Η παρακάτω ιστορία είναι από αυτές που θα ήθελαν βιντεοσκόπηση για να αποδοθούν σωστά. Βασίζομαι στην "κινηματογραφική" φαντασία του αναγνώστη και την παραθέτω.
Πρωινή ώρα, προσπαθώ να βγω από τα (χρήσιμα αλλά γεμάτα παγίδες) στενάκια πάνω από τη Β. Όλγας, στην περιοχή της Μπότσαρη. Το συγκεκριμένο που ανεβαίνω εκείνη τη στιγμή, είναι κάθετο στη Δελφών, και έχει φανάρι. Από εκείνα τα φανάρια που ανάβουν για 10 δευτερόλεπτα, κάθε πέντε λεπτά.
Τη συγκεκριμένη στιγμή, το φανάρι είναι πράσινο. Μπροστά μου όπως πηγαίνει ένα αυτοκινητάκι εικοσαετίας του "Ανατολικού μπλοκ". Και πηγαίνει με πέντε. Κυριολεκτικά. Το φανάρι πράσινο, και ο τύπος σέρνεται.
Κορνάρω δυο τρεις φορές, με εκείνα τα σύντομα κορναρίσματα τύπου "ξεκόλλα/προχώρα".
Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό:
Το προπορευόμενο αυτοκίνητο σταματάει εντελώς. Πέντε δευτερόλεπτα μετά, ανάβει και τα alarm. Από τη θέση του οδηγού, γεμάτος νευρικότητα κατεβαίνει ένας παππούς κοντά στα εβδομήντα πέντε, κοντούλης και με φαλακρίτσα.
-Τι κορνάρεις ρε κύριε; μου λέει με αγανακτισμένο ύφος.
Ανοίγω το παράθυρο:
-Ευχαρίστως θα σας πω. Πηγαίνατε με πέντε χιλιόμετρα την ώρα, και το φανάρι μπροστά μας ήταν πράσινο. Σας κόρναρα μήπως και το προλάβουμε.
-Και τι κορνάρεις; Δεν ξέρεις ότι είναι παράνομο;
-Ενώ η παρακώλυση κυκλοφορίας είναι νόμιμη ε; του λέω, χαμογελώντας, γιατί δεν έχει νόημα να αρπαχτώ με έναν άνθρωπο στα διπλά μου χρόνια για τέτοιο θέμα.
Στο μεταξύ πίσω μας φτάνει ένα ακόμη αυτοκίνητο. Ο οδηγός του, με το που σταματάει πίσω μου, πατάει μια κόρνα...αεροπλανοφόρου.
Ο παππούς, που στο μεταξύ έχει γυρίσει την πλάτη και ανοίγει το πορτμπαγκάζ του, (να ξεφορτώσει ήθελε τελικά), πετιέται τρομαγμένος. Γυρίζει έξαλλος, κοιτάζει το αυτοκίνητο πίσω μου και με μια έντονη χειρονομία φωνάζει:
-Ε, τώρα να περιμένεις κι εσύ!
Αρχίζει να ξεφορτώνει, ενώ από τη θέση του συνοδηγού βγαίνει η γηραιά σύζυγος. Ο τύπος πίσω μου ξανακορνάρει παρατεταμένα.
-Βασιλάκη, άστα στο πεζοδρόμιο και θα πω στα παιδιά να κατέβουν να τα πάρουν. Γρήγορα Βασιλάκη μου, λέει η γιαγιά στον παππού.
-Ο Βασιλάκης της την κοιτάζει άγρια (κι εσύ τέκνον Βρούτε;), και με το πάσο του τελειώνει το ξεφόρτωμα. Ξανακοιτάζει μια πίσω, τα μαζεύει και φεύγει. Αργά αργά, ώστε να ξαναχάσουμε το προσφάτως πράσινο φανάρι...
Πράγματα που συμβαίνουν κατά την οδήγηση ΤΑΞΙ στην Θεσσαλονίκη...κυρίως. Τα περισσότερα γράφονται μέσα στο ΤΑΞΙ, στο Car PC όπου τρέχει το γνωστό taxi navigator... και ανεβαίνουν αργότερα σε αυτό το blog από το σπίτι...(όχι, δεν έχω internet στο ΤΑΞΙ, ακόμα)
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008
Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008
Τριζόνια...
[disclaimer :) Το παρακάτω περιστατικό είναι απλώς ενδεικτικό. Παρόμοιες φάσεις έχουν συμβεί με διάφορες παραλλαγές. Καταλαβαίνω την κακή κατάσταση του εξαρτημένου από ουσίες, και έχω "βοηθήσει" κατά καιρούς, παίρνοντας με το ταξί ανθρώπους που ήξερα ότι μάλλον δεν θα πληρώσουν, αλλά δεν μου έκανε και καρδιά να αφήσω στον δρόμο γιατί είχαν το χάλι τους. (Σε μια περίπτωση, σταμάτησα και επιβίβασα τοξικομανή, που στην απελπισία του να βρει ταξί, είχε φτάσει στην μεσαία λωρίδα της Εγνατίας, κινδυνεύοντας να τον πατήσουν). Παρ' όλα αυτά, το ταξί ΔΕΝ είναι περιπολικό, ασθενοφόρο, ή όχημα κοινωνικής υπηρεσίας. Επίσης, αν και οι τοξικομανείς δεν είναι γενικά επικίνδυνοι, ποτέ δεν ξέρεις σε τι κατάσταση μπορεί να βρεθούν, ειδικά αν νοιώσουν στριμωγμένοι. Επίσης, όσο καλοπροαίρετος κι αν είμαι, ενοχλούμαι υπερβολικά όταν με κοροϊδεύουν μπροστά στα μούτρα μου.
