίσω κάθισμα, και ξεκινάμε. Με υπόκρουση τις μικρογκρίνιες του μωρού που ενοχλήθηκε από την αλλαγή περιβάλλοντος, μαθαίνω ότι είχαν σκοπό να πάρουν το αεροπλάνο για Γερμανία, όπου διαμένουν μόνιμα. Αν και ήξεραν ότι υπάρχει απαγορευτικό λόγω κακοκαιρίας, νοίκιασαν αυτοκίνητο και ήρθαν το πρωί από τις Σέρρες. Δέκα ώρες μετά, η πτήση έχει ακυρωθεί οριστικά, οπότε παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Σε τι κατάσταση είναι αυτός ο δρόμος όμως, άγνωστο. Το ευοίωνο είναι ότι η θερμοκρασία βρίσκεται στους 5 βαθμούς και βρέχει. Οπότε αν υπάρχει όντως χιόνι, λογικά θα έχει λιώσει.
Με το μυαλό μου στο δρόμο, ξεχνάω να βάλω διπλή ταρίφα βγαίνοντας από την πόλη. Το καταλαβαίνω γύρω στα 15 χιλιόμετρα μετά, όταν ο νεαρός, που κάθεται μπροστά, με ρωτάει δείχνοντας το ταξίμετρο:
-Τι είναι τα "πρόσθετα";
-Πρόσθετες χρεώσεις όπως αποσκευές, κλήση, παραλαβή από ΟΣΕ, ΚΤΕΛ, αεροδρόμιο κλπ. Όταν μας ζητούν απόδειξη, τα "βάζουμε" εκεί, προκειμένου να προστεθούν στην μηχανογραφημένη απόδειξη που εκδίδουμε.
-Δηλαδή τα πρόσθετά μου είναι 25 ευρώ;
Κοιτάζω το ταξίμετρο και χαμογελάω.
-Όχι. Μπορούμε να ρυθμίσουμε το ταξίμετρο ώστε καθ' οδόν σε εκείνο το μέρος της οθόνης να δείχνει διάρκεια διαδρομής ή διανυθείσα απόσταση. Το 25:43 που βλέπετε είναι ο χρόνος από την ώρα που ξεκινήσαμε. Βλέπετε που κυλούν τα δευτερόλεπτα, του δείχνω, και εκείνη τη στιγμή προσέχω και την ένδειξη της ταρίφας στο 1.
-Ξέχασα να βάλω διπλή ταρίφα, του λέω. Έπρεπε να το είχα κάνει αρκετή ώρα πριν, λίγο αφού περάσαμε το νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Τέλος πάντων, βάζω τώρα, και θα δούμε φτάνοντας.
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει αλλά μου λέει:
-Θα χρειαστώ κι εγώ απόδειξη.
-Φυσικά.
Μη θέλοντας να ενοχλήσουμε το μωρό, που πλέον έχει ησυχάσει, δεν λέμε και πολλά πράγματα στη διαδρομή, πέρα από κάποιες αμπελοφιλοσοφίες για τις διαφορές στις συμπεριφορές των λαών, την οργάνωση των κρατών και τέτοια. Εξάλλου η προσοχή μου είναι στραμμένη στις καιρικές συνθήκες και τον δρόμο. Κοιτάζω συνεχώς το θερμόμετρο. Καθώς το υψόμετρο ανεβαίνει (έχουμε μπει στις στροφές του δρόμου των Σερρών), η θερμοκρασία πέφτει. 5,4,3,2,1 βαθμοί Κελσίου. Ευτυχώς συνεχίζει να βρέχει. Ο δρόμος είναι βρεγμένος αλλά καθαρός. Όμως το συσσωρευμένο από εκχιονιστικά μηχανήματα χιόνι στις άκρες του, και το άσπρο τοπίο γύρω μαρτυρούν ότι έχει ρίξει αρκετό χιόνι νωρίτερα. Καθώς πιάνουμε τις κατηφόρες δεν πηγαίνω με περισσότερα από 50-60, καθώς υπάρχει πάντα η πιθανότητα παγετού. Με απασχολεί πάντα η ασφάλεια, η δική μου και των επιβατών, αλλά ειδικά όταν μεταφέρω μωρά ή έγκυες η προσοχή μου τριπλασιάζεται. Ευτυχώς η θερμοκρασία από την άλλη πλευρά των βουνών αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει, με τη βροχή να συνεχίζεται. Έχουμε σχεδόν φτάσει στις Σέρρες, όταν μου λέει ότι πηγαίνουμε σ' ένα κοντινό χωριό, και όχι στην ίδια την πόλη. Κάνουμε αριστερά προς τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και μερικά χιλιόμετρα μετά μπαίνουμε στο χωριό, και φτάνουμε στο σπίτι τους. Κατεβαίνω και ξεφορτώνω τις γιγαντιαίες αποσκευές τους.
-Τι οφείλω;
Κοιτάζω το ταξίμετρο, που έχει γράψει 61,70. Λογικά θα έγραφε γύρω στα 67, αλλά δεν μπορώ να πω με σιγουριά. (Το θέμα των "πρόσθετων" λόγω αποσκευών και κλήσης δεν το αναφέρω καν.)
-Δεν ξέρω πόσα ακριβώς περισσότερα θα έπρεπε να είναι αφού δεν έβαλα διπλή ταρίφα όταν έπρεπε, του λέω, αλλά για να μη σας αδικήσω θα κρατήσω 65 ευρώ.
Κοιτάζει κι αυτός το ταξίμετρο.
-Αυτό το 61,70 που γράφει εδώ τι είναι; ρωτάει.
-Είναι η αξία της διαδρομής μας, του απαντάω, αλλά θα έπρεπε να είναι περισσότερο. Σας ξαναλέω ότι ξέχασα να βάλω διπλή ταρίφα όταν έπρεπε. Θα βάλω όμως στα "πρόσθετα" που λέγαμε πριν ένα ποσό, προκειμένου η απόδειξη που ζητήσατε να βγει 65.
Πατάω το σχετικό κουμπί στο ταξίμετρο, το οποίο αυτομάτως (λόγω διπλής ταρίφας) προσθέτει 2,80. (Τα ποσά που προστίθενται είναι προκαθορισμένα, στη μονή ταρίφα πχ προσθέτει διαδοχικά 0,34 0,68. 1,02 κλπ, ενώ στη διπλή κάνει μεγαλύτερα "άλματα").
Ο εκτυπωτής εκδίδει την απόδειξη. Στο μεταξύ ο νεαρός μου δίνει 100 ευρώ, και του επιστρέφω 35 ρέστα. Κόβω την απόδειξη, και την κοιτάζω πριν του τη δώσω για να βεβαιωθώ για το ποσό.
-Εντάξει, δεν γράφει ακριβώς 65, αλλά 64,50, του λέω. (Με τα πρόσθετα το τελικό ποσό έχει γίνει 64,58.)
Παίρνει την απόδειξη και την κοιτάζει. Διστάζει για λίγο και μετά μου λέει:
-Δεν έχεις το μισό ευρώ να μου δώσεις ρέστα;
Για ένα δυο δευτερόλεπτα δεν απαντάω, καθώς προσπαθώ να καταλάβω τι εννοεί.
-Πρέπει η απόδειξη να είναι ακριβώς όσα λεφτά έδωσα, συμπληρώνει.
Δεν καταλαβαίνω περισσότερα από αυτή του την εξήγησή, και δεν έχει νόημα να το συζητήσω. Βγάζω μισό ευρώ και του το δίνω.
-Να σου δώσω παλικάρι μου. Ορίστε. Ευχαριστώ πολύ, καλό βράδυ, του λέω και παίρνω το δρόμο της επιστροφής.
Η ιστορία θα τελείωνε εδώ, αλλά στην επιστροφή συναντάω χιόνι στο δρόμο. Αυτή την ιστορία μπορεί κανείς να τη διαβάσει εδώ...
Φτάνω λοιπόν στο σημείο που είναι σταματημένος προκειμένου να γίνει η μετεπιβίβαση. Οι πελάτες είναι ένα νεαρό ζευγάρι μ' ένα μωράκι στην αγκαλιά. Μεταφορτώνουμε τις αποσκευές τους, δένουμε το "πορτ μπεμπέ" του μωρού στο πίσω κάθισμα, και ξεκινάμε. Με υπόκρουση τις μικρογκρίνιες του μωρού που ενοχλήθηκε από την αλλαγή περιβάλλοντος, μαθαίνω ότι είχαν σκοπό να πάρουν το αεροπλάνο για Γερμανία, όπου διαμένουν μόνιμα. Αν και ήξεραν ότι υπάρχει απαγορευτικό λόγω κακοκαιρίας, νοίκιασαν αυτοκίνητο και ήρθαν το πρωί από τις Σέρρες. Δέκα ώρες μετά, η πτήση έχει ακυρωθεί οριστικά, οπότε παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Σε τι κατάσταση είναι αυτός ο δρόμος όμως, άγνωστο. Το ευοίωνο είναι ότι η θερμοκρασία βρίσκεται στους 5 βαθμούς και βρέχει. Οπότε αν υπάρχει όντως χιόνι, λογικά θα έχει λιώσει.
Με το μυαλό μου στο δρόμο, ξεχνάω να βάλω διπλή ταρίφα βγαίνοντας από την πόλη. Το καταλαβαίνω γύρω στα 15 χιλιόμετρα μετά, όταν ο νεαρός, που κάθεται μπροστά, με ρωτάει δείχνοντας το ταξίμετρο:
-Τι είναι τα "πρόσθετα";
-Πρόσθετες χρεώσεις όπως αποσκευές, κλήση, παραλαβή από ΟΣΕ, ΚΤΕΛ, αεροδρόμιο κλπ. Όταν μας ζητούν απόδειξη, τα "βάζουμε" εκεί, προκειμένου να προστεθούν στην μηχανογραφημένη απόδειξη που εκδίδουμε.
-Δηλαδή τα πρόσθετά μου είναι 25 ευρώ;
Κοιτάζω το ταξίμετρο και χαμογελάω.
-Όχι. Μπορούμε να ρυθμίσουμε το ταξίμετρο ώστε καθ' οδόν σε εκείνο το μέρος της οθόνης να δείχνει διάρκεια διαδρομής ή διανυθείσα απόσταση. Το 25:43 που βλέπετε είναι ο χρόνος από την ώρα που ξεκινήσαμε. Βλέπετε που κυλούν τα δευτερόλεπτα, του δείχνω, και εκείνη τη στιγμή προσέχω και την ένδειξη της ταρίφας στο 1.
-Ξέχασα να βάλω διπλή ταρίφα, του λέω. Έπρεπε να το είχα κάνει αρκετή ώρα πριν, λίγο αφού περάσαμε το νοσοκομείο Παπαγεωργίου. Τέλος πάντων, βάζω τώρα, και θα δούμε φτάνοντας.
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει αλλά μου λέει:
-Θα χρειαστώ κι εγώ απόδειξη.
-Φυσικά.
Μη θέλοντας να ενοχλήσουμε το μωρό, που πλέον έχει ησυχάσει, δεν λέμε και πολλά πράγματα στη διαδρομή, πέρα από κάποιες αμπελοφιλοσοφίες για τις διαφορές στις συμπεριφορές των λαών, την οργάνωση των κρατών και τέτοια. Εξάλλου η προσοχή μου είναι στραμμένη στις καιρικές συνθήκες και τον δρόμο. Κοιτάζω συνεχώς το θερμόμετρο. Καθώς το υψόμετρο ανεβαίνει (έχουμε μπει στις στροφές του δρόμου των Σερρών), η θερμοκρασία πέφτει. 5,4,3,2,1 βαθμοί Κελσίου. Ευτυχώς συνεχίζει να βρέχει. Ο δρόμος είναι βρεγμένος αλλά καθαρός. Όμως το συσσωρευμένο από εκχιονιστικά μηχανήματα χιόνι στις άκρες του, και το άσπρο τοπίο γύρω μαρτυρούν ότι έχει ρίξει αρκετό χιόνι νωρίτερα. Καθώς πιάνουμε τις κατηφόρες δεν πηγαίνω με περισσότερα από 50-60, καθώς υπάρχει πάντα η πιθανότητα παγετού. Με απασχολεί πάντα η ασφάλεια, η δική μου και των επιβατών, αλλά ειδικά όταν μεταφέρω μωρά ή έγκυες η προσοχή μου τριπλασιάζεται. Ευτυχώς η θερμοκρασία από την άλλη πλευρά των βουνών αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει, με τη βροχή να συνεχίζεται. Έχουμε σχεδόν φτάσει στις Σέρρες, όταν μου λέει ότι πηγαίνουμε σ' ένα κοντινό χωριό, και όχι στην ίδια την πόλη. Κάνουμε αριστερά προς τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και μερικά χιλιόμετρα μετά μπαίνουμε στο χωριό, και φτάνουμε στο σπίτι τους. Κατεβαίνω και ξεφορτώνω τις γιγαντιαίες αποσκευές τους.
-Τι οφείλω;
Κοιτάζω το ταξίμετρο, που έχει γράψει 61,70. Λογικά θα έγραφε γύρω στα 67, αλλά δεν μπορώ να πω με σιγουριά. (Το θέμα των "πρόσθετων" λόγω αποσκευών και κλήσης δεν το αναφέρω καν.)
-Δεν ξέρω πόσα ακριβώς περισσότερα θα έπρεπε να είναι αφού δεν έβαλα διπλή ταρίφα όταν έπρεπε, του λέω, αλλά για να μη σας αδικήσω θα κρατήσω 65 ευρώ.
Κοιτάζει κι αυτός το ταξίμετρο.
-Αυτό το 61,70 που γράφει εδώ τι είναι; ρωτάει.
-Είναι η αξία της διαδρομής μας, του απαντάω, αλλά θα έπρεπε να είναι περισσότερο. Σας ξαναλέω ότι ξέχασα να βάλω διπλή ταρίφα όταν έπρεπε. Θα βάλω όμως στα "πρόσθετα" που λέγαμε πριν ένα ποσό, προκειμένου η απόδειξη που ζητήσατε να βγει 65.
Πατάω το σχετικό κουμπί στο ταξίμετρο, το οποίο αυτομάτως (λόγω διπλής ταρίφας) προσθέτει 2,80. (Τα ποσά που προστίθενται είναι προκαθορισμένα, στη μονή ταρίφα πχ προσθέτει διαδοχικά 0,34 0,68. 1,02 κλπ, ενώ στη διπλή κάνει μεγαλύτερα "άλματα").
Ο εκτυπωτής εκδίδει την απόδειξη. Στο μεταξύ ο νεαρός μου δίνει 100 ευρώ, και του επιστρέφω 35 ρέστα. Κόβω την απόδειξη, και την κοιτάζω πριν του τη δώσω για να βεβαιωθώ για το ποσό.
-Εντάξει, δεν γράφει ακριβώς 65, αλλά 64,50, του λέω. (Με τα πρόσθετα το τελικό ποσό έχει γίνει 64,58.)
Παίρνει την απόδειξη και την κοιτάζει. Διστάζει για λίγο και μετά μου λέει:
-Δεν έχεις το μισό ευρώ να μου δώσεις ρέστα;
Για ένα δυο δευτερόλεπτα δεν απαντάω, καθώς προσπαθώ να καταλάβω τι εννοεί.
-Πρέπει η απόδειξη να είναι ακριβώς όσα λεφτά έδωσα, συμπληρώνει.
Δεν καταλαβαίνω περισσότερα από αυτή του την εξήγησή, και δεν έχει νόημα να το συζητήσω. Βγάζω μισό ευρώ και του το δίνω.
-Να σου δώσω παλικάρι μου. Ορίστε. Ευχαριστώ πολύ, καλό βράδυ, του λέω και παίρνω το δρόμο της επιστροφής.
Η ιστορία θα τελείωνε εδώ, αλλά στην επιστροφή συναντάω χιόνι στο δρόμο. Αυτή την ιστορία μπορεί κανείς να τη διαβάσει εδώ...
Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009
Angel singing....
Η παρακάτω ιστορία εκτυλίσσεται υπό τους ήχους του Summoning of the Muse των Dead Can Dance, που ακούγεται στο παρακάτω video. Πατήστε το play τώρα, πριν διαβάσετε τη συνέχεια, προκειμένου να είστε στο ηχητικό κλίμα της ιστορίας.
Παππούς, κόρη και εγγονή (η τελευταία 3-4 χρονών) μπαίνουν στο ταξί κάπου στη Χαριλάου και πηγαίνουν στην Τούμπα. Η μικρή, που έχει καθίσει ακριβώς πίσω μου, τιτιβίζει διάφορα για ένα δυο λεπτά, μέχρι που η μαμά έχει την φοβερή ιδέα:
-Θα μας τραγουδήσεις κάτι;
Άλλο που δεν θέλει το κοριτσάκι. Αρχίζει να τραγουδάει ένα φανταστικό, ακατάληπτο παιδικό τραγούδι:
"Ήρθε ο κορκόζιλος δάγκωσε το λαγό,
και η αλεπού τον λότησε πού είναι τα αυτιά σου..."
Κάτω από άλλες συνθήκες όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι χαριτωμένα. Έχω όμως ήδη έξι ώρες στο δρόμο, και λίγο πριν έχω υποστεί και την ακατάσχετη εικοσάλεπτη φλυαρία δυο ηλικιωμένων επιβάτιδων. Ως αντίμετρο, στο winamp εξελίσσεται ένα ατμοσφαιρικό-χαλαρωτικό play list, το οποίο τη συγκεκριμένη στιγμή παίζει το τραγούδι που είπαμε παραπάνω (και ακούτε τώρα, αν όντως πατήσατε το play). Η φωνή τις Gerrard και τα νεύρα μου κομματιάζονται από την παιδική τσιρίδα. Δεν λέω τίποτε όμως, και δυναμώνω ελαφρώς τη μουσική. Ο παππούς δίπλα μου με κοιτάζει, αλλά επίσης δεν λέει τίποτε.
