Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Κάτι καλύτερο δεν γίνεται;

Το περιστατικό συνέβη στην αρχή της "καριέρας" μου ως οδηγού ΤΑΞΙ.

Αυτό το λέω γιατί πλέον φαντάζομαι θα το είχα χειριστεί λίγο διαφορετικά.

Φεβρουάριος, γύρω στις 10 το πρωί, βρίσκομαι σταματημένος στην πιάτσα Εγνατία με Αριστοτέλους.

Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει κάποιος, που βλέπω με την άκρη του ματιού μου γιατί ταυτόχρονα βλέπω ότι έρχεται λεωφορείο και ξεκινάω για να το προλάβω πριν μας κλείσει τον δρόμο.

-Καλημέρα, λέω, και η απάντηση είναι ένα ακατάληπτο μουρμουρητό. Εντάξει αυτό δεν είναι ασυνήθιστο, δεν έχουν όλοι όρεξη για κουβέντες, και μερικοί έχουν δύσκολη ακόμη και την καλημέρα.

-Που θα πάμε;

-Στο Άγιο Κοσμά.

-Και που είναι αυτό;

-Έξω από τις εργατικές κατοικίες. (η φωνή του κάθε φορά που μιλάει είναι μεταξύ μουρμουρητού και τραυλίσματος)

-Ποιες εργατικές ρε φίλε, ρωτάω και για πρώτη φορά γυρνάω και τον κοιτάζω.

Ο τύπος, Φεβρουάριο μήνα είπαμε, φοράει ΜΟΝΟ εσώρουχα μπλε χρώματος, σκισμένα αθλητικά παπούτσια, και κρατάει ένα δερμάτινο παραφουσκωμένο πορτοφόλι.

-Κοίτα, του λέω, δεν ξέρω που είναι αυτό, πες μου που να σε αφήσω.

(Εδώ ήταν το λάθος, έπρεπε απλώς να σταματήσω και να του πω να κατέβει να τελειώνουμε).

Από εδώ πάμε, από εκεί πάμε, από τα περαστικά αυτοκίνητα μας κοιτάζουν, τελικά, μετά από μεγάλο ζιγκ-ζαγκ φτάνουμε στην πλατεία Αντιγονιδών.

-Πόσο θέλεις; με ρωτάει.

-Ενάμισι ευρώ, του απαντάω (τόσο ήταν τότε η ελάχιστη μίσθωση).

Ανοίγει το δερμάτινο πορτοφόλι, και αποκαλύπτεται ότι είναι γεμάτο με διπλωμένες εφημερίδες.

Ψάχνει ψάχνει, βγάζει μια τηλεκάρτα, συνεχίζει να ψάχνει αλλά το μόνο που βρίσκει είναι εφημερίδες.

-Τίποτε καλύτερο δεν γίνεται; μου λέει.

-Τι καλύτερο ρε φίλε, του απαντάω, την τηλεκάρτα θα μου δώσεις; Άντε φύγε, δεν θέλω τίποτε.

Μουρμουρίζει κάτι, βγαίνει, και καθώς ξεκινάω να φύγω, τον βλέπω να τραβάει για το καρτοτηλέφωνο.

1 σχόλιο:

guitarlikas είπε...

:) Πρέπει να χεις πετύχει πολλά νούμερα..Μπορεί και μένα..που ξέρεις? χαχα