Το ότι οι πρωταγωνιστές είναι αλλοδαποί, είναι συμπτωματικό, και το αναφέρω μόνο επειδή έχει σημασία στην εξιστόρηση. Είναι από τις ελάχιστες φορές που μεταφέρω αλλοδαπούς εξαρτημένους. Σε αυτό το θέμα, οι κοινότητες των μεταναστών είναι μάλλον υγιέστερες από των ντόπιων. ]
Τετάρτη βράδυ, λίγο πριν τις δώδεκα. Κατεβαίνοντας την Αγίων Πάντων, λίγο πριν τη γέφυρα των τραίνων, με σταματάει ένας τύπος. Φαίνεται αλλοδαπός, αλλά και "μούτρο". Μόλις σταματάω, από το πουθενά (ήταν κρυμμένος ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα) εμφανίζεται ένας ακόμη τύπος. Ολοφάνερα πρεζόνι. (κακό σημάδι)
Τώρα μάλιστα.
Το πρεζόνι κάθεται πίσω, το "μούτρο" μπροστά. Περιμένω να μου πουν κάτι τύπου "Δενδροπόταμο", όπου συνήθως πηγαίνουν για "ψώνια".
-Τι κάνεις φιλαράκο; πετιέται με το που κάθεται, το πρεζόνι πίσω.
-Ότι μπορώ. Που θα πάμε;
-Φλέμινγκ με Μπότσαρη (ανατολικά, στην άλλη πλευρά της πόλης).
-Μμμ εντάξει, αν και η Φλέμινγκ με την Μπότσαρη είναι παράλληλες.
-Πήγαινε από την παραλία και θα σου πούμε.
Μάλιστα. Δεν έχω κάνει πενήντα μέτρα, όταν ακούω αλλαγή στον ήχο του αυτοκινήτου. Γυρνάω το κεφάλι. Ο πίσω έχει ανοίξει το παράθυρό.
-Γιατί το άνοιξες; Ζεσταίνεσαι; Έχω αναμμένο κλιματισμό.
-Να καπνίσω ένα τσιγαράκι φιλαράκο.
-Όχι, να μην καπνίσεις εδώ μέσα. Κλείστο σε παρακαλώ.
(Γενικά, όντας και ο ίδιος καπνιστής, επιτρέπω το κάπνισμα, που από τον νόμο απαγορεύεται. Ένας στερημένος καπνιστής είναι ένας νευρικός πελάτης, κι εγώ δεν θέλω νευρικούς πελάτες, όσο δεν ενοχλούν με τον καπνό τους κανέναν. Με τα παράθυρα ανοιχτά, και το συστηματικό καθάρισμα/"απόσμηση", το ταξί παραμένει άοσμο και καθαρό. Ο συγκεκριμένος όμως, όπως τον βλέπω να γέρνει από "νύστα", μπορεί και να μας βάλει και φωτιά εκεί πίσω).
Κλείνει το παράθυρό του, και δευτερόλεπτα μετά, ρωτάει:
-Πόσο θα χτυπήσει μέχρι εκεί;
-Τι εννοείς θα χτυπήσει;
-Πόσα λεφτά θα κάνει;
-Ξέρω 'γω; Τρία, τέσσερα ευρώ; Θα μας πει το ταξίμετρο. (Κακό σημάδι. Βλέπω να πληρώνομαι με λειψά, μικρά κέρματα).
Βγαίνουμε παραλία. Σε όλη τη διαδρομή, μιλάνε δυνατά και ασταμάτητα στη γλώσσα τους. Ο συνολικός εκνευρισμός της ημέρας, κορυφώνεται. Ότι και να λένε, ακούγεται σαν να μαλώνουν και είναι πολύ κουραστικό. Από το μυαλό μου περνάνε διάφορα. Να προσποιηθώ βλάβη, να τους πω να χαμηλώσουν ένταση. Δεν έχω όμως όρεξη για αψιμαχίες. Ας τους πάω να τελειώνουμε.
Στην Καλλιδοπούλου μου ζητάνε να ανηφορίσω. Ο μπροστά γυρνάει και λέει κάτι στον πίσω. Μέσα στα "ξένα" που του λέει, ακούγεται δυο φορές και η λέξη πορτοφόλι Ελληνικότατα. Ο πίσω ψάχνεται, και απαντάει αρνητικά. Προφανώς ο μπροστά τον έχει ρωτήσει αν έχει εκείνος το πορτοφόλι του. (κακό σημάδι και πάλι και πάλι).
Στο μεταξύ χτυπάει το κινητό του μπροστά. Το σηκώνει και μέσα στο ξενόγλωσσο μπλα μπλα, εμφανίζεται πάλι η λέξη "πορτοφόλι". Ακούγεται καθησυχασμένος. Κλείνει, και λέει στον πίσω στα Ελληνικά:
-Στο αυτοκίνητο ξέχασα το πορτοφόλι. Και έχω εξακόσια ευρώ μέσα.(κακό, κακό σημάδι :))
Βγαίνουμε αριστερά στη Δελφών.
-Εδώ, εδώ.
Σταματάω.
-3,70, τους λέω.
Ο μπροστά εμφανίζει αμέσως ένα κέρμα των δύο ευρώ, που τόση ώρα πρέπει να κρατούσε στο χέρι του.
-Φίλε δυο ευρώ έχουμε... ξεκινάει να λέει.
-Και γιατί μπήκατε στο ταξί αφού έχετε μόνο δύο ευρώ; αγριεύω.
-Όχι, όχι, δεν το ξέραμε. Ξέχασα το πορτοφόλι μου.
-Ξέχασες το πορτοφόλι σου; Πάμε να το πάρουμε, του λέω.
-Ρε φιλαράκο χάλια είμαι, κλαψουρίζει ξαφνικά ο πίσω με ένταση. "Πρεζόνης" είμαι. Πρεζόνης..