Δυο λεπτά μετά, το κοριτσάκι φτάνει σ' ένα κρεσέντο καθώς "ο χαρχαρίας σκοτώνει το παπάκιιιιιι". Ο στοίχος ενοχλεί τη μαμά:
-Δεν μου αρέσει αυτό το τραγούδι. Πες μας τον γάιδαρο, λέει στη μικρή.
-Όχι, εμένα αυτό μ' αρέσει, απαντάει με νάζι η μικρή.
-Άσε το παιδί να τραγουδήσει ότι θέλει, επεμβαίνει και ο παππούς.
Δεν κρατιέμαι πλέον.
-Εμένα δεν με ρωτήσατε όμως.
-Τι είπες; αρπάζεται η μάνα.
-Λέω, εμένα δεν με ρωτήσατε αν έχω τη διάθεση να ακούσω τσιριχτά παιδικά τραγουδάκια.
-Τι λέει μαμά; ρωτάει το κοριτσάκι.
-Λέω ότι αν συνεχίσεις, μάλλον θα χρειαστώ ασπιρίνες μικρή μου, της απαντάω γλυκά.
-Παιδιά δεν έχεις;
-Τι σχέση έχει αυτό;
-Άμα κάνεις παιδιά, θα δεις.
-Όταν τραγουδάει το παιδί μας, τα φάλτσα του ακούγονται σαν Θεϊκή μελωδία, λέω γελώντας, έχοντας στο μυαλό το παραμύθι με τη μάνα κουκουβάγια. Δεν έχω διάθεση ούτε να μαλώσω, ούτε να τρομάξω την μικρή. Με έχει ενοχλήσει όμως η αγενής αδιαφορία των ενηλίκων. Κατά κανόνα, γονείς και κηδεμόνες φροντίζουν να συμμαζεύουν τη φασαρία των παιδιών τους, πολλές φορές πιο αυστηρά απ' ότι χρειάζεται. Αυτοί εδώ την ενθαρρύνουν.
-Τα παιδιά χρειάζονται γερά νεύρα, γερή υπομονή και γερό πορτοφόλι, επιμένει η μαμά.
-Δηλαδή αν δεν έχω παιδιά, θα πρέπει μέχρι να αποκτήσω να εξασκούμαι παρά τη θέλησή μου με τα παιδιά των άλλων; `Συνεχίζω να μιλάω γελώντας, αλλά η θερμοκρασία της φωνής μου έχει πέσει αισθητά.
Μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, ούτε η μικρή ξανατραγουδάει, ούτε οι ενήλικες λένε κουβέντα. Κι εγώ βάζω την Gerrard να μας τα ξαναπεί από την αρχή.
Παππούς, κόρη και εγγονή (η τελευταία 3-4 χρονών) μπαίνουν στο ταξί κάπου στη Χαριλάου και πηγαίνουν στην Τούμπα. Η μικρή, που έχει καθίσει ακριβώς πίσω μου, τιτιβίζει διάφορα για ένα δυο λεπτά, μέχρι που η μαμά έχει την φοβερή ιδέα:
-Θα μας τραγουδήσεις κάτι;
Άλλο που δεν θέλει το κοριτσάκι. Αρχίζει να τραγουδάει ένα φανταστικό, ακατάληπτο παιδικό τραγούδι:
"Ήρθε ο κορκόζιλος δάγκωσε το λαγό,
και η αλεπού τον λότησε πού είναι τα αυτιά σου..."
Κάτω από άλλες συνθήκες όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι χαριτωμένα. Έχω όμως ήδη έξι ώρες στο δρόμο, και λίγο πριν έχω υποστεί και την ακατάσχετη εικοσάλεπτη φλυαρία δυο ηλικιωμένων επιβάτιδων. Ως αντίμετρο, στο winamp εξελίσσεται ένα ατμοσφαιρικό-χαλαρωτικό play list, το οποίο τη συγκεκριμένη στιγμή παίζει το τραγούδι που είπαμε παραπάνω (και ακούτε τώρα, αν όντως πατήσατε το play). Η φωνή τις Gerrard και τα νεύρα μου κομματιάζονται από την παιδική τσιρίδα. Δεν λέω τίποτε όμως, και δυναμώνω ελαφρώς τη μουσική. Ο παππούς δίπλα μου με κοιτάζει, αλλά επίσης δεν λέει τίποτε.
Δυο λεπτά μετά, το κοριτσάκι φτάνει σ' ένα κρεσέντο καθώς "ο χαρχαρίας σκοτώνει το παπάκιιιιιι". Ο στοίχος ενοχλεί τη μαμά:
-Δεν μου αρέσει αυτό το τραγούδι. Πες μας τον γάιδαρο, λέει στη μικρή.
-Όχι, εμένα αυτό μ' αρέσει, απαντάει με νάζι η μικρή.
-Άσε το παιδί να τραγουδήσει ότι θέλει, επεμβαίνει και ο παππούς.
Δεν κρατιέμαι πλέον.
-Εμένα δεν με ρωτήσατε όμως.
-Τι είπες; αρπάζεται η μάνα.
-Λέω, εμένα δεν με ρωτήσατε αν έχω τη διάθεση να ακούσω τσιριχτά παιδικά τραγουδάκια.
-Τι λέει μαμά; ρωτάει το κοριτσάκι.
-Λέω ότι αν συνεχίσεις, μάλλον θα χρειαστώ ασπιρίνες μικρή μου, της απαντάω γλυκά.
-Παιδιά δεν έχεις;
-Τι σχέση έχει αυτό;
-Άμα κάνεις παιδιά, θα δεις.
-Όταν τραγουδάει το παιδί μας, τα φάλτσα του ακούγονται σαν Θεϊκή μελωδία, λέω γελώντας, έχοντας στο μυαλό το παραμύθι με τη μάνα κουκουβάγια. Δεν έχω διάθεση ούτε να μαλώσω, ούτε να τρομάξω την μικρή. Με έχει ενοχλήσει όμως η αγενής αδιαφορία των ενηλίκων. Κατά κανόνα, γονείς και κηδεμόνες φροντίζουν να συμμαζεύουν τη φασαρία των παιδιών τους, πολλές φορές πιο αυστηρά απ' ότι χρειάζεται. Αυτοί εδώ την ενθαρρύνουν.
-Τα παιδιά χρειάζονται γερά νεύρα, γερή υπομονή και γερό πορτοφόλι, επιμένει η μαμά.
-Δηλαδή αν δεν έχω παιδιά, θα πρέπει μέχρι να αποκτήσω να εξασκούμαι παρά τη θέλησή μου με τα παιδιά των άλλων; `Συνεχίζω να μιλάω γελώντας, αλλά η θερμοκρασία της φωνής μου έχει πέσει αισθητά.
Μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, ούτε η μικρή ξανατραγουδάει, ούτε οι ενήλικες λένε κουβέντα. Κι εγώ βάζω την Gerrard να μας τα ξαναπεί από την αρχή.
Παρασκευή 13 Μαρτίου 2009
Στερεότυπα
Για αρκετό κόσμο, το επάγγελμα κάποιου είναι συνυφασμένο με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, σε επίπεδο συμπεριφοράς, ενδιαφερόντων, ιδιοτήτων και αντιλήψεων. Έτσι, μπαίνοντας σ' ένα ταξί, περιμένουν από τον οδηγό ένα ή περισσότερα από τα παρακάτω: (Στις παρενθέσεις παραθέτω πραγματικά παραδείγματα) [Στις αγκύλες τα σχόλιά μου].
Είναι άρρωστος ποδοσφαιρόφιλος: Ακούει μόνο αθλητικά ραδιόφωνα με την ένταση του ραδιοφώνου του στα 9/10. Γνωρίζει τα αποτελέσματα όλων των αγώνων, ενώ έχει έγκυρα προγνωστικά για όσους βρίσκονται σε εξέλιξη (Πόσο είναι το ματς; Τι λες να κάνει ο ΠΑΟΚ;) Έχει χαζο-τεκμηριωμένες απόψεις για παράγοντες, παίκτες και διαιτητές. Το ταξί είναι γεμάτο αθλητικές εφημερίδες, δελτία στοιχήματος και Προ-Πο. (Έπαιξες στοίχημα σήμερα; Όχι; Γιατί, ξέχασες;) Στο τηλέφωνο μιλάει μόνο με άλλους "καμένους", σιχτιρίζοντας την ατυχία που τον έστειλε στον "κουβά" ανατρέποντας το σκορ στο 89ο λεπτό του αγώνα, ή καμαρώνοντας για τα 30 ευρώ που κέρδισε [στο δελτίο που του κόστισε 50, τη μέρα που ξόδεψε 300 συνολικά].
Ακούει μόνο λαϊκά: Κατά προτίμηση βαριά, τρίτης διαλογής σκυλάδικα με συλλεκτική αξία. Οποιαδήποτε άλλη μουσική επιλογή, προκαλεί τρομερή έκπληξη (Πρώτη φορά μπαίνω σε ταξί που παίζει mp3s rave, rock, chill, abient, ραδιόφωνο 88,5, imagine, republic, super FM!!!), ή εκνευρισμό στους πελάτες (Τι βλακείες ξένα ακούς. Βάλε Λαϊκός FM και δυνάμωσέ το να γουστάρουμε) [Ελπίζω να μη σας πειράζει που μάλλον θα τρακάρουμε καθώς θα παθαίνω σπασμούς από το αλλεργικό σοκ].
Είναι Γενικός Οδηγός Πόλεως - Χρυσός Οδηγός: Γνωρίζει τα πάντα. Πού βρίσκεται η κάθε τράπεζα (στην Γενική Τράπεζα της Τσιμισκή θέλω να πάω. Δεν γνωρίζετε που είναι; Εγώ γι' αυτό πήρα ταξί).
Γνωρίζει πού έχει υποκαταστήματα η κάθε υπηρεσία (Καλά, δεν ξέρετε που κάνω αίτηση για φυσικό αέριο; Δεν είστε από εδώ;), καθώς και ποια ακριβώς διαδρομή ακολουθεί κάθε λεωφορείο (πηγαίνω δυο στάσεις πριν το τέρμα του 24, εκεί που έχει ένα μανάβικο).
Ξέρει σε ποιο μαγαζί τραγουδάει κάθε αοιδός (Θα μας πας στην Πέγκυ), ποιο μαγαζί έχει μπουζουκάκι και καλούς ψαρομεζέδες, φτηνά και καλά "επώνυμα" ρούχα, καλό αλλά όχι πολύ κόσμο [Και να ξέρω δεν θα σε πάω για να συνεχίσει να έχει καλό κόσμο], ποιο ξενοδοχείο είναι οικονομικό αλλά σίγουρα καθαρό [δεν έχω κάνει υγειονομικούς ελέγχους πρόσφατα, ούτε συνηθίζω να μένω σε ξενοδοχεία της πόλης μου].
Είναι Οδηγός Παράνομων Δραστηριοτήτων: Γνωρίζει τηλέφωνα "κοριτσιών" (Μεγάλε, δώσε το τηλέφωνο καμιάς "σίγουρης", να έρθει στο ξενοδοχείο να μας τρίψει) [Αυτό συνήθως από μεσήλικες επιχειρηματίες επισκέπτες στην πόλη].
Ξέρει που έχει ναρκωτικά, -μαλακά- (Πήγαινέ με κάπου να βρω κάνα τσιγαράκι. -κλείσιμο ματιού- Εσύ ξέρεις), -σκληρά- ( Πού συχνάζουν τα πρεζόνια; [η ερώτηση από γονείς που ψάχνουν τον τοξικομανή γιο τους, στις τρεις τα ξημερώματα στην Αριστοτέλους].
Ξέρει που θα βρει κλεμμένα αγαθά, ανταλλακτικά κυρίως, (έλα τώρα, όλο και κάποιον "δικό σου" θα έχεις να μας βρει μια "σιντιέρα").
[Παραδόξως, όπλα δεν μου έχουν ζητήσει ακόμη].
Είναι κινητός Οδηγός αγοράς αυτοκινήτου: Όχι μόνο είναι το μοναδικό του ενδιαφέρον, αλλά ξέρει τα πάντα για όλα τα αυτοκίνητα (Μπορεί το VVT-i να πηγαίνει καλύτερα από το VVX-iL; Να πάρω το Mazda RX8 ή το Audi TT την έκδοση RS που έχει 28 άλογα παραπάνω; Τα Γιαπωνέζικα (γενικά) ή τα Ευρωπαϊκά (πάλι γενικά) είναι καλύτερα;). [Ξέρω τα υπέρ και τα κατά για τις 6-7 μάρκες/τύπους που βγαίνουν για ταξί. Δεν δουλεύω σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο παντός τύπου, ούτε είμαι δια βίου συνδρομητής στο "4 Τροχοί".]
Ξέρει τα πάντα για όλες τις βλάβες (Προχθές άργησε να πάρει μπρος, και μου έχει ανάψει ένα πορτοκαλί λαμπάκι. Τι λες να είναι;) [Αν άναψε ένα μόνο πορτοκαλί λαμπάκι δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν ανάψουν δυο η τρία κόκκινα να αρχίσεις να ανησυχείς].
Είναι ο (Σκλάβος) Σοφέρ της κυρίας Νταίζης: Δεν χρειάζεται να του φερθείς στοιχειωδώς ευγενικά ή έστω ανθρώπινα. (Καλαμαριά! -Σκέτη προστακτική, όπως λέμε "Ντεεεε" στο γαϊδούρι).
Είναι σκλάβος του Αμερικάνικου Νότου πριν τον εμφύλιο (Αν δεν είμαστε εκεί σε δέκα λεπτά, ο πατέρας μου θα σε τσακίσει [Μου το έχει πει καβαλημένη ξανθούλα κοπελίτσα αυτό]).
Δεν έχει ανάγκη από ύπνο, φαγητό, τουαλέτα ή ξεκούραση (Για φαγητό πηγαίνεις και είσαι δυο τετράγωνα από το σπίτι σου; Εντάξει, πήγαινέ με στην άλλη άκρη της πόλης και γυρίζεις να φας αργότερα. [Τώρα, αν εκτός από το ότι πεινάς, σε περιμένουν για φαγητό και έχεις ήδη αργήσει, δεν έχει καμία σημασία]).
Επίσης, ο ταξιτζής δεν...υπάρχει. Οι επιβάτες σαν να είναι ολομόναχοι, μαλώνουν, φωνάζουν, γελάνε λένε μυστικά μεταξύ τους και στο τηλέφωνο, αφηγούνται ανατριχιαστικές λεπτομέρειες (Μόλις βγήκα από τον γιατρό, έχω τριχομονάδες / έκζεμα / μύκητες) [Μόλις κατέβει, να απολυμάνω χρήματα, χέρια, κάθισμα, πόρτα] .
Είναι Κοινωνικό Σφυγμόμετρο : Αφού συναντάει κάθε είδους ανθρώπους, είναι σίγουρη πηγή κοινωνικών πληροφοριών για τον κάθε ασφαλιστή, δικηγόρο, πολιτευόμενο, πωλητή ή απλώς περίεργο. (Τι λέει ο κόσμος για την οικονομία / πολιτική / ειδήσεις; Πώς πάνε οι δουλειές τους; Πώς τα βλέπουν τα πράγματα; Εσύ τι λες; [Λέω ότι τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα όπως οι κοινωνικοπολιτικές μου απόψεις, τα μοιράζομαι κατά βούλησην, όχι κατά παραγγελίαν]).
Είναι αλάθητος: Πώς είναι ο Σουμάχερ; Ε, καλύτερος! Δεν του επιτρέπεται κανένα οδηγικό λάθος. Δεν μιλάω για βλακεία αλλά για ανθρώπινο λάθος. (Καλά ρε, δεν είδες το STOP και είσαι και επαγγελματίας;) [Όχι δεν το είδα γιατί το κρύβει αρκετά καλά το δέντρο μπροστά του. Το "επαγγελματίας" παραδόξως, δεν είναι συνώνυμο του "Θεός"].
Επίσης δεν κάνει ποτέ λάθος στον προορισμό (Πώς μπέρδεψες το Επιπλόραμα με το Επιπλόκαστρο; [Έλα ντε; Κάθε μέρα εκεί είμαι]), ούτε και στην επιλογή της διαδρομής μέχρι τον προορισμό (Από που με έφερες; Εμένα ο άντρας μου ξέρει ένα δρόμο που φτάνουμε σε δέκα λεπτά). [Ασχέτως αν μπαίνει ανάποδα σε δυο μονόδρομους, ή είναι η μοναδική διαδρομή που κάνει τα τελευταία τριάντα χρόνια, οπότε την έμαθε αναγκαστικά].
Τελικό συμπέρασμα: Για μερικούς ανθρώπους, όλα τα δάχτυλα είναι ίσα. Ακόμη κι όταν δεν είναι δάχτυλα...
Είναι άρρωστος ποδοσφαιρόφιλος: Ακούει μόνο αθλητικά ραδιόφωνα με την ένταση του ραδιοφώνου του στα 9/10. Γνωρίζει τα αποτελέσματα όλων των αγώνων, ενώ έχει έγκυρα προγνωστικά για όσους βρίσκονται σε εξέλιξη (Πόσο είναι το ματς; Τι λες να κάνει ο ΠΑΟΚ;) Έχει χαζο-τεκμηριωμένες απόψεις για παράγοντες, παίκτες και διαιτητές. Το ταξί είναι γεμάτο αθλητικές εφημερίδες, δελτία στοιχήματος και Προ-Πο. (Έπαιξες στοίχημα σήμερα; Όχι; Γιατί, ξέχασες;) Στο τηλέφωνο μιλάει μόνο με άλλους "καμένους", σιχτιρίζοντας την ατυχία που τον έστειλε στον "κουβά" ανατρέποντας το σκορ στο 89ο λεπτό του αγώνα, ή καμαρώνοντας για τα 30 ευρώ που κέρδισε [στο δελτίο που του κόστισε 50, τη μέρα που ξόδεψε 300 συνολικά].