-Το βλέπω "ρε φιλαράκο" τι είσαι, του αντιγυρίζω. Από την αρχή σε είδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπαίνεις τζάμπα στα ταξί. Αφού έχετε λεφτά, πάμε να πάρουμε το πορτοφόλι.
-Στο Βαρδάρι είναι το αυτοκίνητο, λέει ο μπροστά.
-Ωραία. Πάμε στο Βαρδάρι, λέω και κάνω ότι ξεκινάω.
Ο "πρεζόνης" πανικοβάλλεται.
-Εδώ είναι το αυτοκίνητο, εδώ, φωνάζει.
Σταματάω.
-Πού εδώ είναι το αυτοκίνητο; του λέω.
Στο μεταξύ αυτός ανοίγει την πόρτα, και κάνει να κατέβει.
-Κλείσε γρήγορα την πόρτα. Θα σας πάω πίσω από εκεί που σας βρήκα, να πάτε στο αυτοκίνητο, να πάρετε τα λεφτά σας, και να βρείτε άλλο ταξί να σας πάει όπου θέλετε. Δεν θέλω λεφτά.
-Τι; Ψελλίζει ο μπροστά.
-Είπα, θα σας πάω από εκεί που σας πήρα και δεν θέλω λεφτά. Να πάρεις το πορτοφόλι σου και να γυρίσετε πίσω με άλλο ταξί.
-Όχι ρε φίλε. Σε παρακαλώ, λέει ο μπροστά. Συγνώμη κι όλα, αλλά ξέχασα το πορτοφόλι μου σου λέω.
-Ε αυτό σου λέω κι εγώ. Να σας πάω πίσω να το πάρεις, του απαντάω.
-Σε παρακαλώ άφησέ μας εδώ. Συγνώμη. Δυο ευρώ έχω. Θα σου δώσω την ταυτότητά μου, να βρεθούμε να σου δώσω και τα 1,70 που σου χρωστάμε.
-Άσε, τα έχω ξανακούσει αυτά, του λέω. Που θα δώσουμε ραντεβού να τρέχω 1,70, που δεν θα εμφανιστείς ποτέ να μου δώσεις. Έχασα την ταυτότητά μου, θα πεις, και θα σου βγάλουν άλλη. Άμα δεν είχατε λεφτά, ας λέγατε από την αρχή: "Έχουμε δυο ευρώ, θα μας πας; " Τι μου αρχίζετε τα παραμύθια και περιμένετε να σας πιστέψω; Άντε, δώσε τα δυο ευρώ και φύγετε.
Ο πρεζόνης πηδάει από το αυτοκίνητο όπως όπως, έρχεται μπροστά και αρχίζει να τραβάει από τον ώμο το "μούτρο".
-Πάμε, πάμε! (τώρα που μπορούμε)
Ο μπροστά κάτι ακόμη θέλει να πει. Πετάει ένα τελευταίο "συγνώμη, ευχαριστώ" και κατεβαίνει. Ο "πρεζόνης" στο μεταξύ, χώνεται τρέχοντας στο στενό δίπλα, μήπως και αλλάξω γνώμη.
Φεύγω. Δεν συνηθίζω να βρίζω, αλλά αυθόρμητα και εκ βαθέων μου βγαίνουν δυο αγανακτισμένες βρισιές που ακούω μόνο εγώ. Καλύτερα.
Το ότι οι πρωταγωνιστές είναι αλλοδαποί, είναι συμπτωματικό, και το αναφέρω μόνο επειδή έχει σημασία στην εξιστόρηση. Είναι από τις ελάχιστες φορές που μεταφέρω αλλοδαπούς εξαρτημένους. Σε αυτό το θέμα, οι κοινότητες των μεταναστών είναι μάλλον υγιέστερες από των ντόπιων. ]
Τετάρτη βράδυ, λίγο πριν τις δώδεκα. Κατεβαίνοντας την Αγίων Πάντων, λίγο πριν τη γέφυρα των τραίνων, με σταματάει ένας τύπος. Φαίνεται αλλοδαπός, αλλά και "μούτρο". Μόλις σταματάω, από το πουθενά (ήταν κρυμμένος ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα) εμφανίζεται ένας ακόμη τύπος. Ολοφάνερα πρεζόνι. (κακό σημάδι)
Τώρα μάλιστα.
Το πρεζόνι κάθεται πίσω, το "μούτρο" μπροστά. Περιμένω να μου πουν κάτι τύπου "Δενδροπόταμο", όπου συνήθως πηγαίνουν για "ψώνια".
-Τι κάνεις φιλαράκο; πετιέται με το που κάθεται, το πρεζόνι πίσω.
-Ότι μπορώ. Που θα πάμε;
-Φλέμινγκ με Μπότσαρη (ανατολικά, στην άλλη πλευρά της πόλης).
-Μμμ εντάξει, αν και η Φλέμινγκ με την Μπότσαρη είναι παράλληλες.
-Πήγαινε από την παραλία και θα σου πούμε.
Μάλιστα. Δεν έχω κάνει πενήντα μέτρα, όταν ακούω αλλαγή στον ήχο του αυτοκινήτου. Γυρνάω το κεφάλι. Ο πίσω έχει ανοίξει το παράθυρό.
-Γιατί το άνοιξες; Ζεσταίνεσαι; Έχω αναμμένο κλιματισμό.
-Να καπνίσω ένα τσιγαράκι φιλαράκο.
-Όχι, να μην καπνίσεις εδώ μέσα. Κλείστο σε παρακαλώ.
(Γενικά, όντας και ο ίδιος καπνιστής, επιτρέπω το κάπνισμα, που από τον νόμο απαγορεύεται. Ένας στερημένος καπνιστής είναι ένας νευρικός πελάτης, κι εγώ δεν θέλω νευρικούς πελάτες, όσο δεν ενοχλούν με τον καπνό τους κανέναν. Με τα παράθυρα ανοιχτά, και το συστηματικό καθάρισμα/"απόσμηση", το ταξί παραμένει άοσμο και καθαρό. Ο συγκεκριμένος όμως, όπως τον βλέπω να γέρνει από "νύστα", μπορεί και να μας βάλει και φωτιά εκεί πίσω).
Κλείνει το παράθυρό του, και δευτερόλεπτα μετά, ρωτάει:
-Πόσο θα χτυπήσει μέχρι εκεί;
-Τι εννοείς θα χτυπήσει;
-Πόσα λεφτά θα κάνει;
-Ξέρω 'γω; Τρία, τέσσερα ευρώ; Θα μας πει το ταξίμετρο. (Κακό σημάδι. Βλέπω να πληρώνομαι με λειψά, μικρά κέρματα).
Βγαίνουμε παραλία. Σε όλη τη διαδρομή, μιλάνε δυνατά και ασταμάτητα στη γλώσσα τους. Ο συνολικός εκνευρισμός της ημέρας, κορυφώνεται. Ότι και να λένε, ακούγεται σαν να μαλώνουν και είναι πολύ κουραστικό. Από το μυαλό μου περνάνε διάφορα. Να προσποιηθώ βλάβη, να τους πω να χαμηλώσουν ένταση. Δεν έχω όμως όρεξη για αψιμαχίες. Ας τους πάω να τελειώνουμε.
Στην Καλλιδοπούλου μου ζητάνε να ανηφορίσω. Ο μπροστά γυρνάει και λέει κάτι στον πίσω. Μέσα στα "ξένα" που του λέει, ακούγεται δυο φορές και η λέξη πορτοφόλι Ελληνικότατα. Ο πίσω ψάχνεται, και απαντάει αρνητικά. Προφανώς ο μπροστά τον έχει ρωτήσει αν έχει εκείνος το πορτοφόλι του. (κακό σημάδι και πάλι και πάλι).
Στο μεταξύ χτυπάει το κινητό του μπροστά. Το σηκώνει και μέσα στο ξενόγλωσσο μπλα μπλα, εμφανίζεται πάλι η λέξη "πορτοφόλι". Ακούγεται καθησυχασμένος. Κλείνει, και λέει στον πίσω στα Ελληνικά:
-Στο αυτοκίνητο ξέχασα το πορτοφόλι. Και έχω εξακόσια ευρώ μέσα.(κακό, κακό σημάδι :))
Βγαίνουμε αριστερά στη Δελφών.
-Εδώ, εδώ.
Σταματάω.
-3,70, τους λέω.
Ο μπροστά εμφανίζει αμέσως ένα κέρμα των δύο ευρώ, που τόση ώρα πρέπει να κρατούσε στο χέρι του.
-Φίλε δυο ευρώ έχουμε... ξεκινάει να λέει.
-Και γιατί μπήκατε στο ταξί αφού έχετε μόνο δύο ευρώ; αγριεύω.
-Όχι, όχι, δεν το ξέραμε. Ξέχασα το πορτοφόλι μου.
-Ξέχασες το πορτοφόλι σου; Πάμε να το πάρουμε, του λέω.
-Ρε φιλαράκο χάλια είμαι, κλαψουρίζει ξαφνικά ο πίσω με ένταση. "Πρεζόνης" είμαι. Πρεζόνης..
-Το βλέπω "ρε φιλαράκο" τι είσαι, του αντιγυρίζω. Από την αρχή σε είδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπαίνεις τζάμπα στα ταξί. Αφού έχετε λεφτά, πάμε να πάρουμε το πορτοφόλι.
-Στο Βαρδάρι είναι το αυτοκίνητο, λέει ο μπροστά.
-Ωραία. Πάμε στο Βαρδάρι, λέω και κάνω ότι ξεκινάω.
Ο "πρεζόνης" πανικοβάλλεται.
-Εδώ είναι το αυτοκίνητο, εδώ, φωνάζει.
Σταματάω.
-Πού εδώ είναι το αυτοκίνητο; του λέω.
Στο μεταξύ αυτός ανοίγει την πόρτα, και κάνει να κατέβει.
-Κλείσε γρήγορα την πόρτα. Θα σας πάω πίσω από εκεί που σας βρήκα, να πάτε στο αυτοκίνητο, να πάρετε τα λεφτά σας, και να βρείτε άλλο ταξί να σας πάει όπου θέλετε. Δεν θέλω λεφτά.
-Τι; Ψελλίζει ο μπροστά.
-Είπα, θα σας πάω από εκεί που σας πήρα και δεν θέλω λεφτά. Να πάρεις το πορτοφόλι σου και να γυρίσετε πίσω με άλλο ταξί.
-Όχι ρε φίλε. Σε παρακαλώ, λέει ο μπροστά. Συγνώμη κι όλα, αλλά ξέχασα το πορτοφόλι μου σου λέω.
-Ε αυτό σου λέω κι εγώ. Να σας πάω πίσω να το πάρεις, του απαντάω.
-Σε παρακαλώ άφησέ μας εδώ. Συγνώμη. Δυο ευρώ έχω. Θα σου δώσω την ταυτότητά μου, να βρεθούμε να σου δώσω και τα 1,70 που σου χρωστάμε.
-Άσε, τα έχω ξανακούσει αυτά, του λέω. Που θα δώσουμε ραντεβού να τρέχω 1,70, που δεν θα εμφανιστείς ποτέ να μου δώσεις. Έχασα την ταυτότητά μου, θα πεις, και θα σου βγάλουν άλλη. Άμα δεν είχατε λεφτά, ας λέγατε από την αρχή: "Έχουμε δυο ευρώ, θα μας πας; " Τι μου αρχίζετε τα παραμύθια και περιμένετε να σας πιστέψω; Άντε, δώσε τα δυο ευρώ και φύγετε.