Ακούει μόνο λαϊκά: Κατά προτίμηση βαριά, τρίτης διαλογής σκυλάδικα με συλλεκτική αξία. Οποιαδήποτε άλλη μουσική επιλογή, προκαλεί τρομερή έκπληξη (Πρώτη φορά μπαίνω σε ταξί που παίζει mp3s rave, rock, chill, abient, ραδιόφωνο 88,5, imagine, republic, super FM!!!), ή εκνευρισμό στους πελάτες (Τι βλακείες ξένα ακούς. Βάλε Λαϊκός FM και δυνάμωσέ το να γουστάρουμε) [Ελπίζω να μη σας πειράζει που μάλλον θα τρακάρουμε καθώς θα παθαίνω σπασμούς από το αλλεργικό σοκ].
Είναι Γενικός Οδηγός Πόλεως - Χρυσός Οδηγός: Γνωρίζει τα πάντα. Πού βρίσκεται η κάθε τράπεζα (στην Γενική Τράπεζα της Τσιμισκή θέλω να πάω. Δεν γνωρίζετε που είναι; Εγώ γι' αυτό πήρα ταξί).
Γνωρίζει πού έχει υποκαταστήματα η κάθε υπηρεσία (Καλά, δεν ξέρετε που κάνω αίτηση για φυσικό αέριο; Δεν είστε από εδώ;), καθώς και ποια ακριβώς διαδρομή ακολουθεί κάθε λεωφορείο (πηγαίνω δυο στάσεις πριν το τέρμα του 24, εκεί που έχει ένα μανάβικο).
Ξέρει σε ποιο μαγαζί τραγουδάει κάθε αοιδός (Θα μας πας στην Πέγκυ), ποιο μαγαζί έχει μπουζουκάκι και καλούς ψαρομεζέδες, φτηνά και καλά "επώνυμα" ρούχα, καλό αλλά όχι πολύ κόσμο [Και να ξέρω δεν θα σε πάω για να συνεχίσει να έχει καλό κόσμο], ποιο ξενοδοχείο είναι οικονομικό αλλά σίγουρα καθαρό [δεν έχω κάνει υγειονομικούς ελέγχους πρόσφατα, ούτε συνηθίζω να μένω σε ξενοδοχεία της πόλης μου].
Είναι Οδηγός Παράνομων Δραστηριοτήτων: Γνωρίζει τηλέφωνα "κοριτσιών" (Μεγάλε, δώσε το τηλέφωνο καμιάς "σίγουρης", να έρθει στο ξενοδοχείο να μας τρίψει) [Αυτό συνήθως από μεσήλικες επιχειρηματίες επισκέπτες στην πόλη].
Ξέρει που έχει ναρκωτικά, -μαλακά- (Πήγαινέ με κάπου να βρω κάνα τσιγαράκι. -κλείσιμο ματιού- Εσύ ξέρεις), -σκληρά- ( Πού συχνάζουν τα πρεζόνια; [η ερώτηση από γονείς που ψάχνουν τον τοξικομανή γιο τους, στις τρεις τα ξημερώματα στην Αριστοτέλους].
Ξέρει που θα βρει κλεμμένα αγαθά, ανταλλακτικά κυρίως, (έλα τώρα, όλο και κάποιον "δικό σου" θα έχεις να μας βρει μια "σιντιέρα").
[Παραδόξως, όπλα δεν μου έχουν ζητήσει ακόμη].
Είναι κινητός Οδηγός αγοράς αυτοκινήτου: Όχι μόνο είναι το μοναδικό του ενδιαφέρον, αλλά ξέρει τα πάντα για όλα τα αυτοκίνητα (Μπορεί το VVT-i να πηγαίνει καλύτερα από το VVX-iL; Να πάρω το Mazda RX8 ή το Audi TT την έκδοση RS που έχει 28 άλογα παραπάνω; Τα Γιαπωνέζικα (γενικά) ή τα Ευρωπαϊκά (πάλι γενικά) είναι καλύτερα;). [Ξέρω τα υπέρ και τα κατά για τις 6-7 μάρκες/τύπους που βγαίνουν για ταξί. Δεν δουλεύω σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο παντός τύπου, ούτε είμαι δια βίου συνδρομητής στο "4 Τροχοί".]
Ξέρει τα πάντα για όλες τις βλάβες (Προχθές άργησε να πάρει μπρος, και μου έχει ανάψει ένα πορτοκαλί λαμπάκι. Τι λες να είναι;) [Αν άναψε ένα μόνο πορτοκαλί λαμπάκι δεν υπάρχει πρόβλημα. Όταν ανάψουν δυο η τρία κόκκινα να αρχίσεις να ανησυχείς].
Είναι ο (Σκλάβος) Σοφέρ της κυρίας Νταίζης: Δεν χρειάζεται να του φερθείς στοιχειωδώς ευγενικά ή έστω ανθρώπινα. (Καλαμαριά! -Σκέτη προστακτική, όπως λέμε "Ντεεεε" στο γαϊδούρι).
Είναι σκλάβος του Αμερικάνικου Νότου πριν τον εμφύλιο (Αν δεν είμαστε εκεί σε δέκα λεπτά, ο πατέρας μου θα σε τσακίσει [Μου το έχει πει καβαλημένη ξανθούλα κοπελίτσα αυτό]).
Δεν έχει ανάγκη από ύπνο, φαγητό, τουαλέτα ή ξεκούραση (Για φαγητό πηγαίνεις και είσαι δυο τετράγωνα από το σπίτι σου; Εντάξει, πήγαινέ με στην άλλη άκρη της πόλης και γυρίζεις να φας αργότερα. [Τώρα, αν εκτός από το ότι πεινάς, σε περιμένουν για φαγητό και έχεις ήδη αργήσει, δεν έχει καμία σημασία]).
Επίσης, ο ταξιτζής δεν...υπάρχει. Οι επιβάτες σαν να είναι ολομόναχοι, μαλώνουν, φωνάζουν, γελάνε λένε μυστικά μεταξύ τους και στο τηλέφωνο, αφηγούνται ανατριχιαστικές λεπτομέρειες (Μόλις βγήκα από τον γιατρό, έχω τριχομονάδες / έκζεμα / μύκητες) [Μόλις κατέβει, να απολυμάνω χρήματα, χέρια, κάθισμα, πόρτα] .
Είναι Κοινωνικό Σφυγμόμετρο : Αφού συναντάει κάθε είδους ανθρώπους, είναι σίγουρη πηγή κοινωνικών πληροφοριών για τον κάθε ασφαλιστή, δικηγόρο, πολιτευόμενο, πωλητή ή απλώς περίεργο. (Τι λέει ο κόσμος για την οικονομία / πολιτική / ειδήσεις; Πώς πάνε οι δουλειές τους; Πώς τα βλέπουν τα πράγματα; Εσύ τι λες; [Λέω ότι τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα όπως οι κοινωνικοπολιτικές μου απόψεις, τα μοιράζομαι κατά βούλησην, όχι κατά παραγγελίαν]).
Είναι αλάθητος: Πώς είναι ο Σουμάχερ; Ε, καλύτερος! Δεν του επιτρέπεται κανένα οδηγικό λάθος. Δεν μιλάω για βλακεία αλλά για ανθρώπινο λάθος. (Καλά ρε, δεν είδες το STOP και είσαι και επαγγελματίας;) [Όχι δεν το είδα γιατί το κρύβει αρκετά καλά το δέντρο μπροστά του. Το "επαγγελματίας" παραδόξως, δεν είναι συνώνυμο του "Θεός"].
Επίσης δεν κάνει ποτέ λάθος στον προορισμό (Πώς μπέρδεψες το Επιπλόραμα με το Επιπλόκαστρο; [Έλα ντε; Κάθε μέρα εκεί είμαι]), ούτε και στην επιλογή της διαδρομής μέχρι τον προορισμό (Από που με έφερες; Εμένα ο άντρας μου ξέρει ένα δρόμο που φτάνουμε σε δέκα λεπτά). [Ασχέτως αν μπαίνει ανάποδα σε δυο μονόδρομους, ή είναι η μοναδική διαδρομή που κάνει τα τελευταία τριάντα χρόνια, οπότε την έμαθε αναγκαστικά].
Τελικό συμπέρασμα: Για μερικούς ανθρώπους, όλα τα δάχτυλα είναι ίσα. Ακόμη κι όταν δεν είναι δάχτυλα...
Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009
Ζωή σ' εσάς
Ψυχοσάββατο, πηγαίνω σε κλήση κάπου στη Σταυρούπολη. Φτάνοντας, βρίσκω στην είσοδο της πολυκατοικίας δυο κυρίες. Η μια φοράει μαύρα και κρατάει ένα δίσκο σκεπασμένο με αλουμινόχαρτο, ενώ η άλλη φοράει μια λουλουδάτη "χειμωνιάτικη" ρόμπα και κρατάει μια σακούλα, και προφανώς έχει βγει να ξεπροβοδίσει την μαυροφορεμένη. Προφανώς, αλλά λάθος, γιατί είναι η κυρία με τη ρόμπα που μπαίνει τελικά στο ταξί. Η μαυροφορεμένη της δίνει τον δίσκο, και την αποχαιρετά με κάτι σαν "να ζούμε να τον θυμόμαστε".
Ωραία.
-Ασβεστοχώρι θα πάμε, αλλά πρώτα θα κάνουμε μια στάση εδώ πιο κάτω να δώσω κάτι στην οδό τάδε.
-Δεν την ξέρω αυτή την οδό, της λέω. Να κοιτάξω λίγο το χάρτη.
-Θα σας πω εγώ. Μην ανησυχείς κύριε. (Πληθυντικός, ενικός και "κύριε" στην ίδια φράση, δεν είναι καλό σημάδι. Ψυχραιμία.)
Στρίβουμε από εκεί που μου λέει, και τρεις δρόμους παρακάτω μου ζητάει να στρίψω αριστερά, σε μονόδρομο. Δεν γίνεται φυσικά, κι έτσι παίρνουμε τον επόμενο αριστερά. Στο μεταξύ εγώ ρίχνω κλεφτές ματιές στο GPS, αλλά δεν βλέπω τον δρόμο που μου είπε γύρω μας. Τρία "στρίψε από εδώ" (σηκώνοντας λίγο το δεξί χέρι, και κάμπτοντας ελαφρώς την παλάμη, όταν εννοεί αριστερά), έχουμε απομακρυνθεί οχτώ τετράγωνα, και δεν έχει εντοπίσει τον προορισμό μας. Αντιθέτως δείχνει όλο και πιο χαμένη.
-Να δω λίγο τον χάρτη;
-Όχι, θα σου πω εγώ, ξέρω. Στρίψε από εδώ (πάλι αντίθετα σε μονόδρομο).
Στρίψε από 'δω, στρίψε από κει, τελικά φτάνουμε σχεδόν εκεί από όπου ξεκινήσαμε, όχι όμως εκεί που θα θέλαμε.
-Αφήστε με να δω λίγο τον χάρτη;
-Άντε δες τον.
Κάνω αναζήτηση, και βρίσκω την οδό. Είναι ένα δρομάκι με είκοσι σπίτια, πέντε μέτρα από το σημείο που την παρέλαβα αρχικά. Τέλος πάντων, είπαμε ψυχραιμία. Μπαίνω στο στενό, και ακολουθώντας τις υποδείξεις της σταματάω έξω από ένα σπίτι.
Βγαίνει έξω με τον δίσκο, και χτυπάει το κουδούνι. Κάνει πίσω και κοιτάζει σ' ένα μπαλκόνι. Ξαναχτυπάει το κουδούνι. Δεν συμβαίνει τίποτε. Ξαναχτυπάει το κουδούνι, ξανακοιτάζει στο μπαλκόνι. Κάποια στιγμή το παίρνει απόφαση και επιστρέφει στο ταξί. Μπαίνει και κάθεται, και αυτή τη φορά το αλουμινόχαρτο που σκεπάζει τον δίσκο σηκώνεται, αποκαλύπτοντας το αναμενόμενο περιεχόμενό του. Κόλυβα.
-Δεν πειράζει, του χρόνου, μουρμουρίζει. Τώρα ούτε κουταλάκι, ούτε σακουλάκι έχω να τους αφήσω στην πόρτα...
Ξεκινάω. Εκείνη σηκώνει από κάτω τη σακούλα που είχε ακουμπήσει εκεί μπαίνοντας. Σταυροκοπιέται (τρεις φορές, μεγάλος σταυρός), και στη συνέχεια βγάζει από μέσα ένα σακουλάκι φαρμακείου και ένα πλαστικό κουταλάκι και αρχίζει να τρώει κόλυβα, κάνοντας κατά καιρούς ενοχλητικούς θορύβους με τη γλώσσα και τα χείλη της.
Κάποια στιγμή τα μαζεύει, και από την τσέπη της ρόμπας βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Βγάζει ένα τσιγάρο από μέσα, και μένει να το κρατάει μαζί με τον αναπτήρα.
Δεν λέω τίποτε για ένα δυο λεπτά. Ούτε κι εκείνη. Αναρωτιέμαι αν το ετοίμασε για να το καπνίσει φτάνοντας, αλλά έχουμε αρκετό δρόμο ακόμη.
-Αν θέλετε να καπνίσετε, μπορείτε, της λέω τελικά.
-Ευχαριστώ θα ρωτούσα, μου απαντάει.
Καινούριο σταυροκόπημα, συνοδευόμενο από μια ακατάληπτη κυκλική χειρονομία μπροστά στα χείλη και ένα μουρμουρητό, μάλλον (προσ)ευχή. Ανάβει το τσιγάρο και ανοίγει εντελώς το παράθυρο. Το ξανακλείνει αφήνοντάς το δυο δάχτυλα ανοιχτό, καθώς ξεκινάμε και αρχίζει να φυσάει (8 βαθμούς έχει έξω). Αγνοώντας την προτροπή μου να χρησιμοποιήσει το τασάκι του αυτοκινήτου, κάθε φορά που θέλει να πετάξει τη στάχτη, το ανοίγει μέχρι τα μισά, και μετά το ξανακλείνει, κουνώντας και το κεφάλι της στο ρυθμό της μουσικής που παίζει, στα ρεφρέν κυρίως (Το winamp Κάνει shuffle σε rock, ambient, και "ατμοσφαιρική" trance ). Όταν τελικά τελειώνει το τσιγάρο, το πετάει έξω, κλείνει το παράθυρο και ξανασταυροκοπιέται. Βγάζει το σακουλάκι, το κουταλάκι, και τρώει μια δεύτερη γύρα. Σε κάθε εκκλησία που προσπερνάμε, αφήνει το κουταλάκι για να κάνει τους τρεις μεγάλους της σταυρούς, και μετά ξαναπιάνει το μασούλημα.
-Στην επόμενη διασταύρωση θα στρίψουμε, μου λέει κάποια στιγμή.
-Δεξιά ή αριστερά;
-Θα σου πω.
-Πείτε μου τώρα, γιατί πρέπει να βγάλω φλας.
-Α, τότε, από εκεί. (Πάλι η κίνηση με το δεξί χέρι και την παλάμη να δείχνει αριστερά).
Στρίβω, ακολουθώ μερικές ακόμη υποδείξεις, και τελικά μπαίνουμε σ' ένα χαλικόστρωτο δρομάκι που δείχνει ιδιωτικό. Σταματάμε έξω από μια μεγάλη διπλή πόρτα ενός διωρόφου σπιτιού με κήπο.
Καθώς πληρώνει, με ρωτάει:
-Κόλυβα θέλεις;
-Όχι ευχαριστώ.
-Δεν έχω και που να σου βάλω. Είναι και δυσάρεστο, άσε καλύτερα.
Κατεβαίνει. Ξεκινάω σιγά σιγά, να μη σηκώσω σκόνη, και ακολουθώντας το στενό δρομάκι (δεν έχει χώρο να κάνω αναστροφή και ελπίζω ότι κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού ξαναβγαίνει σε κεντρικό δρόμο), στρίβω γύρω από τον μαντρότοιχο, για να ανακαλύψω ότι ο δρόμος είναι όντως ιδιωτικός. Και απολύτως, αδιέξοδος.
Ωραία.
-Ασβεστοχώρι θα πάμε, αλλά πρώτα θα κάνουμε μια στάση εδώ πιο κάτω να δώσω κάτι στην οδό τάδε.
-Δεν την ξέρω αυτή την οδό, της λέω. Να κοιτάξω λίγο το χάρτη.
-Θα σας πω εγώ. Μην ανησυχείς κύριε. (Πληθυντικός, ενικός και "κύριε" στην ίδια φράση, δεν είναι καλό σημάδι. Ψυχραιμία.)
Στρίβουμε από εκεί που μου λέει, και τρεις δρόμους παρακάτω μου ζητάει να στρίψω αριστερά, σε μονόδρομο. Δεν γίνεται φυσικά, κι έτσι παίρνουμε τον επόμενο αριστερά. Στο μεταξύ εγώ ρίχνω κλεφτές ματιές στο GPS, αλλά δεν βλέπω τον δρόμο που μου είπε γύρω μας. Τρία "στρίψε από εδώ" (σηκώνοντας λίγο το δεξί χέρι, και κάμπτοντας ελαφρώς την παλάμη, όταν εννοεί αριστερά), έχουμε απομακρυνθεί οχτώ τετράγωνα, και δεν έχει εντοπίσει τον προορισμό μας. Αντιθέτως δείχνει όλο και πιο χαμένη.
-Να δω λίγο τον χάρτη;
-Όχι, θα σου πω εγώ, ξέρω. Στρίψε από εδώ (πάλι αντίθετα σε μονόδρομο).
Στρίψε από 'δω, στρίψε από κει, τελικά φτάνουμε σχεδόν εκεί από όπου ξεκινήσαμε, όχι όμως εκεί που θα θέλαμε.
-Αφήστε με να δω λίγο τον χάρτη;
-Άντε δες τον.
Κάνω αναζήτηση, και βρίσκω την οδό. Είναι ένα δρομάκι με είκοσι σπίτια, πέντε μέτρα από το σημείο που την παρέλαβα αρχικά. Τέλος πάντων, είπαμε ψυχραιμία. Μπαίνω στο στενό, και ακολουθώντας τις υποδείξεις της σταματάω έξω από ένα σπίτι.