Ο πρεζόνης πηδάει από το αυτοκίνητο όπως όπως, έρχεται μπροστά και αρχίζει να τραβάει από τον ώμο το "μούτρο".
-Πάμε, πάμε! (τώρα που μπορούμε)
Ο μπροστά κάτι ακόμη θέλει να πει. Πετάει ένα τελευταίο "συγνώμη, ευχαριστώ" και κατεβαίνει. Ο "πρεζόνης" στο μεταξύ, χώνεται τρέχοντας στο στενό δίπλα, μήπως και αλλάξω γνώμη.
Φεύγω. Δεν συνηθίζω να βρίζω, αλλά αυθόρμητα και εκ βαθέων μου βγαίνουν δυο αγανακτισμένες βρισιές που ακούω μόνο εγώ. Καλύτερα.
Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2008
Πενταήμερη με...ασφάλεια
Άνοιξη βραδάκι, ανηφορίζω στα κάστρα. Διστακτικά σηκώνει το χέρι του, και με σταματάει ένα παλικαράκι. Δέκα έξι με δέκα οχτώ χρονών, μέτριου αναστήματος, αδύνατο, με γυαλιά και εντελώς "άγουρο" βλέμμα.
-Ξέρετε που είναι το Ρόδον;
-Ναι, φυσικά.
-Μπορείτε να με πάτε εκεί;
-Εννοείται.
Μέχρι να κάνω εκατό μέτρα, μου έχει πει την ιστορία του. Έχει έρθει πενταήμερη με το σχολείο του από την Κέρκυρα, και ανέβηκε στα κάστρα να δει τη ξαδέλφη του που είναι φοιτήτρια εδώ.
Καθώς μου τα λέει όλα αυτά, έρχεται δίπλα μας ένα αυτοκίνητο, και ο οδηγός του μου κάνει νόημα να σταματήσω.
-Κάτι θα θέλει να ρωτήσει, λέω στον νεαρό.
Κάνουμε στην άκρη. Ο οδηγός σταματάει δίπλα εσωτερικά (έχει ένα ανοιχτό πάρκινγκ οικοδομής), και χωρίς να κατέβει από το αυτοκίνητο με κοιτάζει και λέει:
-Της ασφάλειας είμαι. Δόθηκε σήμα ότι κάποιος που ταιριάζει με την περιγραφή του νεαρού, επιτέθηκε σε μια κοπέλα.
Κοιτάζω τον "νεαρό". Το παιδάκι έχει αλλάξει χρώμα.
-Εγώ στην ξαδέλφη μου ήμουν. Τώρα βγήκα έξω, καταφέρνει να ψελλίσει.
-Σίγουρα; Βγες από το ταξί, του λέει ο "ασφαλίτης".
Το παιδί, βγαίνει από το ταξί. Τα πόδια του τρέμουν, Βγαίνω κι εγώ, και στέκομαι από την πλευρά του οδηγού, με ανοιχτή την πόρτα. Θέλω να έχω εύκολη πρόσβαση στο CB.
Ο τύπος τον κοιτάζει.
-Έχεις ταυτότητα ή θα σε πάρω μέσα για εξακρίβωση; τον ρωτάει.
-Δ...δεν έχω βγάλει ακόμη ταυτότητα, λέει το παιδί. Δεν έκλεψα τίποτε. Να κοιτάξτε: (αρχίζει να αδειάζει τις τσέπες του).
Η όλη ιστορία δεν μου αρέσει.Οι άνθρωποι της ασφάλειας κινούνται συνήθως ανά δύο, και το αυτοκίνητο του τύπου δεν μοιάζει για συμβατικό της αστυνομίας. Η ψηλή βαριά τετράγωνη κατασκευή του σώματος και το πρόσωπό του, είναι πολύ χαρακτηριστικά. Δεν μπορώ να τον φανταστώ να παρακολουθεί κάποιον απαρατήρητος. Από την άλλη, ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να είναι με το ΙΧ του, και να έχει φορητό CB. Και θα υπάρχουν "ρόλοι" για μια τέτοια σωματική κατασκευή.
Ο πιτσιρικάς όμως, είναι ολοφάνερα τρομοκρατημένος, και όχι επειδή είναι ένοχος.
Αποφασίζω να επέμβω.
-Εμένα πάντως μου ζήτησε να τον πάω στο Ρόδον, στο σχολείο του. Εύκολο είναι να μάθετε την ταυτότητά του από τους καθηγητές του. Όσο για την επίθεση στην κοπέλα, μήπως να πάμε να ρωτήσουμε την ξαδέλφη του, αν ήταν εκεί και τι ώρα έφυγε; Δεν πιστεύω πάντως πως είναι αυτός που ψάχνετε.
Ο τύπος με κοιτάζει εξεταστικά.
-Έτσι λες ταξιτζή;
-Έτσι μου φαίνεται.
Μας κοιτάζει μερικά δευτερόλεπτα ακόμη.
-Εντάξει, φύγετε, λέει.
Ξαναμπαίνουμε στο ταξί. Το παλικαράκι μιλάει γρήγορα και μπερδεμένα:
-Δεν έκανα τίποτε. Τώρα βγήκα από το σπίτι της ξαδέρφης μου. Μένει στην οδό...
-Σε πιστεύω, τον διακόπτω. Όπως σε πίστεψε και ο αστυνόμος. Αν ήταν αστυνόμος.
-Δηλαδή μπορεί να μην ήταν αστυνόμος; Τι ήθελε τότε;
-Μην ανησυχείς, του απαντάω. Δεν θα τον άφηνα να σε πάρει έτσι μαζί του χωρίς να δείξει κάποια ταυτότητα. Χωρίς να πάρω στην αστυνομία να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός που λέει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να βεβαιώνεσαι ότι ο άλλος είναι αυτό που ισχυρίζεται. Για καλό, και για κακό.
Ξαφνικά καταλαβαίνει τι υπαινίσσομαι και χλομιάζει ακόμη περισσότερο.
Τουλάχιστον θα έχει μια καλή ιστορία να διηγηθεί στους συμμαθητές του:)
-Ξέρετε που είναι το Ρόδον;
-Ναι, φυσικά.
-Μπορείτε να με πάτε εκεί;
-Εννοείται.
Μέχρι να κάνω εκατό μέτρα, μου έχει πει την ιστορία του. Έχει έρθει πενταήμερη με το σχολείο του από την Κέρκυρα, και ανέβηκε στα κάστρα να δει τη ξαδέλφη του που είναι φοιτήτρια εδώ.
Καθώς μου τα λέει όλα αυτά, έρχεται δίπλα μας ένα αυτοκίνητο, και ο οδηγός του μου κάνει νόημα να σταματήσω.
-Κάτι θα θέλει να ρωτήσει, λέω στον νεαρό.
Κάνουμε στην άκρη. Ο οδηγός σταματάει δίπλα εσωτερικά (έχει ένα ανοιχτό πάρκινγκ οικοδομής), και χωρίς να κατέβει από το αυτοκίνητο με κοιτάζει και λέει:
-Της ασφάλειας είμαι. Δόθηκε σήμα ότι κάποιος που ταιριάζει με την περιγραφή του νεαρού, επιτέθηκε σε μια κοπέλα.
Κοιτάζω τον "νεαρό". Το παιδάκι έχει αλλάξει χρώμα.
-Εγώ στην ξαδέλφη μου ήμουν. Τώρα βγήκα έξω, καταφέρνει να ψελλίσει.
-Σίγουρα; Βγες από το ταξί, του λέει ο "ασφαλίτης".
Το παιδί, βγαίνει από το ταξί. Τα πόδια του τρέμουν, Βγαίνω κι εγώ, και στέκομαι από την πλευρά του οδηγού, με ανοιχτή την πόρτα. Θέλω να έχω εύκολη πρόσβαση στο CB.
Ο τύπος τον κοιτάζει.
-Έχεις ταυτότητα ή θα σε πάρω μέσα για εξακρίβωση; τον ρωτάει.
-Δ...δεν έχω βγάλει ακόμη ταυτότητα, λέει το παιδί. Δεν έκλεψα τίποτε. Να κοιτάξτε: (αρχίζει να αδειάζει τις τσέπες του).
Η όλη ιστορία δεν μου αρέσει.Οι άνθρωποι της ασφάλειας κινούνται συνήθως ανά δύο, και το αυτοκίνητο του τύπου δεν μοιάζει για συμβατικό της αστυνομίας. Η ψηλή βαριά τετράγωνη κατασκευή του σώματος και το πρόσωπό του, είναι πολύ χαρακτηριστικά. Δεν μπορώ να τον φανταστώ να παρακολουθεί κάποιον απαρατήρητος. Από την άλλη, ποτέ δεν ξέρεις. Μπορεί να είναι με το ΙΧ του, και να έχει φορητό CB. Και θα υπάρχουν "ρόλοι" για μια τέτοια σωματική κατασκευή.
Ο πιτσιρικάς όμως, είναι ολοφάνερα τρομοκρατημένος, και όχι επειδή είναι ένοχος.
Αποφασίζω να επέμβω.
-Εμένα πάντως μου ζήτησε να τον πάω στο Ρόδον, στο σχολείο του. Εύκολο είναι να μάθετε την ταυτότητά του από τους καθηγητές του. Όσο για την επίθεση στην κοπέλα, μήπως να πάμε να ρωτήσουμε την ξαδέλφη του, αν ήταν εκεί και τι ώρα έφυγε; Δεν πιστεύω πάντως πως είναι αυτός που ψάχνετε.
Ο τύπος με κοιτάζει εξεταστικά.
-Έτσι λες ταξιτζή;
-Έτσι μου φαίνεται.
Μας κοιτάζει μερικά δευτερόλεπτα ακόμη.
-Εντάξει, φύγετε, λέει.
Ξαναμπαίνουμε στο ταξί. Το παλικαράκι μιλάει γρήγορα και μπερδεμένα:
-Δεν έκανα τίποτε. Τώρα βγήκα από το σπίτι της ξαδέρφης μου. Μένει στην οδό...
-Σε πιστεύω, τον διακόπτω. Όπως σε πίστεψε και ο αστυνόμος. Αν ήταν αστυνόμος.
-Δηλαδή μπορεί να μην ήταν αστυνόμος; Τι ήθελε τότε;
-Μην ανησυχείς, του απαντάω. Δεν θα τον άφηνα να σε πάρει έτσι μαζί του χωρίς να δείξει κάποια ταυτότητα. Χωρίς να πάρω στην αστυνομία να επιβεβαιώσω ότι είναι αυτός που λέει. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να βεβαιώνεσαι ότι ο άλλος είναι αυτό που ισχυρίζεται. Για καλό, και για κακό.
Ξαφνικά καταλαβαίνει τι υπαινίσσομαι και χλομιάζει ακόμη περισσότερο.
Τουλάχιστον θα έχει μια καλή ιστορία να διηγηθεί στους συμμαθητές του:)
Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008
Το γεφυράκι
Βράδυ Παρασκευής, λίγο πριν τις δώδεκα, βρίσκομαι στην πιάτσα της Πυλαίας, όταν η εκφωνήτρια κάνει κλήση:
-"Πυλαία, στροφή Πανοράματος, στο γεφυράκι". Στροφή Πανοράματος, ονομάζεται γενικά η διασταύρωση του περιφερειακού με την άνοδο για Πανόραμα. Το σημείο "ανήκει" στην πιάτσα Πυλαίας, οπότε διεκδικώ την κλήση, και κατευθύνομαι. Επειδή όμως το στίγμα είναι ασαφές, ζητάω ενημέρωση. Οι συνάδελφοι που "κατεβαίνουν" στο ενημερωτικό κανάλι για να βοηθήσουν, δυστυχώς μου λένε αυτό που ξέρω ήδη. Υπάρχουν δύο προφανή γεφυράκια, στις δυο αντίθετες πλευρές του περιφερειακού. Πηγαίνω και στα δυο. Δεν υπάρχει πελάτης.