Βγαίνει έξω με τον δίσκο, και χτυπάει το κουδούνι. Κάνει πίσω και κοιτάζει σ' ένα μπαλκόνι. Ξαναχτυπάει το κουδούνι. Δεν συμβαίνει τίποτε. Ξαναχτυπάει το κουδούνι, ξανακοιτάζει στο μπαλκόνι. Κάποια στιγμή το παίρνει απόφαση και επιστρέφει στο ταξί. Μπαίνει και κάθεται, και αυτή τη φορά το αλουμινόχαρτο που σκεπάζει τον δίσκο σηκώνεται, αποκαλύπτοντας το αναμενόμενο περιεχόμενό του. Κόλυβα.
-Δεν πειράζει, του χρόνου, μουρμουρίζει. Τώρα ούτε κουταλάκι, ούτε σακουλάκι έχω να τους αφήσω στην πόρτα...
Ξεκινάω. Εκείνη σηκώνει από κάτω τη σακούλα που είχε ακουμπήσει εκεί μπαίνοντας. Σταυροκοπιέται (τρεις φορές, μεγάλος σταυρός), και στη συνέχεια βγάζει από μέσα ένα σακουλάκι φαρμακείου και ένα πλαστικό κουταλάκι και αρχίζει να τρώει κόλυβα, κάνοντας κατά καιρούς ενοχλητικούς θορύβους με τη γλώσσα και τα χείλη της.
Κάποια στιγμή τα μαζεύει, και από την τσέπη της ρόμπας βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα. Βγάζει ένα τσιγάρο από μέσα, και μένει να το κρατάει μαζί με τον αναπτήρα.
Δεν λέω τίποτε για ένα δυο λεπτά. Ούτε κι εκείνη. Αναρωτιέμαι αν το ετοίμασε για να το καπνίσει φτάνοντας, αλλά έχουμε αρκετό δρόμο ακόμη.
-Αν θέλετε να καπνίσετε, μπορείτε, της λέω τελικά.
-Ευχαριστώ θα ρωτούσα, μου απαντάει.
Καινούριο σταυροκόπημα, συνοδευόμενο από μια ακατάληπτη κυκλική χειρονομία μπροστά στα χείλη και ένα μουρμουρητό, μάλλον (προσ)ευχή. Ανάβει το τσιγάρο και ανοίγει εντελώς το παράθυρο. Το ξανακλείνει αφήνοντάς το δυο δάχτυλα ανοιχτό, καθώς ξεκινάμε και αρχίζει να φυσάει (8 βαθμούς έχει έξω). Αγνοώντας την προτροπή μου να χρησιμοποιήσει το τασάκι του αυτοκινήτου, κάθε φορά που θέλει να πετάξει τη στάχτη, το ανοίγει μέχρι τα μισά, και μετά το ξανακλείνει, κουνώντας και το κεφάλι της στο ρυθμό της μουσικής που παίζει, στα ρεφρέν κυρίως (Το winamp Κάνει shuffle σε rock, ambient, και "ατμοσφαιρική" trance ). Όταν τελικά τελειώνει το τσιγάρο, το πετάει έξω, κλείνει το παράθυρο και ξανασταυροκοπιέται. Βγάζει το σακουλάκι, το κουταλάκι, και τρώει μια δεύτερη γύρα. Σε κάθε εκκλησία που προσπερνάμε, αφήνει το κουταλάκι για να κάνει τους τρεις μεγάλους της σταυρούς, και μετά ξαναπιάνει το μασούλημα.
-Στην επόμενη διασταύρωση θα στρίψουμε, μου λέει κάποια στιγμή.
-Δεξιά ή αριστερά;
-Θα σου πω.
-Πείτε μου τώρα, γιατί πρέπει να βγάλω φλας.
-Α, τότε, από εκεί. (Πάλι η κίνηση με το δεξί χέρι και την παλάμη να δείχνει αριστερά).
Στρίβω, ακολουθώ μερικές ακόμη υποδείξεις, και τελικά μπαίνουμε σ' ένα χαλικόστρωτο δρομάκι που δείχνει ιδιωτικό. Σταματάμε έξω από μια μεγάλη διπλή πόρτα ενός διωρόφου σπιτιού με κήπο.
Καθώς πληρώνει, με ρωτάει:
-Κόλυβα θέλεις;
-Όχι ευχαριστώ.
-Δεν έχω και που να σου βάλω. Είναι και δυσάρεστο, άσε καλύτερα.
Κατεβαίνει. Ξεκινάω σιγά σιγά, να μη σηκώσω σκόνη, και ακολουθώντας το στενό δρομάκι (δεν έχει χώρο να κάνω αναστροφή και ελπίζω ότι κάνοντας τον κύκλο του σπιτιού ξαναβγαίνει σε κεντρικό δρόμο), στρίβω γύρω από τον μαντρότοιχο, για να ανακαλύψω ότι ο δρόμος είναι όντως ιδιωτικός. Και απολύτως, αδιέξοδος.
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2009
3 και 80
Η κυρία επιβιβάζεται από την πιάτσα Σταυρουπόλεως.
-Συκιές στον Άγιο Χαράλαμπο.
-Βεβαίως.
Η διαδρομή είναι προβληματική εκ των πραγμάτων. Είναι βραδάκι, ώρα που κλείνει η αγορά, ψιλοβρέχει και επικρατεί χάος, καθώς ο καθένας κάνει ότι μπορεί και νομίζει στο δρόμο. Φτάνοντας στο φανάρι Λαγκαδά με Δαβάκη για να στρίψουμε αριστερά προς Πολίχνη (μπροστά στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά) βρίσκουμε μια ουρά καμιά εικοσαριά αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο. (Για όσους δεν ξέρουν, είναι ένα από τα φανάρια που μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου ξαναγίνονται κόκκινα, και συχνά λόγω κίνησης στο αντίθετο ρεύμα, δεν προλαβαίνει να περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο, πόσο μάλλον λεωφορείο).
Μας παίρνει 3-4 αλλαγές φαναριού, αλλά τελικά τα καταφέρνουμε να περάσουμε, για να βρεθούμε να κολλάμε στο επόμενο και στο επόμενο και στο επόμενο φανάρι. Έτσι, για διαδρομή που φυσιολογικά κρατάει 5-8 λεπτά, κάνουμε 16.
-Κάπου εδώ αφήστε με, μου λέει φτάνοντας. Πόσο είναι;
Κοιτάζω το ταξίμετρο.
-3.80, της λέω.
-Πόσο; (δυο οκτάβες πάνω η φωνή, "παθαίνω εγκεφαλικό" ο τόνος )
-3.80, επαναλαμβάνω.
-Μα καλά, πώς γίνεται; Εγώ κάθε μέρα κάνω τη διαδρομή, ποτέ δεν πληρώνω πάνω από 3, 3,20.
-Προφανώς δεν συναντάτε τέτοια κίνηση κάθε μέρα. Κάναμε δεκαέξι λεπτά για να διανύσουμε αυτά τα περίπου δύο χιλιόμετρα. (το ταξίμετρο έχει ένδειξη χρόνου διαδρομής/διανυθείσας απόστασης)
-Καλά, και 3.80; Πρώτη φορά...(σκαλίζει τα κέρματα στο πορτοφόλι της και μουρμουρίζει)
Κόβω την απόδειξη από τον εκτυπωτή και της την δίνω.
-Ορίστε, πάρτε την απόδειξη να σας λυθούν οι απορίες.
-Τι να την κάνω;
-Να την μελετήσετε. Έχει πλήρη ανάλυση, απόστασης, αναμονής, πόσο κόστισε το καθ' ένα, το όνομα και το Α.Φ.Μ. μου αν θέλετε να με καταγγείλετε, τα πάντα.
-Όχι, όχι, δεν πειράζει, εντάξει...
-Όχι επιμένω. Να μη νομίζετε λάθος πράγματα.
"Ξαφνικά" "με πιστεύει" και δεν θέλει την απόδειξη. Την ρίχνω όμως εγώ μέσα στη σακούλα που κρατάει.
Κατεβαίνει, και πριν κλείσει την πόρτα πετάει ένα:
-Καλά, δεν είπα τίποτε.
Που και να 'λεγε...
-Συκιές στον Άγιο Χαράλαμπο.
-Βεβαίως.
Η διαδρομή είναι προβληματική εκ των πραγμάτων. Είναι βραδάκι, ώρα που κλείνει η αγορά, ψιλοβρέχει και επικρατεί χάος, καθώς ο καθένας κάνει ότι μπορεί και νομίζει στο δρόμο. Φτάνοντας στο φανάρι Λαγκαδά με Δαβάκη για να στρίψουμε αριστερά προς Πολίχνη (μπροστά στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά) βρίσκουμε μια ουρά καμιά εικοσαριά αυτοκινήτων, μεταξύ των οποίων και ένα λεωφορείο. (Για όσους δεν ξέρουν, είναι ένα από τα φανάρια που μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου ξαναγίνονται κόκκινα, και συχνά λόγω κίνησης στο αντίθετο ρεύμα, δεν προλαβαίνει να περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο, πόσο μάλλον λεωφορείο).
Μας παίρνει 3-4 αλλαγές φαναριού, αλλά τελικά τα καταφέρνουμε να περάσουμε, για να βρεθούμε να κολλάμε στο επόμενο και στο επόμενο και στο επόμενο φανάρι. Έτσι, για διαδρομή που φυσιολογικά κρατάει 5-8 λεπτά, κάνουμε 16.
-Κάπου εδώ αφήστε με, μου λέει φτάνοντας. Πόσο είναι;
Κοιτάζω το ταξίμετρο.
-3.80, της λέω.
-Πόσο; (δυο οκτάβες πάνω η φωνή, "παθαίνω εγκεφαλικό" ο τόνος )
-3.80, επαναλαμβάνω.
-Μα καλά, πώς γίνεται; Εγώ κάθε μέρα κάνω τη διαδρομή, ποτέ δεν πληρώνω πάνω από 3, 3,20.
-Προφανώς δεν συναντάτε τέτοια κίνηση κάθε μέρα. Κάναμε δεκαέξι λεπτά για να διανύσουμε αυτά τα περίπου δύο χιλιόμετρα. (το ταξίμετρο έχει ένδειξη χρόνου διαδρομής/διανυθείσας απόστασης)
-Καλά, και 3.80; Πρώτη φορά...(σκαλίζει τα κέρματα στο πορτοφόλι της και μουρμουρίζει)
Κόβω την απόδειξη από τον εκτυπωτή και της την δίνω.
-Ορίστε, πάρτε την απόδειξη να σας λυθούν οι απορίες.
-Τι να την κάνω;
-Να την μελετήσετε. Έχει πλήρη ανάλυση, απόστασης, αναμονής, πόσο κόστισε το καθ' ένα, το όνομα και το Α.Φ.Μ. μου αν θέλετε να με καταγγείλετε, τα πάντα.
-Όχι, όχι, δεν πειράζει, εντάξει...
-Όχι επιμένω. Να μη νομίζετε λάθος πράγματα.
"Ξαφνικά" "με πιστεύει" και δεν θέλει την απόδειξη. Την ρίχνω όμως εγώ μέσα στη σακούλα που κρατάει.
Κατεβαίνει, και πριν κλείσει την πόρτα πετάει ένα:
-Καλά, δεν είπα τίποτε.
Που και να 'λεγε...
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Driver's Seat
Πρωί καθημερινής, φτάνω στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου και σταματάω να αποβιβάσω.
Οι πελάτισσές μου είναι ηλικιωμένες και έχουν πράγματα στο πορτ μπαγκάζ, οπότε κατεβαίνω να τις βοηθήσω. Προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί η κυρία που κάθεται πίσω μου, της ανοίγω την αριστερή πίσω πόρτα. Μέχρι να κατέβει, ανοίγω και το πορτ μπαγκάζ και κατεβάζω τα πράγματά τους. Στη συνέχεια, και κάπως βιαστικά γιατί ενοχλώ, κλείνω το πορτ μπαγκάζ και μπαίνω στο ταξί. Σε δέκατα του δευτερολέπτου, το σώμα μου τροφοδοτεί τον εγκέφαλο πληροφορίες, που τα μάτια μου βλέπουν αμέσως μετά. Το κάθισμα είναι ψηλότερα και σκληρότερο. Η "αίσθηση" της πόρτας διαφορετική. Το αριστερό μου χέρι αντί για το τιμόνι πιάνει αέρα. Αντί για το χειρόφρενο δίπλα στο κάθισμα, το δεξί μου χέρι πιάνει…κι άλλο κάθισμα. Αμέσως μετά, έρχεται και η πληροφορία από τα μάτια. Βλέπω το κάθισμα του οδηγού μπροστά μου, γιατί έχω μπει από την (αφημένη ανοιχτή από την επιβάτιδά μου) αριστερή πόρτα των επιβατών, και έχω κάτσει πίσω. Ξαναβγαίνω έξω, κάθομαι στη σωστή θέση αυτή τη φορά, και μετακινώ το ταξί 5-6 μέτρα μπροστά και δεξιά στο σημείο απ' όπου ξεπαρκάρει ένα Ι.Χ. Αριστερά μου στο πεζοδρόμιο, στέκεται ένας φύλακας του νοσοκομείου, και με κοιτάζει αποσβολωμένος. Ανοίγω το παράθυρο.
-Βρήκα ανοιχτή πόρτα και μπήκα, του λέω.
-Κι εγώ σε κοιτάζω και λέω τι κάνει αυτός...
Αφού δεν μπήκα σε ξένο ταξί, πάλι καλά...
Οι πελάτισσές μου είναι ηλικιωμένες και έχουν πράγματα στο πορτ μπαγκάζ, οπότε κατεβαίνω να τις βοηθήσω. Προκειμένου να μην ταλαιπωρηθεί η κυρία που κάθεται πίσω μου, της ανοίγω την αριστερή πίσω πόρτα. Μέχρι να κατέβει, ανοίγω και το πορτ μπαγκάζ και κατεβάζω τα πράγματά τους. Στη συνέχεια, και κάπως βιαστικά γιατί ενοχλώ, κλείνω το πορτ μπαγκάζ και μπαίνω στο ταξί. Σε δέκατα του δευτερολέπτου, το σώμα μου τροφοδοτεί τον εγκέφαλο πληροφορίες, που τα μάτια μου βλέπουν αμέσως μετά. Το κάθισμα είναι ψηλότερα και σκληρότερο. Η "αίσθηση" της πόρτας διαφορετική. Το αριστερό μου χέρι αντί για το τιμόνι πιάνει αέρα. Αντί για το χειρόφρενο δίπλα στο κάθισμα, το δεξί μου χέρι πιάνει…κι άλλο κάθισμα. Αμέσως μετά, έρχεται και η πληροφορία από τα μάτια. Βλέπω το κάθισμα του οδηγού μπροστά μου, γιατί έχω μπει από την (αφημένη ανοιχτή από την επιβάτιδά μου) αριστερή πόρτα των επιβατών, και έχω κάτσει πίσω. Ξαναβγαίνω έξω, κάθομαι στη σωστή θέση αυτή τη φορά, και μετακινώ το ταξί 5-6 μέτρα μπροστά και δεξιά στο σημείο απ' όπου ξεπαρκάρει ένα Ι.Χ. Αριστερά μου στο πεζοδρόμιο, στέκεται ένας φύλακας του νοσοκομείου, και με κοιτάζει αποσβολωμένος. Ανοίγω το παράθυρο.
-Βρήκα ανοιχτή πόρτα και μπήκα, του λέω.
-Κι εγώ σε κοιτάζω και λέω τι κάνει αυτός...
Αφού δεν μπήκα σε ξένο ταξί, πάλι καλά...
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009
Εξολοθρευτές Βρυκολάκων
Κυριακή απόγευμα, επιβιβάζω έναν άντρα και μια γυναίκα από το κέντρο. Η γυναίκα κάθεται μπροστά. Το στρουμπουλό της πρόσωπο ξεγελάει για την ακριβή ηλικία της. Πρέπει να είναι μεταξύ τριάντα και σαράντα, ενώ ο άντρας γύρω στα εξήντα.
-Πλατεία Τερψιθέας στο περίπτερο, μου λέει η γυναίκα.
Ένα κύμα μυρωδιάς σκόρδου με χτυπάει και με σκεπάζει. Ανοίγω το παράθυρο όσο αντέχω, (έξω έχει πέντε βαθμούς), και στρέφω τους αεραγωγούς του κλιματισμού πάνω μου. Ματαίως. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβάτης μου μυρίζει έντονα, αλλά η συγκεκριμένη μάλλον πήρε ένα κιλό σκόρδο, έφαγε το μισό, και με το υπόλοιπο έκανε εντριβές. Επί μέρες. Τρεις φορές ημερησίως. (Υπερβάλω λίγο. Ίσως να ήταν μισό κιλό σκόρδο).
Στο μεταξύ έχουν ξεκινήσει και συζητάνε έντονα σε κάποια ξένη γλώσσα. Προκειμένου να βλέπει τον πίσω, η γυναίκα έχει μισογυρίσει αριστερά στο κάθισμά της, στέλνοντας με κάθε της κουβέντα νέα κύματα σκόρδου προς το μέρος μου.
Δυναμώνω τη ροή του κλιματισμού. Η γυναίκα σαν κάτι να καταλαβαίνει γιατί βγάζει από τη τσάντα της μια καραμέλα και τη βάζει στο στόμα της. Δεν μυρίζω καμιά διαφορά.
-Μπορούμε να τον αφήσουμε στη στάση να πάρει λεωφορείο για Ευκαρπία; ρωτάει ξαφνικά.
Σταματάμε στη στάση, και πριν κατέβει, ο τύπος μου δίνει ένα εικοσάρικο. Η γυναίκα τον σταματάει με ένα καταιγισμό ξένων λέξεων. Έτσι κι αλλιώς, αν δεν φτάσουμε στον προορισμό μας, δεν μπορώ να ξέρω πόσα να κρατήσω. Ή μήπως εμμέσως υπονοεί να δώσω τα ρέστα στη γυναίκα;
Μόλις αυτός κατεβαίνει, η γυναίκα μου ρίχνει πλάγιες ματιές αλλά δεν λέει τίποτε. Καλύτερα γιατί προσπαθώ να αγνοήσω τον πονοκέφαλο που έχει αρχίσει να μου προκαλεί η μυρωδιά.