Καινούριες διαβουλεύσεις με συναδέλφους, καινούριες βόλτες στις εξόδους του περιφερειακού. Τίποτε...
Ζητάω από το κέντρο να επικοινωνήσει με τους πελάτες. Η εκφωνήτρια τηλεφωνεί, και μετά από λίγο μου λέει:
-Βρίσκονται πάνω στο δρόμο, λίγο πιο κάτω από το γεφυράκι της στροφής Πανοράματος.
-Ρωτήστε τους, ποιο γεφυράκι; Σε ποια πλευρά του περιφερειακού;
-…Στο ρεύμα που πηγαίνει προς το κέντρο βρίσκεται η πελάτισσα, μου απαντάει μετά από λίγο η εκφωνήτρια.
Συνεχίζω την αναζήτηση, καταφέρνοντας να περάσω από όλες τις εξόδους-εισόδους του κόμβου, αλλά ματαίως. Δεν υπάρχει ψυχή. Στο μεταξύ έχουν περάσει και δέκα πέντε λεπτά από την ώρα που έγινε η κλήση.

Η αρχική διαδρομή με κίτρινη γραμμή και ο τόπος έρευνας για το "γεφυράκι" της στροφής Πανοράματος
Καλύτερα κάντε κλικ για μεγέθυνση:)
Καινούρια επικοινωνία με το κέντρο. Η εκφωνήτρια τηλεφωνεί και πάλι στην πελάτισσα. Οι πληροφορίες της και αυτή τη φορά, είναι εξ ίσου αόριστες. Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι. Έχω όμως μια ιδέα:
-Κέντρο, περάστε μου το κινητό της πελάτισσας στον παπαγάλο, να επικοινωνήσω εγώ απ' ευθείας μαζί της, μήπως και συνεννοηθούμε.
Έτσι γίνεται, και λίγη ώρα μετά, τηλεφωνώ στην πελάτισσα.
-Είμαι ο οδηγός του ταξί που έρχεται να σας παραλάβει. Πού ακριβώς βρίσκεστε;
- Μετά το γεφυράκι του Πανοράματος, λίγο παρακάτω.
-Ναι, όταν λέτε γεφυράκι του Πανοράματος; Από ποια πλευρά; Είστε σε κάποιο δρομάκι;
-Όχι, όχι, πάνω στον περιφερειακό βρισκόμαστε.
Αυτό με μπερδεύει περισσότερο, αλλά συνεχίζω τις διερευνητικές ερωτήσεις.
-Σε ποιο ρεύμα του περιφερειακού είστε. Σ' αυτό που πηγαίνει στο κέντρο, ή στο απέναντι;
-Σ' αυτό που πηγαίνει στο κέντρο.
Όσο μιλάμε έχω ήδη βγει στον περιφερειακό και ψάχνω κοντά στις εξόδους του. Δεν υπάρχει κανείς.
-Δηλαδή, ξαναρωτάω, είστε πάνω στον περιφερειακό; Σίγουρα;
-Ναι.
-Δεν σας βλέπω, και πλησιάζω το τούνελ. Μήπως πηγαίνω ανάποδα;
-Όχι, όχι. ΜΕΤΑ το τούνελ είμαστε.
-Μετά το τούνελ; Προς την πόλη;
-Ναι.
Περνάω το τούνελ, πλησιάζω στον κόμβο των Κωνσταντινουπολίτικων. Κανείς.
-Έχω περάσει και το τούνελ. Δεν σας βλέπω.
-Λίγο παρακάτω είμαστε.
Τους βλέπω τελικά. Στην άκρη του δρόμου, δίπλα σ' ένα μικρό αυτοκίνητο. Που περιμένει να το φορτώσουν στον γερανό της οδικής βοήθειας. Σταματάω πίσω τους.
Στο ταξί επιβιβάζονται δυο κοπέλες, αφήνοντας πίσω τον καλοντυμένο συνοδό τους, να συνοδεύσει το αυτοκινητάκι του στο γερανό. Προφανώς είχαν βγει για διασκέδαση, αλλά το όχημα τους πρόδωσε.
-Ξέρετε, δεν βρίσκεστε στη στροφή Πανοράματος, τους λέω. Είστε δυο κόμβους παρακάτω, στην έξοδο για Τούμπα.
-Α ναι; λέει αυτή με την οποία μιλούσα στο τηλέφωνο (αναγνωρίζω τη φωνή). Από εδώ δεν πάει για Πανόραμα; (Δείχνει την δενδροσκέπαστη, 80 μοιρών πλαγιά)
-Καλά, νύχτα είναι, μπορεί να μπερδευτεί κανείς. Αλλά πείτε μου δυο πράγματα. Κατ' αρχήν, ο άνθρωπος της οδικής βοήθειας δεν σας είπε που ακριβώς βρίσκεστε για να καλέσετε ταξί;
-Δεν άκουσε ότι καλέσαμε ταξί. Κοίταζαν το αυτοκίνητο εκείνη την ώρα.
-Μάλιστα. Πείτε μου όμως σας παρακαλώ, αυτό το γεφυράκι που ψάχνω τόση ώρα, πού βρίσκεται;
-Ε, να εκεί πίσω, δεν το βλέπετε; ρωτάει όλο απορία η κοπελιά.