Στο μεταξύ η συμπαντική συνομωσία των αρωμάτων συνεχίζεται, καθώς μας "πιάνει" κάθε φανάρι που συναντάμε. Στο τελευταίο φανάρι που μας σταματάει άδοξα, λίγο πριν την πλατεία η κυρία σκάει έναν αναστεναγμό προς το μέρος μου.
-Ουφφφφφ.
Το ξεφύσημα του δράκου. Νοιώθω τα μάτια μου να καίνε.
Φτάνουμε επιτέλους στην πλατεία. Δίπλα στο περίπτερο, μια παρέα μου κάνει σινιάλο. Τους κάνω νόημα ότι θα επιστρέψω να τους πάρω.
-Κάπου εδώ; ρωτάω.
-Λίγο πιο πέρα, απαντάει.
Είκοσι μέτρα μετά, μου ζητάει να σταματήσω και βγάζει λεφτά από την τσάντα της.
Καθώς μου δίνει το χαρτονόμισμα, με κοιτάζει στα μάτια και χαμογελάει.
Της δίνω τα ρέστα. Τα παίρνει χωρίς να κατεβάσει τα μάτια της, και συνεχίζει να με κοιτάζει κατάματα χαμογελώντας, σαν κάτι ακόμη να περιμένει. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί. Μου την πέφτει. Κάνω ότι δεν κατάλαβα και καθώς ακούγεται κορνάρισμα πίσω μας, κοιτάζω τον καθρέφτη αριστερά μου. Την ξανακοιτάζω. Εξακολουθεί να με κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο.
Κάνω μια κίνηση με τους ώμους, τύπου "άντε τι θα γίνει;" χαμογελώντας (ελπίζω) ευγενικά.
Το χαμόγελο και η στάση της αλλάζει σ' ένα σιωπηλό και απογοητευμένο "καλά, εσύ χάνεις", και κατεβαίνει επιτέλους από το ταξί. Κάνω τον κύκλο της πλατείας. Η παρέα έχει φύγει με άλλο ταξί προφανώς. Ίσως καλύτερα γι' αυτούς και τις μύτες τους. Για τα επόμενα δύο λεπτά, οδηγάω με τα παράθυρα ορθάνοιχτα και τον ανεμιστήρα του κλιματισμού στο φουλ. Δεν έχω τίποτε με τα σκόρδα. Τα τρώω κι εγώ. Αλλά μερικές φορές, όταν μιλάς στον άλλον από κοντά…
-Πλατεία Τερψιθέας στο περίπτερο, μου λέει η γυναίκα.
Ένα κύμα μυρωδιάς σκόρδου με χτυπάει και με σκεπάζει. Ανοίγω το παράθυρο όσο αντέχω, (έξω έχει πέντε βαθμούς), και στρέφω τους αεραγωγούς του κλιματισμού πάνω μου. Ματαίως. Δεν είναι η πρώτη φορά που επιβάτης μου μυρίζει έντονα, αλλά η συγκεκριμένη μάλλον πήρε ένα κιλό σκόρδο, έφαγε το μισό, και με το υπόλοιπο έκανε εντριβές. Επί μέρες. Τρεις φορές ημερησίως. (Υπερβάλω λίγο. Ίσως να ήταν μισό κιλό σκόρδο).
Στο μεταξύ έχουν ξεκινήσει και συζητάνε έντονα σε κάποια ξένη γλώσσα. Προκειμένου να βλέπει τον πίσω, η γυναίκα έχει μισογυρίσει αριστερά στο κάθισμά της, στέλνοντας με κάθε της κουβέντα νέα κύματα σκόρδου προς το μέρος μου.
Δυναμώνω τη ροή του κλιματισμού. Η γυναίκα σαν κάτι να καταλαβαίνει γιατί βγάζει από τη τσάντα της μια καραμέλα και τη βάζει στο στόμα της. Δεν μυρίζω καμιά διαφορά.
-Μπορούμε να τον αφήσουμε στη στάση να πάρει λεωφορείο για Ευκαρπία; ρωτάει ξαφνικά.
Σταματάμε στη στάση, και πριν κατέβει, ο τύπος μου δίνει ένα εικοσάρικο. Η γυναίκα τον σταματάει με ένα καταιγισμό ξένων λέξεων. Έτσι κι αλλιώς, αν δεν φτάσουμε στον προορισμό μας, δεν μπορώ να ξέρω πόσα να κρατήσω. Ή μήπως εμμέσως υπονοεί να δώσω τα ρέστα στη γυναίκα;
Μόλις αυτός κατεβαίνει, η γυναίκα μου ρίχνει πλάγιες ματιές αλλά δεν λέει τίποτε. Καλύτερα γιατί προσπαθώ να αγνοήσω τον πονοκέφαλο που έχει αρχίσει να μου προκαλεί η μυρωδιά.
Στο μεταξύ η συμπαντική συνομωσία των αρωμάτων συνεχίζεται, καθώς μας "πιάνει" κάθε φανάρι που συναντάμε. Στο τελευταίο φανάρι που μας σταματάει άδοξα, λίγο πριν την πλατεία η κυρία σκάει έναν αναστεναγμό προς το μέρος μου.
-Ουφφφφφ.
Το ξεφύσημα του δράκου. Νοιώθω τα μάτια μου να καίνε.
Φτάνουμε επιτέλους στην πλατεία. Δίπλα στο περίπτερο, μια παρέα μου κάνει σινιάλο. Τους κάνω νόημα ότι θα επιστρέψω να τους πάρω.
-Κάπου εδώ; ρωτάω.
-Λίγο πιο πέρα, απαντάει.
Είκοσι μέτρα μετά, μου ζητάει να σταματήσω και βγάζει λεφτά από την τσάντα της.
Καθώς μου δίνει το χαρτονόμισμα, με κοιτάζει στα μάτια και χαμογελάει.
Της δίνω τα ρέστα. Τα παίρνει χωρίς να κατεβάσει τα μάτια της, και συνεχίζει να με κοιτάζει κατάματα χαμογελώντας, σαν κάτι ακόμη να περιμένει. Αυτό το έργο το έχω ξαναδεί. Μου την πέφτει. Κάνω ότι δεν κατάλαβα και καθώς ακούγεται κορνάρισμα πίσω μας, κοιτάζω τον καθρέφτη αριστερά μου. Την ξανακοιτάζω. Εξακολουθεί να με κοιτάζει με τον ίδιο τρόπο.
Κάνω μια κίνηση με τους ώμους, τύπου "άντε τι θα γίνει;" χαμογελώντας (ελπίζω) ευγενικά.
Το χαμόγελο και η στάση της αλλάζει σ' ένα σιωπηλό και απογοητευμένο "καλά, εσύ χάνεις", και κατεβαίνει επιτέλους από το ταξί. Κάνω τον κύκλο της πλατείας. Η παρέα έχει φύγει με άλλο ταξί προφανώς. Ίσως καλύτερα γι' αυτούς και τις μύτες τους. Για τα επόμενα δύο λεπτά, οδηγάω με τα παράθυρα ορθάνοιχτα και τον ανεμιστήρα του κλιματισμού στο φουλ. Δεν έχω τίποτε με τα σκόρδα. Τα τρώω κι εγώ. Αλλά μερικές φορές, όταν μιλάς στον άλλον από κοντά…
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Το σπίτι στο Δερβένι
Καλοκαίρι, Σάββατο βράδυ αργά, φτάνω στην πιάτσα Βαρδαρίου. Καθώς σκέφτομαι ότι ίσως είναι η ώρα να κλείσω το ταξί σιγά σιγά, επιβιβάζεται ένας τύπος κοντά στα πενήντα. Ημίγυμνος, με ένα υφασμάτινο παντελόνι κομμένο κοντό λίγο πάνω από το γόνατο, και το μπλουζάκι του ριγμένο στον ώμο. Κάθεται, πετάει πάνω στο ταμπλώ το κινητό του και με κοιτάζει. Τον κοιτάζω κι εγώ. Είναι πιωμένος.
-Καλησπέρα τι κάνεις; Καλά; Έτσι μπράβο καλά. Πάμε στο Δερβένι και θα σου πω, μουρμουρίζει μεθυσμένα. Από την προφορά του καταλαβαίνω ότι πρόκειται για αλλοδαπό.
(Για όσους δεν ξέρουν, το Δερβένι είναι μια περιοχή λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, στο δρόμο προς Καβάλα. Περιοχή που έχει αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, εκθέσεις επίπλων, τα τσιμέντα ΤΙΤΑΝ, αλλά όχι σπίτια).
Ξεκινάω με μισή καρδιά, σκεπτόμενος ότι μάλλον θα έπρεπε να είχα φύγει για το σπίτι τελικά. Μεθυσμένος πελάτης με προορισμό έρημη περιοχή δεν είναι καλό σημάδι. Του πιάνω την κουβέντα προσπαθώντας να ψυχολογήσω την κατάσταση.
-Που ακριβώς πάμε στο Δερβένι;
-"Το" αδελφός μου έχει σπίτι εκεί.
-Δεν είχα προσέξει ότι έχει σπίτια στο Δερβένι, λέω αθώα εγώ.
-Έχει έχει, θα σου πω.
-Εντάξει. Αλλά έτσι από περιέργεια, που περίπου είναι αυτό το σπίτι; Πριν το ΤΙΤΑΝ;
-Απέναντι από το ΤΙΤΑΝ.
Ξαφνικά καταλαβαίνω που εννοεί. Αριστερά ανεβαίνοντας, σε μια περιοχή που μέχρι πρότινος είχε μόνο λιβάδια, έχει δημιουργηθεί ένας μικρός συνοικισμός στη μέση του πουθενά.
Στο μεταξύ ο πελάτης μου έχει όρεξη να πει την ιστορία του.
-Εγώ φίλε σήμερα βγήκα από τη φυλακή.
-Ωραία, του απαντάω. (Τώρα μάλιστα).
-Βγήκα, πήγα βρήκα κάτι φίλους εδώ στο "Μπαρδάρι", και πίνουμε από το μεσημέρι. Ότι λεφτά είχα κέρασα ποτά. Μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια (μου δείχνει τα πόδια του) πρόλαβα και πήρα. Αλλά μην "ανησυχεί" εσύ, όταν φτάσουμε θα βγει ο αδελφός μου και θα σε πληρώσει.
-Τέτοια ώρα θα τον ξυπνήσετε;
-Δεν είναι πρόβλημα. Θα τον ξυπνήσω, θα πληρώσει. Εσύ μην "ανησυχεί".
Αυτός καλά το λέει, αλλά εγώ ανησυχεί. Μεθυσμένος ΚΑΙ με κατεύθυνση τις ερημιές ΚΑΙ αποφυλακισμένος σήμερα ΚΑΙ ένας αδελφός τον οποίο θα πρέπει να περιμένω να βγει να πληρώσει;
Παίρνω μικρόφωνο και προσποιούμαι ότι μιλάω με το κέντρο δηλώνοντας τον προορισμό μου.
Στο μεταξύ από το κινητό του πάνω στο ταμπλώ ακούγονται κατά καιρούς ήχοι, σαν να χτυπάει στη δόνηση με ξεψυχισμένη μπαταρία. Αυτός το αγνοεί, κι εγώ δεν επεμβαίνω. Κάποια στιγμή, σε ένα επίμονο γουργούρισμα, το παίρνει στα χέρια του, το κοιτάζει, και το ξαναπετάει πάνω στο ταμπλώ. Μάλλον δεν θέλει να απαντήσει.
-Εγώ που λες φίλε άδικα πήγα μέσα, λέει ξαφνικά. Έμενα με έναν άλλο που είχε ναρκωτικά στο σπίτι, και ήρθε η αστυνομία και έπιασε εμένα.
-Και τον άλλον δεν τον έπιασαν;
-Πάει αυτός, έφυγε για "το" πατρίδα.
Κάποια στιγμή "πέφτει". Αναμενόμενο, καθώς πρέπει να πίνει τις τελευταίες δώδεκα ώρες τουλάχιστον. Κρεμάει το κεφάλι στο στήθος του και συνεχίζει μουρμουρίζοντας ακατάληπτα.
Δεν τον ενοχλώ, μέχρι που φτάνουμε στο ΤΙΤΑΝ.
-Πού πάμε τώρα πείτε μου λίγο, τον ξυπνάω από τον λήθαργο του.
Κοιτάζει γύρω με απλανές βλέμμα, και τελικά προσανατολίζεται. Ακολουθώντας τις οδηγίες του βρισκόμαστε τελικά σ' ένα κατασκότεινο δρομάκι.
-Εδώ είναι. Στρίψε, μου λέει τελικά, δείχνοντάς μου έναν χαλικόδρομο.
Στρίβω και ανακαλύπτω ότι ο χαλικόδρομος είναι στην πραγματικότητα το πάρκινγκ ενός σπιτιού.
Ο τύπος ανοίγει την πόρτα και κατεβαίνει. Πηγαίνει και χάνεται κάπου στην είσοδο του σπιτιού, που δεν φαίνεται από εκεί που βρίσκομαι, αφήνοντας το κινητό του "ενέχυρο" στο ταμπλώ να βουίζει κάθε τρεις και λίγο.
Στο μεταξύ εγώ έχω κλείσει ασφάλειες, έχω βάλει όπισθεν, κρατάω το μικρόφωνο και είμαι έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Μπορεί ο αδελφός του να μην έχει ιδέα για την νυχτερινή επίσκεψη του φρεσκοαποφυλακισθέντος, και να βγει με κανένα δίκανο. Μπορεί να βγουν και οι δυο με δίκανα.
Ένα λεπτό μετά πάντως, ο πελάτης μου εμφανίζεται με κάποιον ακόμη, ο οποίος δεν κρατάει τίποτε. Φοράει κι αυτός ένα σορτσάκι, που δεν αφήνει χώρο για κρυμμένα "σιδερικά". Πλησιάζουν και οι δύο, ο πελάτης μου παραπατώντας. Ο αδελφός ευγενέστατος, με πληρώνει.
-Το κινητό σας ξεχάσατε, λέω στον πελάτη μου, και απλώνω το χέρι στο ταμπλώ να του το δώσω.
Γυρίζει, με κοιτάζει με το θολό του βλέμμα και μου λέει:
-Δεν είναι κινητό, ραδιόφωνο είναι.
-Καλησπέρα τι κάνεις; Καλά; Έτσι μπράβο καλά. Πάμε στο Δερβένι και θα σου πω, μουρμουρίζει μεθυσμένα. Από την προφορά του καταλαβαίνω ότι πρόκειται για αλλοδαπό.
(Για όσους δεν ξέρουν, το Δερβένι είναι μια περιοχή λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, στο δρόμο προς Καβάλα. Περιοχή που έχει αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, εκθέσεις επίπλων, τα τσιμέντα ΤΙΤΑΝ, αλλά όχι σπίτια).
Ξεκινάω με μισή καρδιά, σκεπτόμενος ότι μάλλον θα έπρεπε να είχα φύγει για το σπίτι τελικά. Μεθυσμένος πελάτης με προορισμό έρημη περιοχή δεν είναι καλό σημάδι. Του πιάνω την κουβέντα προσπαθώντας να ψυχολογήσω την κατάσταση.
-Που ακριβώς πάμε στο Δερβένι;
-"Το" αδελφός μου έχει σπίτι εκεί.
-Δεν είχα προσέξει ότι έχει σπίτια στο Δερβένι, λέω αθώα εγώ.
-Έχει έχει, θα σου πω.
-Εντάξει. Αλλά έτσι από περιέργεια, που περίπου είναι αυτό το σπίτι; Πριν το ΤΙΤΑΝ;
-Απέναντι από το ΤΙΤΑΝ.
Ξαφνικά καταλαβαίνω που εννοεί. Αριστερά ανεβαίνοντας, σε μια περιοχή που μέχρι πρότινος είχε μόνο λιβάδια, έχει δημιουργηθεί ένας μικρός συνοικισμός στη μέση του πουθενά.
Στο μεταξύ ο πελάτης μου έχει όρεξη να πει την ιστορία του.
-Εγώ φίλε σήμερα βγήκα από τη φυλακή.
-Ωραία, του απαντάω. (Τώρα μάλιστα).
-Βγήκα, πήγα βρήκα κάτι φίλους εδώ στο "Μπαρδάρι", και πίνουμε από το μεσημέρι. Ότι λεφτά είχα κέρασα ποτά. Μόνο ένα ζευγάρι παπούτσια (μου δείχνει τα πόδια του) πρόλαβα και πήρα. Αλλά μην "ανησυχεί" εσύ, όταν φτάσουμε θα βγει ο αδελφός μου και θα σε πληρώσει.
-Τέτοια ώρα θα τον ξυπνήσετε;
-Δεν είναι πρόβλημα. Θα τον ξυπνήσω, θα πληρώσει. Εσύ μην "ανησυχεί".
Αυτός καλά το λέει, αλλά εγώ ανησυχεί. Μεθυσμένος ΚΑΙ με κατεύθυνση τις ερημιές ΚΑΙ αποφυλακισμένος σήμερα ΚΑΙ ένας αδελφός τον οποίο θα πρέπει να περιμένω να βγει να πληρώσει;
Παίρνω μικρόφωνο και προσποιούμαι ότι μιλάω με το κέντρο δηλώνοντας τον προορισμό μου.
Στο μεταξύ από το κινητό του πάνω στο ταμπλώ ακούγονται κατά καιρούς ήχοι, σαν να χτυπάει στη δόνηση με ξεψυχισμένη μπαταρία. Αυτός το αγνοεί, κι εγώ δεν επεμβαίνω. Κάποια στιγμή, σε ένα επίμονο γουργούρισμα, το παίρνει στα χέρια του, το κοιτάζει, και το ξαναπετάει πάνω στο ταμπλώ. Μάλλον δεν θέλει να απαντήσει.
-Εγώ που λες φίλε άδικα πήγα μέσα, λέει ξαφνικά. Έμενα με έναν άλλο που είχε ναρκωτικά στο σπίτι, και ήρθε η αστυνομία και έπιασε εμένα.
-Και τον άλλον δεν τον έπιασαν;
-Πάει αυτός, έφυγε για "το" πατρίδα.
Κάποια στιγμή "πέφτει". Αναμενόμενο, καθώς πρέπει να πίνει τις τελευταίες δώδεκα ώρες τουλάχιστον. Κρεμάει το κεφάλι στο στήθος του και συνεχίζει μουρμουρίζοντας ακατάληπτα.
Δεν τον ενοχλώ, μέχρι που φτάνουμε στο ΤΙΤΑΝ.
-Πού πάμε τώρα πείτε μου λίγο, τον ξυπνάω από τον λήθαργο του.
Κοιτάζει γύρω με απλανές βλέμμα, και τελικά προσανατολίζεται. Ακολουθώντας τις οδηγίες του βρισκόμαστε τελικά σ' ένα κατασκότεινο δρομάκι.
-Εδώ είναι. Στρίψε, μου λέει τελικά, δείχνοντάς μου έναν χαλικόδρομο.
Στρίβω και ανακαλύπτω ότι ο χαλικόδρομος είναι στην πραγματικότητα το πάρκινγκ ενός σπιτιού.
Ο τύπος ανοίγει την πόρτα και κατεβαίνει. Πηγαίνει και χάνεται κάπου στην είσοδο του σπιτιού, που δεν φαίνεται από εκεί που βρίσκομαι, αφήνοντας το κινητό του "ενέχυρο" στο ταμπλώ να βουίζει κάθε τρεις και λίγο.
Στο μεταξύ εγώ έχω κλείσει ασφάλειες, έχω βάλει όπισθεν, κρατάω το μικρόφωνο και είμαι έτοιμος για παν ενδεχόμενο. Μπορεί ο αδελφός του να μην έχει ιδέα για την νυχτερινή επίσκεψη του φρεσκοαποφυλακισθέντος, και να βγει με κανένα δίκανο. Μπορεί να βγουν και οι δυο με δίκανα.
Ένα λεπτό μετά πάντως, ο πελάτης μου εμφανίζεται με κάποιον ακόμη, ο οποίος δεν κρατάει τίποτε. Φοράει κι αυτός ένα σορτσάκι, που δεν αφήνει χώρο για κρυμμένα "σιδερικά". Πλησιάζουν και οι δύο, ο πελάτης μου παραπατώντας. Ο αδελφός ευγενέστατος, με πληρώνει.
-Το κινητό σας ξεχάσατε, λέω στον πελάτη μου, και απλώνω το χέρι στο ταμπλώ να του το δώσω.
Γυρίζει, με κοιτάζει με το θολό του βλέμμα και μου λέει:
-Δεν είναι κινητό, ραδιόφωνο είναι.
Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2008
Φρου φρου κι αρώματα...
Η κυρία επιβιβάζεται κάπου στην Καλαμαριά και πηγαίνει στη Τούμπα. Δεν έχουμε κάνει πεντακόσια μέτρα, όταν με ρωτάει ξαφνικά:
-Φοράτε αρώματα;
-Συνήθως βάζω απλώς αποσμητικό. (Ωχ! Μυρίζω;)
-Ναι, αλλά όταν φοράτε αρώματα, φοράτε επώνυμα;
-Ε, μάλλον.
-Μπορείτε δηλαδή να αναγνωρίσετε ένα επώνυμο άρωμα από τη μυρωδιά;
-Δεν θα το 'λεγα. Οδηγάω χρόνια μηχανή και η μύτη μου υπολειτουργεί.
-Σας αρέσουν τα αρώματα;
-Όχι όλα.
Συνεχίζει κάνοντας 4-5 ακόμη ξεκάρφωτες, προσωπικές ερωτήσεις, στις οποίες σχεδόν δεν απαντάω. Αρχίζω και εκνευρίζομαι.
-Γιατί μου τα ρωτάτε όλα αυτά; Στατιστική κάνετε;
-Όχι, όχι καθόλου.
-Τότε γιατί ρωτάτε; Τι ερωτήσεις είναι αυτές;
-Θα σας πω, θα σας πω. Ξέρετε από δίκτυα πωλήσεων;
Μου παίρνει δυο δευτερόλεπτα να κάνω τους συνειρμούς.
-Δίκτυα πωλήσεων; Πυραμιδικά συστήματα πωλήσεων εννοείτε;
-Εεε ναι (αυτό ενοχλημένα). Αλλά δεν μιλάω για τις γνωστές εταιρίες. Έχει έρθει μια καινούρια Πολωνική εταιρία με αρώματα. Έχει όλες τις επώνυμες μάρκες, όλα τα καλά αρώματα, σε απλά μπουκάλια, που με την έκπτωση οι συνεργάτες τα παίρνουμε 9 ευρώ, και τα δίνουμε 14.
-Ωραία, αλλά δεν ενδιαφέρομαι. Έχω πρόβλημα με τα φτηνά αρώματα. (Αυτό δεν είναι αλήθεια. Προσπαθώ απλώς να την εμποδίσω ευγενικά να συνεχίσει την "πώληση").
-Ναι, κι εμένα μου φέρνουν αλλεργία οι φτηνές μάρκες, μου λέει. Αλλά αυτά είναι κανονικά. Ξέρετε, έχω συνεργαστεί και με την τάδε και με την τάδε εταιρία (αναφέρει δυο γνωστές). Και δεν τα πήγα καλά. Εξάλλου, γιατί να αγοράσει κάποιος μια κρέμα από μένα με 25 ευρώ, όταν μπορεί να πάρει μια άλλη από το φαρμακείο με 10, και να είναι ευχαριστημένος; Με αυτή την Πολωνική εταιρία όμως, μέσα στο Σαββατοκύριακο έχω κάνει 18 "συνεργάτες".
-Μπράβο. Να τους χιλιάσετε.
-Ευχαριστώ. Και τα αρώματα αυτά είναι κανονικά να ξέρεις. Και στη μυρωδιά αλλά και στη διάρκεια. Για να καταλάβετε, ο οδοντίατρός μου που φοράει χρόνια την κολώνια του και την ξέρει καλά, ενθουσιάστηκε τόσο, που μου παρήγγειλε τέσσερα μπουκάλια.
-Πολύ ωραία. Απλώς σας λέω ότι εγώ δεν ενδιαφέρομαι.
-Ναι εντάξει. Ένα καλό άρωμα πάντως, μετράει. Και γιατί να δώσεις 80 ευρώ, όταν με 14 μπορείς να πάρεις την ίδια ποσότητα;
Η επιμονή της αρχίζει και μου τη δίνει.
-Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω, είναι το πώς παίρνουν αυτοί οι Πολωνέζοι τα κανονικά αρώματα και τα πουλάνε τόσο φτηνότερα, της λέω κάπως ανυπόμονα.
-Είναι που δεν πληρώνουν κατάστημα, ενοίκιο, υπαλλήλους, μου απαντάει.
-Άλλο ρωτάω. ΠΟΥ βρίσκουν τα αρώματα; Τους τα πουλάει ο Armani φτηνότερα; Δεν νομίζω...
-Μα τα αρωματικά και τα αιθέρια έλαια που χρησιμοποιούν, δεν είναι τόσο ακριβά.
-Και τα χρώματα δεν είναι ακριβά, αλλά οι ζωγράφοι πουλάνε τέχνη, όχι υλικά, της αντιτείνω.
-Ναι. Τα αρώματα είναι τα κανονικά πάντως.
-Δηλαδή θέλετε να πείτε ότι προέρχονται από τα επώνυμα εργοστάσια; Ότι πουλάνε χονδρική στο 10% της λιανικής; Δεν το πιστεύω. Προφανώς είναι αντίγραφα. Χημικά παρόμοια, αλλά απομιμήσεις. Σωστά;
-Εεε εντάξει, ναι. Είναι ολόιδια, αλλά δεν είναι τα αυθεντικά. Έχουν όμως όλες τις ευρωπαϊκές πιστοποιήσεις ότι δεν προκαλούν αλλεργίες.
-Πολύ χαίρομαι γι' αυτούς που τα χρησιμοποιούν τότε. Απλώς εγώ ΔΕΝ ενδιαφέρομαι.
Κάνει την προτελευταία της προσπάθεια:
-Καλά δεν επιμένω. Κι εγώ στην αρχή είπα, ας γραφτώ, και το πολύ πολύ θα παίρνω φτηνά τα αρώματά μου. Είναι 45 ευρώ η εγγραφή, συν τα δείγματα, συν την έκπτωση, πάλι κέρδος θα έχω. Και ξέρετε, όσο προχωράνε οι εγγραφές από αυτούς που έγραψα εγώ...
-Τόσο παίρνετε κι εσείς τα ποσοστά σας.
-Ναι.
-Ξέρετε, η προηγούμενη δουλειά μου ήταν πωλητής...
-Οπότε θα μπορούσατε να τα πάτε πολύ καλά σ' αυτή την εταιρία, με διακόπτει.
-Οπότε δεν μπορείς να πουλήσεις σε έναν πωλητή, αν δεν θέλει να αγοράσει, ολοκληρώνω τη φράση μου.
Δεν ξαναμιλάει μέχρι που φτάνουμε, οπότε κάνει και την τελευταία της κίνηση:
-Πάρε αυτό το διαφημιστικό που έχει όλη τη λίστα με τα αρώματα. Έχει και το κινητό μου στο πίσω μέρος.
Ακόμη το έχω το φυλλάδιο, αν ενδιαφέρεται κανείς.
Θέλω ποσοστά όμως...
-Φοράτε αρώματα;
-Συνήθως βάζω απλώς αποσμητικό. (Ωχ! Μυρίζω;)
-Ναι, αλλά όταν φοράτε αρώματα, φοράτε επώνυμα;
-Ε, μάλλον.
-Μπορείτε δηλαδή να αναγνωρίσετε ένα επώνυμο άρωμα από τη μυρωδιά;
-Δεν θα το 'λεγα. Οδηγάω χρόνια μηχανή και η μύτη μου υπολειτουργεί.
-Σας αρέσουν τα αρώματα;
-Όχι όλα.
Συνεχίζει κάνοντας 4-5 ακόμη ξεκάρφωτες, προσωπικές ερωτήσεις, στις οποίες σχεδόν δεν απαντάω. Αρχίζω και εκνευρίζομαι.
-Γιατί μου τα ρωτάτε όλα αυτά; Στατιστική κάνετε;
-Όχι, όχι καθόλου.
-Τότε γιατί ρωτάτε; Τι ερωτήσεις είναι αυτές;
-Θα σας πω, θα σας πω. Ξέρετε από δίκτυα πωλήσεων;
Μου παίρνει δυο δευτερόλεπτα να κάνω τους συνειρμούς.
-Δίκτυα πωλήσεων; Πυραμιδικά συστήματα πωλήσεων εννοείτε;
-Εεε ναι (αυτό ενοχλημένα). Αλλά δεν μιλάω για τις γνωστές εταιρίες. Έχει έρθει μια καινούρια Πολωνική εταιρία με αρώματα. Έχει όλες τις επώνυμες μάρκες, όλα τα καλά αρώματα, σε απλά μπουκάλια, που με την έκπτωση οι συνεργάτες τα παίρνουμε 9 ευρώ, και τα δίνουμε 14.
-Ωραία, αλλά δεν ενδιαφέρομαι. Έχω πρόβλημα με τα φτηνά αρώματα. (Αυτό δεν είναι αλήθεια. Προσπαθώ απλώς να την εμποδίσω ευγενικά να συνεχίσει την "πώληση").
-Ναι, κι εμένα μου φέρνουν αλλεργία οι φτηνές μάρκες, μου λέει. Αλλά αυτά είναι κανονικά. Ξέρετε, έχω συνεργαστεί και με την τάδε και με την τάδε εταιρία (αναφέρει δυο γνωστές). Και δεν τα πήγα καλά. Εξάλλου, γιατί να αγοράσει κάποιος μια κρέμα από μένα με 25 ευρώ, όταν μπορεί να πάρει μια άλλη από το φαρμακείο με 10, και να είναι ευχαριστημένος; Με αυτή την Πολωνική εταιρία όμως, μέσα στο Σαββατοκύριακο έχω κάνει 18 "συνεργάτες".
-Μπράβο. Να τους χιλιάσετε.
-Ευχαριστώ. Και τα αρώματα αυτά είναι κανονικά να ξέρεις. Και στη μυρωδιά αλλά και στη διάρκεια. Για να καταλάβετε, ο οδοντίατρός μου που φοράει χρόνια την κολώνια του και την ξέρει καλά, ενθουσιάστηκε τόσο, που μου παρήγγειλε τέσσερα μπουκάλια.
-Πολύ ωραία. Απλώς σας λέω ότι εγώ δεν ενδιαφέρομαι.
-Ναι εντάξει. Ένα καλό άρωμα πάντως, μετράει. Και γιατί να δώσεις 80 ευρώ, όταν με 14 μπορείς να πάρεις την ίδια ποσότητα;
Η επιμονή της αρχίζει και μου τη δίνει.
-Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω, είναι το πώς παίρνουν αυτοί οι Πολωνέζοι τα κανονικά αρώματα και τα πουλάνε τόσο φτηνότερα, της λέω κάπως ανυπόμονα.
-Είναι που δεν πληρώνουν κατάστημα, ενοίκιο, υπαλλήλους, μου απαντάει.
-Άλλο ρωτάω. ΠΟΥ βρίσκουν τα αρώματα; Τους τα πουλάει ο Armani φτηνότερα; Δεν νομίζω...
-Μα τα αρωματικά και τα αιθέρια έλαια που χρησιμοποιούν, δεν είναι τόσο ακριβά.
-Και τα χρώματα δεν είναι ακριβά, αλλά οι ζωγράφοι πουλάνε τέχνη, όχι υλικά, της αντιτείνω.
-Ναι. Τα αρώματα είναι τα κανονικά πάντως.
-Δηλαδή θέλετε να πείτε ότι προέρχονται από τα επώνυμα εργοστάσια; Ότι πουλάνε χονδρική στο 10% της λιανικής; Δεν το πιστεύω. Προφανώς είναι αντίγραφα. Χημικά παρόμοια, αλλά απομιμήσεις. Σωστά;
-Εεε εντάξει, ναι. Είναι ολόιδια, αλλά δεν είναι τα αυθεντικά. Έχουν όμως όλες τις ευρωπαϊκές πιστοποιήσεις ότι δεν προκαλούν αλλεργίες.
-Πολύ χαίρομαι γι' αυτούς που τα χρησιμοποιούν τότε. Απλώς εγώ ΔΕΝ ενδιαφέρομαι.
Κάνει την προτελευταία της προσπάθεια:
-Καλά δεν επιμένω. Κι εγώ στην αρχή είπα, ας γραφτώ, και το πολύ πολύ θα παίρνω φτηνά τα αρώματά μου. Είναι 45 ευρώ η εγγραφή, συν τα δείγματα, συν την έκπτωση, πάλι κέρδος θα έχω. Και ξέρετε, όσο προχωράνε οι εγγραφές από αυτούς που έγραψα εγώ...
-Τόσο παίρνετε κι εσείς τα ποσοστά σας.
-Ναι.
-Ξέρετε, η προηγούμενη δουλειά μου ήταν πωλητής...
-Οπότε θα μπορούσατε να τα πάτε πολύ καλά σ' αυτή την εταιρία, με διακόπτει.
-Οπότε δεν μπορείς να πουλήσεις σε έναν πωλητή, αν δεν θέλει να αγοράσει, ολοκληρώνω τη φράση μου.
Δεν ξαναμιλάει μέχρι που φτάνουμε, οπότε κάνει και την τελευταία της κίνηση:
-Πάρε αυτό το διαφημιστικό που έχει όλη τη λίστα με τα αρώματα. Έχει και το κινητό μου στο πίσω μέρος.
Ακόμη το έχω το φυλλάδιο, αν ενδιαφέρεται κανείς.
Θέλω ποσοστά όμως...
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008
Βορειοευρωπαίοι
Ξαφνικά θυμήθηκα ένα παλιό περιστατικό…
Καλοκαίρι, αποβιβάζω στα (παλιά) ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Οι συνήθεις ύποπτοι "συνάδελφοι" απουσιάζουν, Μάλλον ήρθαν λεωφορεία νωρίτερα.
Στην πιάτσα του ΚΤΕΛ περιμένουν έξι άνθρωποι, Βορειοευρωπαίοι κρίνοντας από την εμφάνιση και τη γλώσσα που μιλάνε μεταξύ τους. Οι δύο από αυτούς, ένα ζευγάρι κοντά στα εξήντα, έρχονται, και με συμπαθητικά αγγλικά με ρωτάνε αν είμαι ελεύθερος. "of course" είμαι. Καθώς βάζουμε τις διάφορες αποσκευές τους στο πορτμπαγκάζ εμφανίζεται "συνάδελφος" με Μερσεντές ταξί και ανάλογο ύφος. Κόβει την κατάσταση, βλέπει ότι δεν έχει κόσμο να κάνει παιχνίδι και πλησιάζει να ρωτήσει που πάνε οι υπόλοιποι τέσσερις πελάτες. Αποδεικνύεται ότι είναι παρέα με τους δικούς μου και πηγαίνουν όλοι στο αεροδρόμιο.
Δεν ξέρω τι προορισμό θα προτιμούσε ο "συνάδελφος" αλλά η διαδρομή δεν του αρέσει. Με ύφος "τι να κάνω, θα σας πάω γιατί είμαι μεγαλόψυχος" ανοίγει το πορτμπαγκάζ (τραβάει ένα μοχλό μέσα στο αυτοκίνητο, και το πορτμπαγκάζ ανοίγει μόνο του) και τους παρακολουθεί να παιδεύονται να βάλουν τις αποσκευές τους μέσα, ενώ ο ίδιος καπνίζει χαλαρά παραδίπλα. Φεύγω να μην τον βλέπω, αλλά με προλαβαίνει στο φανάρι λίγο παρακάτω.
Βγαίνοντας στον δρόμο Χαλκιδικής έρχεται δίπλα μου. Γυρίζω και τον κοιτάζω.
Προσπαθώντας να μην τον δούνε οι επιβάτες του, ανοιγοκλείνει τα χέρια του δυο φορές, ενώ βλέπω στο στόμα του να σχηματίζεται η λέξη "Είκοσι". Τόσο θέλει να χρεώσουμε την διαδρομή, η πραγματική αξία της οποίας πρέπει να είναι γύρω στα μισά. Του κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά και του δείχνω το ταξίμετρο μου. Στη συνέχεια επιταχύνω προσπαθώντας να φτάσω στο αεροδρόμιο πριν από αυτόν, ώστε να μη χρειαστεί να πάρω θέση όταν ανακοινώσει την "χρέωσή" του.
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Το ζεύγος κατεβαίνει, κατεβάζουμε και τα πράγματα και με πληρώνουν. Ξαφνικά η γυναίκα αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στις αποσκευές. Κάτι λείπει. Καταλαβαίνει τελικά ότι στην καρέκλα της στο "καφέ" του ΚΤΕΛ, έχει ξεχάσει την μικρή άσπρη τσάντα της, που περιέχει τα περισσότερα λεφτά τους, τα διαβατήρια και τα εισιτήρια του αεροπλάνου. Μου ζητάει να την πάω πίσω να ψάξει. Εννοείται.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο σύζυγός της δεν έρχεται μαζί. Λέει κάτι τύπου "εκείνη τα ξέχασε, εκείνη να τα ψάξει" και μένει στο αεροδρόμιο με τις αποσκευές τους.
-I 'm going to get a coffee, μου λέει και γελάει. Βορειοευρωπαίος!
Ξεκινάμε για πίσω ενώ η γυναίκα εξετάζει τα πιθανά σενάρια. Αν δεν βρεθεί η τσάντα της, θα χάσουν σίγουρα το αεροπλάνο, αλλά κυρίως, θα πρέπει να απευθυνθούν σε πρεσβείες κλπ. για να ξαναβγάλουν χαρτιά. Ουσιαστικά την απασχολεί περισσότερο η καθυστέρηση (έχει κάτι δουλείες back home λέει) παρά η απώλεια χρημάτων, εγγράφων, εισιτηρίων σε μια ξένη χώρα. Βορειοευρωπαία!
Στο μεταξύ εγώ τηλεφωνώ στο ΚΤΕΛ και εξηγώ στην κοπέλα που σηκώνει το τηλέφωνο τι έχει συμβεί. Εκείνη έχει την καλοσύνη να βγει και να κοιτάξει στο "καφέ", αλλά δυο λεπτά μετά επιστρέφει λέγοντάς μου ότι δεν βλέπει καμία τσάντα, ούτε έχει παραδοθεί σε κάποιον υπάλληλο. Δυσοίωνο αυτό.
Φτάνουμε τελικά και κατεβαίνουμε και οι δυο από το ταξί για να ψάξουμε. Στο τραπέζι που είχαν καθίσει νωρίτερα, βρίσκεται πλέον μια μαμά με τα δυο παιδάκια της.
Και στο μπράτσο της καρέκλας της, κρέμεται μια μικρή άσπρη τσάντα.
-My bag is over there, γελάει η Βορειοευρωπαία, και τρέχει στην τσάντα της.
Η μαμά με τα παιδάκια την κοιτάζει, γυρίζει σ' εμένα, (μάλλον μας είδε να φτάνουμε με το ταξί) και λέει:
-Δική της είναι ε; Την είδα μόλις καθίσαμε, και είχα σκοπό να την παραδώσω μέσα, αν δεν ερχόταν να την ζητήσει κάποιος. Τυχερή ήταν να της πεις.
Χαμογελάει στην τουρίστρια και συμπληρώνει δείχνοντας δίπλα:
-Φαντάζεσαι να είχαν καθίσει εδώ τα παλικάρια;
Στο διπλανό τραπέζι κάθεται μια παρέα αλητάμπουρες δεκαεξάχρονοι, που αν είχαν βρει την τσάντα, θα ήταν ήδη καθ' οδόν, όχι για Χαλκιδική, αλλά μάλλον για Τζαμάικα. Χαλαρά…
Καλοκαίρι, αποβιβάζω στα (παλιά) ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Οι συνήθεις ύποπτοι "συνάδελφοι" απουσιάζουν, Μάλλον ήρθαν λεωφορεία νωρίτερα.
Στην πιάτσα του ΚΤΕΛ περιμένουν έξι άνθρωποι, Βορειοευρωπαίοι κρίνοντας από την εμφάνιση και τη γλώσσα που μιλάνε μεταξύ τους. Οι δύο από αυτούς, ένα ζευγάρι κοντά στα εξήντα, έρχονται, και με συμπαθητικά αγγλικά με ρωτάνε αν είμαι ελεύθερος. "of course" είμαι. Καθώς βάζουμε τις διάφορες αποσκευές τους στο πορτμπαγκάζ εμφανίζεται "συνάδελφος" με Μερσεντές ταξί και ανάλογο ύφος. Κόβει την κατάσταση, βλέπει ότι δεν έχει κόσμο να κάνει παιχνίδι και πλησιάζει να ρωτήσει που πάνε οι υπόλοιποι τέσσερις πελάτες. Αποδεικνύεται ότι είναι παρέα με τους δικούς μου και πηγαίνουν όλοι στο αεροδρόμιο.
Δεν ξέρω τι προορισμό θα προτιμούσε ο "συνάδελφος" αλλά η διαδρομή δεν του αρέσει. Με ύφος "τι να κάνω, θα σας πάω γιατί είμαι μεγαλόψυχος" ανοίγει το πορτμπαγκάζ (τραβάει ένα μοχλό μέσα στο αυτοκίνητο, και το πορτμπαγκάζ ανοίγει μόνο του) και τους παρακολουθεί να παιδεύονται να βάλουν τις αποσκευές τους μέσα, ενώ ο ίδιος καπνίζει χαλαρά παραδίπλα. Φεύγω να μην τον βλέπω, αλλά με προλαβαίνει στο φανάρι λίγο παρακάτω.
Βγαίνοντας στον δρόμο Χαλκιδικής έρχεται δίπλα μου. Γυρίζω και τον κοιτάζω.
Προσπαθώντας να μην τον δούνε οι επιβάτες του, ανοιγοκλείνει τα χέρια του δυο φορές, ενώ βλέπω στο στόμα του να σχηματίζεται η λέξη "Είκοσι". Τόσο θέλει να χρεώσουμε την διαδρομή, η πραγματική αξία της οποίας πρέπει να είναι γύρω στα μισά. Του κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά και του δείχνω το ταξίμετρο μου. Στη συνέχεια επιταχύνω προσπαθώντας να φτάσω στο αεροδρόμιο πριν από αυτόν, ώστε να μη χρειαστεί να πάρω θέση όταν ανακοινώσει την "χρέωσή" του.
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Το ζεύγος κατεβαίνει, κατεβάζουμε και τα πράγματα και με πληρώνουν. Ξαφνικά η γυναίκα αρχίζει να ψάχνει ανάμεσα στις αποσκευές. Κάτι λείπει. Καταλαβαίνει τελικά ότι στην καρέκλα της στο "καφέ" του ΚΤΕΛ, έχει ξεχάσει την μικρή άσπρη τσάντα της, που περιέχει τα περισσότερα λεφτά τους, τα διαβατήρια και τα εισιτήρια του αεροπλάνου. Μου ζητάει να την πάω πίσω να ψάξει. Εννοείται.
Προς μεγάλη μου έκπληξη, ο σύζυγός της δεν έρχεται μαζί. Λέει κάτι τύπου "εκείνη τα ξέχασε, εκείνη να τα ψάξει" και μένει στο αεροδρόμιο με τις αποσκευές τους.
-I 'm going to get a coffee, μου λέει και γελάει. Βορειοευρωπαίος!
Ξεκινάμε για πίσω ενώ η γυναίκα εξετάζει τα πιθανά σενάρια. Αν δεν βρεθεί η τσάντα της, θα χάσουν σίγουρα το αεροπλάνο, αλλά κυρίως, θα πρέπει να απευθυνθούν σε πρεσβείες κλπ. για να ξαναβγάλουν χαρτιά. Ουσιαστικά την απασχολεί περισσότερο η καθυστέρηση (έχει κάτι δουλείες back home λέει) παρά η απώλεια χρημάτων, εγγράφων, εισιτηρίων σε μια ξένη χώρα. Βορειοευρωπαία!
Στο μεταξύ εγώ τηλεφωνώ στο ΚΤΕΛ και εξηγώ στην κοπέλα που σηκώνει το τηλέφωνο τι έχει συμβεί. Εκείνη έχει την καλοσύνη να βγει και να κοιτάξει στο "καφέ", αλλά δυο λεπτά μετά επιστρέφει λέγοντάς μου ότι δεν βλέπει καμία τσάντα, ούτε έχει παραδοθεί σε κάποιον υπάλληλο. Δυσοίωνο αυτό.
Φτάνουμε τελικά και κατεβαίνουμε και οι δυο από το ταξί για να ψάξουμε. Στο τραπέζι που είχαν καθίσει νωρίτερα, βρίσκεται πλέον μια μαμά με τα δυο παιδάκια της.
Και στο μπράτσο της καρέκλας της, κρέμεται μια μικρή άσπρη τσάντα.
-My bag is over there, γελάει η Βορειοευρωπαία, και τρέχει στην τσάντα της.
Η μαμά με τα παιδάκια την κοιτάζει, γυρίζει σ' εμένα, (μάλλον μας είδε να φτάνουμε με το ταξί) και λέει:
-Δική της είναι ε; Την είδα μόλις καθίσαμε, και είχα σκοπό να την παραδώσω μέσα, αν δεν ερχόταν να την ζητήσει κάποιος. Τυχερή ήταν να της πεις.
Χαμογελάει στην τουρίστρια και συμπληρώνει δείχνοντας δίπλα:
-Φαντάζεσαι να είχαν καθίσει εδώ τα παλικάρια;
Στο διπλανό τραπέζι κάθεται μια παρέα αλητάμπουρες δεκαεξάχρονοι, που αν είχαν βρει την τσάντα, θα ήταν ήδη καθ' οδόν, όχι για Χαλκιδική, αλλά μάλλον για Τζαμάικα. Χαλαρά…
Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008
Υπομονή...
Έξι περίπου χρόνια αφού άρχισα να κάνω αυτή τη δουλειά, η υπομονή μου αρχίζει να εξαντλείται.
-Με τους οδηγούς που αργοσέρνονται ενώ το φανάρι μπροστά τους είναι πράσινο, μέχρι να τους σταματήσει το κόκκινο. Και ακόμη χειρότερα, μ’ αυτούς που τελευταία στιγμή αντιλαμβάνονται το πορτοκαλί και επιταχύνουν, αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους στο κόκκινο να αλλάζουν χρώματα.
-Με τους οδηγούς που βαριούνται να στρίψουν το τιμόνι τους δέκα εκατοστά για να παρακάμψουν κάποιο εμπόδιο (πχ σταματημένο ταξί, λεωφορείο) και κάθονται περιμένοντας πίσω του, σταματώντας την κυκλοφορία. Ακόμη περισσότερο με αυτούς που δεν μπορούν να διαλέξουν μια λωρίδα, και σταματάνε ή κινούνται ανάμεσα σε δύο, μπλοκάροντας και τις δύο.
-Με τους οδηγούς που οδηγούν μιλώντας στο κινητό ΧΩΡΙΣ handsfree, bluetooth, ή έστω ανοιχτή ακρόαση. Οδηγώντας έτσι με το ένα χέρι, το μισό οπτικό πεδίο, και το ένα δέκατο της προσοχής. Και βάζοντάς μας όλους σε κίνδυνο.
-Με τις κυρίες που μπορεί να έχουν οδηγήσει στη ζωή τους όλη τρεις τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα (όσα κάνω σε ένα μήνα), έχουν όμως ΑΠΟΨΗ, και την εκφράζουν με το πιο κακιασμένα δασκαλίστικο ύφος, ανάβοντας φώτα, κορνάροντας, βρίζοντας και χειρονομώντας, όταν "θεωρούν" ότι έχουν δίκιο σε κάποια κατάσταση. "Θεωρούν", γιατί τις περισσότερες φορές κάνουν λάθος.
-Με τους οδηγούς που "κολλάνε προφυλακτήρες" σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας με 100-140 χιλιόμετρα την ώρα. Οδηγάω με τα μάτια στον καθρέφτη, ενώ εύχομαι να μη χρειαστεί να φρενάρω, γιατί θα βρεθούμε συνεπιβάτες, "ενωμένοι εις λαμαρίναν μίαν".
-Με τους οδηγούς των αστικών λεωφορείων που θεωρούν ότι οι δρόμοι τους ανήκουν. Και ξαναγράφουν τον Κ.Ο.Κ., περνώντας κόκκινα φανάρια (ακόμη και παρουσία τροχονόμων), αλλάζουν λωρίδες σκουπίζοντας όποιον άτυχο δεν πρόλαβε να φύγει από το διάβα τους, ξεκινούν από τις στάσεις χωρίς να ρίξουν μια ματιά στον καθρέφτη, κλείνουν σχεδόν με κακία τυχόν περάσματα (ούτε αυτοκίνητο, ούτε μηχανάκι δεν θα με περάσει) και γενικά βάζουν σε κίνδυνο τους ανυποψίαστους οδηγούς.
-Με τους κακο-διπλο-τριπλο-παρκαρισμένους, που σταματάνε σε γωνίες, σε στενέματα, σε κεντρικούς δρόμους, διακόπτοντας την κυκλοφορία "για ένα λεπτό" (δηλαδή για πέντε λεπτά με μισή ώρα), δηλαδή χάος χιλιομέτρων πίσω και γύρω τους. Ενώ θα μπορούσαν τις περισσότερες φορές να σταματήσουν δέκα μέτρα παραπέρα, να μην ενοχλούν και να μην ενοχλούνται.
-Με τα παλικαριά που οδηγάνε μηχανάκια μέσα στη μαύρη νύχτα (και ειδικά delivery) χωρίς ΚΑΘΟΛΟΥ φώτα, κάνοντας σφήνες και παραβιάζοντας στοπ, φανάρια και λοιπά. Χωρίς φώτα είσαι αόρατος. Κινδυνεύεις. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβει κανείς;
-Με τους ιδιοκτήτες BMW (αλλά και άλλων "ακριβών" αυτοκινήτων), που μαζί με το αυτοκίνητο "αγόρασαν και προτεραιότητα στο δρόμο", όπως χαρακτηριστικά μου είπε ένας από αυτούς. Προτεραιότητα στην βλακεία αγόρασαν. Όχι ότι την χρειάζονται.
-Με τους (άνω των εξήντα συνήθως) ιδιοκτήτες-οδηγούς Mercedes με 2500, 3000, 5000, 7000 κυβικά, που όμως σεεεερνονται στο δρόμο. Στις εκκινήσεις τους προσπερνάει παιδάκι με τρίκυκλο ποδηλατάκι, ενώ οι τελικές τους είναι ελαφρώς μεγαλύτερες από πεσμένο πενηνταράκι παπάκι. Εκτός και αν τους πιάσει το σύνδρομο του τζόβενου, οπότε "το πατάνε" όπου να' ναι, και φεύγουν από το δρόμο. Αφού δεν μπορείς/δεν θέλεις/φοβάσαι να το οδηγήσεις το ρημάδι, τι το πήρες; Είναι και μακρύ, είναι και φαρδύ, είναι και ανεξέλεγκτο. Πάρε ένα Yaris να κάνεις τη δουλειά σου. Ή άντε, ένα Mercedes σειράς Α. Και μικρό είναι, και δεν θα χάσεις το πρεστίζ του "άστρου" στο καπό.
-Με τους πεζούς που περνάνε το δρόμο σε όποιο σημείο τους βολεύει, χωρίς να δίνουν σημασία στα διερχόμενα αυτοκίνητα, χαζεύοντας ή/και μιλώντας στο κινητό. (Τι θα κάνεις; Θα σταματήσεις, δεν θα με χτυπήσεις). Ακόμη χειρότερα, όταν περνούν από διαβάσεις ενώ το φανάρι τους λέει το αντίθετο, και μάλιστα με το πάσο τους.
-Με τους "συναδέλφους" που κάνουν κάθε είδους καγκουριά προκειμένου να βγουν μπροστά και να σου "φάνε" τον πελάτη. Ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα ταγάρια!
-Με τους "συναδέλφους" που δύο η ώρα το βράδυ πηγαίνουν με τριάντα σε μεγάλους δρόμους (πχ Β. Όλγας) ψάχνοντας για πελάτη. Αφ' ενός, εκείνες τις ώρες τα πεζοδρόμια είναι άδεια, και οι τυχόν πελάτες, φαίνονται από χιλιόμετρα. Αφ' ετέρου, οι υπόλοιποι επίσης "ελεύθεροι" συνάδελφοι που για λόγους δεοντολογίας πρέπει να μείνουμε πίσω του, κινδυνεύουμε να πεθάνουμε από εκνευρισμένη πλήξη, ή να πάρουμε σύνταξη μέχρι αυτός να βρει πελάτη.
-Με τις εμπνευσμένες αποφάσεις, ειδικά του Δήμου Θεσσαλονίκης, να βγάζει τα απορριματοφόρα τις πλέον ακατάλληλες ώρες, στους πλέον κεντρικούς δρόμους, προκαλώντας ΤΟ χάος. Στιγμιαίο μποτιλιάρισμα, και με εκπληκτικό άρωμα.
-Με τους πελάτες που αρχικά ζητούν να τους πάω στο σημείο Α, αλλά όταν φτάνουμε εκεί, επαναπροσδιορίζουν τον προορισμό τους ως: "σημείο Α + 8 δρόμους παραπέρα." Σημείο στο οποίο θα φτάναμε ευκολότερα, γρηγορότερα και οικονομικότερα από άλλο δρόμο, αν το είχαν πει από την αρχή.
-Με τους πελάτες που πρώτα καλούν ταξί και μετά ετοιμάζονται. Οπότε, αν βρίσκεσαι κάτω από το σπίτι τους σε μισό λεπτό, θα περιμένεις άλλα δέκα. Ειδικά μ' αυτούς που έχουν κάνει κλήση σε κεντρικό ή στενό δρόμο, και σε αναγκάζουν σε κύκλους, μανούβρες ακρόαση μπινελικίων, και άλλα ευχάριστα.
Τα γράφω όλα αυτά για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ο προφανής. Καθώς όλα αυτά περνάνε από το μυαλό μου στο πληκτρολόγιο, βγαίνουν (ως ένα βαθμό) από μέσα μου. Ο δεύτερος είναι πρακτικός. Επειδή τελικά μπορεί να αρπάξω κανέναν από το λαιμό, προσπαθώ να καβαντζώσω μάρτυρες υπεράσπισης. Ή έστω, κάποιον να μου φέρνει τσιγάρα στη φυλακή.
Edit (σχεδόν δυο μέρες μετά)
Θεωρώ σημαντικό να προσθέσω ότι μπορεί να επισημαίνω τα εκνευριστικά σημεία, με τίποτε δεν ενθαρρύνω την προσωπική αντιπαράθεση όμως.
Το "κόλπο" για να επιβιώσεις είναι να έχεις τις ελάχιστες δυνατόν τριβές (άρα και τις ελάχιστες απώλειες). Οπότε βλέπεις τα διάφορα, τα αναγνωρίζεις και αποφεύγεις να συγκρουστείς μαζί τους. Κυριολεκτικά και μεταφορικά...
Όπως γράφει και το εξώφυλλο του The Hitchhiker's Guide to the Galaxy, "Ψυχραιμία"
-Με τους οδηγούς που αργοσέρνονται ενώ το φανάρι μπροστά τους είναι πράσινο, μέχρι να τους σταματήσει το κόκκινο. Και ακόμη χειρότερα, μ’ αυτούς που τελευταία στιγμή αντιλαμβάνονται το πορτοκαλί και επιταχύνουν, αφήνοντας όλους τους υπόλοιπους στο κόκκινο να αλλάζουν χρώματα.
-Με τους οδηγούς που βαριούνται να στρίψουν το τιμόνι τους δέκα εκατοστά για να παρακάμψουν κάποιο εμπόδιο (πχ σταματημένο ταξί, λεωφορείο) και κάθονται περιμένοντας πίσω του, σταματώντας την κυκλοφορία. Ακόμη περισσότερο με αυτούς που δεν μπορούν να διαλέξουν μια λωρίδα, και σταματάνε ή κινούνται ανάμεσα σε δύο, μπλοκάροντας και τις δύο.
-Με τους οδηγούς που οδηγούν μιλώντας στο κινητό ΧΩΡΙΣ handsfree, bluetooth, ή έστω ανοιχτή ακρόαση. Οδηγώντας έτσι με το ένα χέρι, το μισό οπτικό πεδίο, και το ένα δέκατο της προσοχής. Και βάζοντάς μας όλους σε κίνδυνο.
-Με τις κυρίες που μπορεί να έχουν οδηγήσει στη ζωή τους όλη τρεις τέσσερις χιλιάδες χιλιόμετρα (όσα κάνω σε ένα μήνα), έχουν όμως ΑΠΟΨΗ, και την εκφράζουν με το πιο κακιασμένα δασκαλίστικο ύφος, ανάβοντας φώτα, κορνάροντας, βρίζοντας και χειρονομώντας, όταν "θεωρούν" ότι έχουν δίκιο σε κάποια κατάσταση. "Θεωρούν", γιατί τις περισσότερες φορές κάνουν λάθος.
-Με τους οδηγούς που "κολλάνε προφυλακτήρες" σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας με 100-140 χιλιόμετρα την ώρα. Οδηγάω με τα μάτια στον καθρέφτη, ενώ εύχομαι να μη χρειαστεί να φρενάρω, γιατί θα βρεθούμε συνεπιβάτες, "ενωμένοι εις λαμαρίναν μίαν".
-Με τους οδηγούς των αστικών λεωφορείων που θεωρούν ότι οι δρόμοι τους ανήκουν. Και ξαναγράφουν τον Κ.Ο.Κ., περνώντας κόκκινα φανάρια (ακόμη και παρουσία τροχονόμων), αλλάζουν λωρίδες σκουπίζοντας όποιον άτυχο δεν πρόλαβε να φύγει από το διάβα τους, ξεκινούν από τις στάσεις χωρίς να ρίξουν μια ματιά στον καθρέφτη, κλείνουν σχεδόν με κακία τυχόν περάσματα (ούτε αυτοκίνητο, ούτε μηχανάκι δεν θα με περάσει) και γενικά βάζουν σε κίνδυνο τους ανυποψίαστους οδηγούς.
-Με τους κακο-διπλο-τριπλο-παρκαρισμένους, που σταματάνε σε γωνίες, σε στενέματα, σε κεντρικούς δρόμους, διακόπτοντας την κυκλοφορία "για ένα λεπτό" (δηλαδή για πέντε λεπτά με μισή ώρα), δηλαδή χάος χιλιομέτρων πίσω και γύρω τους. Ενώ θα μπορούσαν τις περισσότερες φορές να σταματήσουν δέκα μέτρα παραπέρα, να μην ενοχλούν και να μην ενοχλούνται.
-Με τα παλικαριά που οδηγάνε μηχανάκια μέσα στη μαύρη νύχτα (και ειδικά delivery) χωρίς ΚΑΘΟΛΟΥ φώτα, κάνοντας σφήνες και παραβιάζοντας στοπ, φανάρια και λοιπά. Χωρίς φώτα είσαι αόρατος. Κινδυνεύεις. Πόσο δύσκολο είναι να το καταλάβει κανείς;
-Με τους ιδιοκτήτες BMW (αλλά και άλλων "ακριβών" αυτοκινήτων), που μαζί με το αυτοκίνητο "αγόρασαν και προτεραιότητα στο δρόμο", όπως χαρακτηριστικά μου είπε ένας από αυτούς. Προτεραιότητα στην βλακεία αγόρασαν. Όχι ότι την χρειάζονται.
-Με τους (άνω των εξήντα συνήθως) ιδιοκτήτες-οδηγούς Mercedes με 2500, 3000, 5000, 7000 κυβικά, που όμως σεεεερνονται στο δρόμο. Στις εκκινήσεις τους προσπερνάει παιδάκι με τρίκυκλο ποδηλατάκι, ενώ οι τελικές τους είναι ελαφρώς μεγαλύτερες από πεσμένο πενηνταράκι παπάκι. Εκτός και αν τους πιάσει το σύνδρομο του τζόβενου, οπότε "το πατάνε" όπου να' ναι, και φεύγουν από το δρόμο. Αφού δεν μπορείς/δεν θέλεις/φοβάσαι να το οδηγήσεις το ρημάδι, τι το πήρες; Είναι και μακρύ, είναι και φαρδύ, είναι και ανεξέλεγκτο. Πάρε ένα Yaris να κάνεις τη δουλειά σου. Ή άντε, ένα Mercedes σειράς Α. Και μικρό είναι, και δεν θα χάσεις το πρεστίζ του "άστρου" στο καπό.
-Με τους πεζούς που περνάνε το δρόμο σε όποιο σημείο τους βολεύει, χωρίς να δίνουν σημασία στα διερχόμενα αυτοκίνητα, χαζεύοντας ή/και μιλώντας στο κινητό. (Τι θα κάνεις; Θα σταματήσεις, δεν θα με χτυπήσεις). Ακόμη χειρότερα, όταν περνούν από διαβάσεις ενώ το φανάρι τους λέει το αντίθετο, και μάλιστα με το πάσο τους.
-Με τους "συναδέλφους" που κάνουν κάθε είδους καγκουριά προκειμένου να βγουν μπροστά και να σου "φάνε" τον πελάτη. Ανεμομαζώματα, διαολοσκορπίσματα ταγάρια!
-Με τους "συναδέλφους" που δύο η ώρα το βράδυ πηγαίνουν με τριάντα σε μεγάλους δρόμους (πχ Β. Όλγας) ψάχνοντας για πελάτη. Αφ' ενός, εκείνες τις ώρες τα πεζοδρόμια είναι άδεια, και οι τυχόν πελάτες, φαίνονται από χιλιόμετρα. Αφ' ετέρου, οι υπόλοιποι επίσης "ελεύθεροι" συνάδελφοι που για λόγους δεοντολογίας πρέπει να μείνουμε πίσω του, κινδυνεύουμε να πεθάνουμε από εκνευρισμένη πλήξη, ή να πάρουμε σύνταξη μέχρι αυτός να βρει πελάτη.
-Με τις εμπνευσμένες αποφάσεις, ειδικά του Δήμου Θεσσαλονίκης, να βγάζει τα απορριματοφόρα τις πλέον ακατάλληλες ώρες, στους πλέον κεντρικούς δρόμους, προκαλώντας ΤΟ χάος. Στιγμιαίο μποτιλιάρισμα, και με εκπληκτικό άρωμα.
-Με τους πελάτες που αρχικά ζητούν να τους πάω στο σημείο Α, αλλά όταν φτάνουμε εκεί, επαναπροσδιορίζουν τον προορισμό τους ως: "σημείο Α + 8 δρόμους παραπέρα." Σημείο στο οποίο θα φτάναμε ευκολότερα, γρηγορότερα και οικονομικότερα από άλλο δρόμο, αν το είχαν πει από την αρχή.
-Με τους πελάτες που πρώτα καλούν ταξί και μετά ετοιμάζονται. Οπότε, αν βρίσκεσαι κάτω από το σπίτι τους σε μισό λεπτό, θα περιμένεις άλλα δέκα. Ειδικά μ' αυτούς που έχουν κάνει κλήση σε κεντρικό ή στενό δρόμο, και σε αναγκάζουν σε κύκλους, μανούβρες ακρόαση μπινελικίων, και άλλα ευχάριστα.
Τα γράφω όλα αυτά για δυο λόγους. Ο πρώτος είναι ο προφανής. Καθώς όλα αυτά περνάνε από το μυαλό μου στο πληκτρολόγιο, βγαίνουν (ως ένα βαθμό) από μέσα μου. Ο δεύτερος είναι πρακτικός. Επειδή τελικά μπορεί να αρπάξω κανέναν από το λαιμό, προσπαθώ να καβαντζώσω μάρτυρες υπεράσπισης. Ή έστω, κάποιον να μου φέρνει τσιγάρα στη φυλακή.
Edit (σχεδόν δυο μέρες μετά)
Θεωρώ σημαντικό να προσθέσω ότι μπορεί να επισημαίνω τα εκνευριστικά σημεία, με τίποτε δεν ενθαρρύνω την προσωπική αντιπαράθεση όμως.
Το "κόλπο" για να επιβιώσεις είναι να έχεις τις ελάχιστες δυνατόν τριβές (άρα και τις ελάχιστες απώλειες). Οπότε βλέπεις τα διάφορα, τα αναγνωρίζεις και αποφεύγεις να συγκρουστείς μαζί τους. Κυριολεκτικά και μεταφορικά...
Όπως γράφει και το εξώφυλλο του The Hitchhiker's Guide to the Galaxy, "Ψυχραιμία"
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008
Ο "Βασιλάκης"
Η παρακάτω ιστορία είναι από αυτές που θα ήθελαν βιντεοσκόπηση για να αποδοθούν σωστά. Βασίζομαι στην "κινηματογραφική" φαντασία του αναγνώστη και την παραθέτω.
Πρωινή ώρα, προσπαθώ να βγω από τα (χρήσιμα αλλά γεμάτα παγίδες) στενάκια πάνω από τη Β. Όλγας, στην περιοχή της Μπότσαρη. Το συγκεκριμένο που ανεβαίνω εκείνη τη στιγμή, είναι κάθετο στη Δελφών, και έχει φανάρι. Από εκείνα τα φανάρια που ανάβουν για 10 δευτερόλεπτα, κάθε πέντε λεπτά.
Τη συγκεκριμένη στιγμή, το φανάρι είναι πράσινο. Μπροστά μου όπως πηγαίνει ένα αυτοκινητάκι εικοσαετίας του "Ανατολικού μπλοκ". Και πηγαίνει με πέντε. Κυριολεκτικά. Το φανάρι πράσινο, και ο τύπος σέρνεται.
Κορνάρω δυο τρεις φορές, με εκείνα τα σύντομα κορναρίσματα τύπου "ξεκόλλα/προχώρα".
Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό:
Το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταματάει εντελώς. Πέντε δευτερόλεπτα μετά, ανάβει και τα alarm. Από τη θέση του οδηγού, γεμάτος νευρικότητα κατεβαίνει ένας παππούς κοντά στα εβδομήντα πέντε, κοντούλης και με φαλακρίτσα.
-Τι κορνάρεις ρε κύριε; μου λέει με αγανακτισμένο ύφος.
Ανοίγω το παράθυρο:
-Ευχαρίστως θα σας πω. Πηγαίνατε με πέντε χιλιόμετρα την ώρα, και το φανάρι μπροστά μας ήταν πράσινο. Σας κόρναρα μήπως και το προλάβουμε.
-Και τι κορνάρεις; Δεν ξέρεις ότι είναι παράνομο;
-Ενώ η παρακώλυση κυκλοφορίας είναι νόμιμη ε; του λέω, χαμογελώντας, γιατί δεν έχει νόημα να αρπαχτώ με έναν άνθρωπο στα διπλά μου χρόνια για τέτοιο θέμα.
Στο μεταξύ πίσω μας φτάνει ένα ακόμη αυτοκίνητο. Ο οδηγός του, με το που σταματάει πίσω μου, πατάει μια κόρνα...αεροπλανοφόρου.
Ο παππούς, που στο μεταξύ έχει γυρίσει την πλάτη και ανοίγει το πορτμπαγκάζ του, (να ξεφορτώσει ήθελε τελικά), πετιέται τρομαγμένος. Γυρίζει έξαλλος, κοιτάζει το αυτοκίνητο πίσω μου και με μια έντονη χειρονομία φωνάζει:
-Ε, τώρα να περιμένεις κι εσύ!
Αρχίζει να ξεφορτώνει, ενώ από τη θέση του συνοδηγού βγαίνει η γηραιά σύζυγος. Ο τύπος πίσω μου ξανακορνάρει παρατεταμένα.
-Βασιλάκη, άστα στο πεζοδρόμιο και θα πω στα παιδιά να κατέβουν να τα πάρουν. Γρήγορα Βασιλάκη μου, λέει η γιαγιά στον παππού.
-Ο Βασιλάκης της την κοιτάζει άγρια (κι εσύ τέκνον Βρούτε;), και με το πάσο του τελειώνει το ξεφόρτωμα. Ξανακοιτάζει μια πίσω, τα μαζεύει και φεύγει. Αργά αργά, ώστε να ξαναχάσουμε το προσφάτως πράσινο φανάρι...
Πρωινή ώρα, προσπαθώ να βγω από τα (χρήσιμα αλλά γεμάτα παγίδες) στενάκια πάνω από τη Β. Όλγας, στην περιοχή της Μπότσαρη. Το συγκεκριμένο που ανεβαίνω εκείνη τη στιγμή, είναι κάθετο στη Δελφών, και έχει φανάρι. Από εκείνα τα φανάρια που ανάβουν για 10 δευτερόλεπτα, κάθε πέντε λεπτά.
Τη συγκεκριμένη στιγμή, το φανάρι είναι πράσινο. Μπροστά μου όπως πηγαίνει ένα αυτοκινητάκι εικοσαετίας του "Ανατολικού μπλοκ". Και πηγαίνει με πέντε. Κυριολεκτικά. Το φανάρι πράσινο, και ο τύπος σέρνεται.
Κορνάρω δυο τρεις φορές, με εκείνα τα σύντομα κορναρίσματα τύπου "ξεκόλλα/προχώρα".
Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό:
Το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταματάει εντελώς. Πέντε δευτερόλεπτα μετά, ανάβει και τα alarm. Από τη θέση του οδηγού, γεμάτος νευρικότητα κατεβαίνει ένας παππούς κοντά στα εβδομήντα πέντε, κοντούλης και με φαλακρίτσα.
-Τι κορνάρεις ρε κύριε; μου λέει με αγανακτισμένο ύφος.
Ανοίγω το παράθυρο:
-Ευχαρίστως θα σας πω. Πηγαίνατε με πέντε χιλιόμετρα την ώρα, και το φανάρι μπροστά μας ήταν πράσινο. Σας κόρναρα μήπως και το προλάβουμε.
-Και τι κορνάρεις; Δεν ξέρεις ότι είναι παράνομο;
-Ενώ η παρακώλυση κυκλοφορίας είναι νόμιμη ε; του λέω, χαμογελώντας, γιατί δεν έχει νόημα να αρπαχτώ με έναν άνθρωπο στα διπλά μου χρόνια για τέτοιο θέμα.
Στο μεταξύ πίσω μας φτάνει ένα ακόμη αυτοκίνητο. Ο οδηγός του, με το που σταματάει πίσω μου, πατάει μια κόρνα...αεροπλανοφόρου.
Ο παππούς, που στο μεταξύ έχει γυρίσει την πλάτη και ανοίγει το πορτμπαγκάζ του, (να ξεφορτώσει ήθελε τελικά), πετιέται τρομαγμένος. Γυρίζει έξαλλος, κοιτάζει το αυτοκίνητο πίσω μου και με μια έντονη χειρονομία φωνάζει:
-Ε, τώρα να περιμένεις κι εσύ!
Αρχίζει να ξεφορτώνει, ενώ από τη θέση του συνοδηγού βγαίνει η γηραιά σύζυγος. Ο τύπος πίσω μου ξανακορνάρει παρατεταμένα.
-Βασιλάκη, άστα στο πεζοδρόμιο και θα πω στα παιδιά να κατέβουν να τα πάρουν. Γρήγορα Βασιλάκη μου, λέει η γιαγιά στον παππού.
-Ο Βασιλάκης της την κοιτάζει άγρια (κι εσύ τέκνον Βρούτε;), και με το πάσο του τελειώνει το ξεφόρτωμα. Ξανακοιτάζει μια πίσω, τα μαζεύει και φεύγει. Αργά αργά, ώστε να ξαναχάσουμε το προσφάτως πράσινο φανάρι...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)