Κοιτάζω από τους καθρέφτες ψάχνοντας. Και τελικά το βλέπω.
"Γεφυράκι" αποκαλεί, την ύψους οκτώ, και μήκους διακοσίων μέτρων, δύο λωρίδων, φωτισμένη με μπλέ ατμοσφαιρικό φωτισμό στις κολώνες της, στιβαρή και επιβλητική γέφυρα, του κόμβου της Τούμπας!


Ολόκληρη η διαδρομή, με πορτοκαλί το δεύτερο μέρος μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, και το σημείο όπου τελικά βρέθηκαν, η πελάτισσα και το "γεφυράκι".
-"Πυλαία, στροφή Πανοράματος, στο γεφυράκι". Στροφή Πανοράματος, ονομάζεται γενικά η διασταύρωση του περιφερειακού με την άνοδο για Πανόραμα. Το σημείο "ανήκει" στην πιάτσα Πυλαίας, οπότε διεκδικώ την κλήση, και κατευθύνομαι. Επειδή όμως το στίγμα είναι ασαφές, ζητάω ενημέρωση. Οι συνάδελφοι που "κατεβαίνουν" στο ενημερωτικό κανάλι για να βοηθήσουν, δυστυχώς μου λένε αυτό που ξέρω ήδη. Υπάρχουν δύο προφανή γεφυράκια, στις δυο αντίθετες πλευρές του περιφερειακού. Πηγαίνω και στα δυο. Δεν υπάρχει πελάτης.
Καινούριες διαβουλεύσεις με συναδέλφους, καινούριες βόλτες στις εξόδους του περιφερειακού. Τίποτε...
Ζητάω από το κέντρο να επικοινωνήσει με τους πελάτες. Η εκφωνήτρια τηλεφωνεί, και μετά από λίγο μου λέει:
-Βρίσκονται πάνω στο δρόμο, λίγο πιο κάτω από το γεφυράκι της στροφής Πανοράματος.
-Ρωτήστε τους, ποιο γεφυράκι; Σε ποια πλευρά του περιφερειακού;
-…Στο ρεύμα που πηγαίνει προς το κέντρο βρίσκεται η πελάτισσα, μου απαντάει μετά από λίγο η εκφωνήτρια.
Συνεχίζω την αναζήτηση, καταφέρνοντας να περάσω από όλες τις εξόδους-εισόδους του κόμβου, αλλά ματαίως. Δεν υπάρχει ψυχή. Στο μεταξύ έχουν περάσει και δέκα πέντε λεπτά από την ώρα που έγινε η κλήση.

Η αρχική διαδρομή με κίτρινη γραμμή και ο τόπος έρευνας για το "γεφυράκι" της στροφής Πανοράματος
Καλύτερα κάντε κλικ για μεγέθυνση:)
Καινούρια επικοινωνία με το κέντρο. Η εκφωνήτρια τηλεφωνεί και πάλι στην πελάτισσα. Οι πληροφορίες της και αυτή τη φορά, είναι εξ ίσου αόριστες. Δεν θα βγάλουμε άκρη έτσι. Έχω όμως μια ιδέα:
-Κέντρο, περάστε μου το κινητό της πελάτισσας στον παπαγάλο, να επικοινωνήσω εγώ απ' ευθείας μαζί της, μήπως και συνεννοηθούμε.
Έτσι γίνεται, και λίγη ώρα μετά, τηλεφωνώ στην πελάτισσα.
-Είμαι ο οδηγός του ταξί που έρχεται να σας παραλάβει. Πού ακριβώς βρίσκεστε;
- Μετά το γεφυράκι του Πανοράματος, λίγο παρακάτω.
-Ναι, όταν λέτε γεφυράκι του Πανοράματος; Από ποια πλευρά; Είστε σε κάποιο δρομάκι;
-Όχι, όχι, πάνω στον περιφερειακό βρισκόμαστε.
Αυτό με μπερδεύει περισσότερο, αλλά συνεχίζω τις διερευνητικές ερωτήσεις.
-Σε ποιο ρεύμα του περιφερειακού είστε. Σ' αυτό που πηγαίνει στο κέντρο, ή στο απέναντι;
-Σ' αυτό που πηγαίνει στο κέντρο.
Όσο μιλάμε έχω ήδη βγει στον περιφερειακό και ψάχνω κοντά στις εξόδους του. Δεν υπάρχει κανείς.
-Δηλαδή, ξαναρωτάω, είστε πάνω στον περιφερειακό; Σίγουρα;
-Ναι.
-Δεν σας βλέπω, και πλησιάζω το τούνελ. Μήπως πηγαίνω ανάποδα;
-Όχι, όχι. ΜΕΤΑ το τούνελ είμαστε.
-Μετά το τούνελ; Προς την πόλη;
-Ναι.
Περνάω το τούνελ, πλησιάζω στον κόμβο των Κωνσταντινουπολίτικων. Κανείς.
-Έχω περάσει και το τούνελ. Δεν σας βλέπω.
-Λίγο παρακάτω είμαστε.
Τους βλέπω τελικά. Στην άκρη του δρόμου, δίπλα σ' ένα μικρό αυτοκίνητο. Που περιμένει να το φορτώσουν στον γερανό της οδικής βοήθειας. Σταματάω πίσω τους.
Στο ταξί επιβιβάζονται δυο κοπέλες, αφήνοντας πίσω τον καλοντυμένο συνοδό τους, να συνοδεύσει το αυτοκινητάκι του στο γερανό. Προφανώς είχαν βγει για διασκέδαση, αλλά το όχημα τους πρόδωσε.
-Ξέρετε, δεν βρίσκεστε στη στροφή Πανοράματος, τους λέω. Είστε δυο κόμβους παρακάτω, στην έξοδο για Τούμπα.
-Α ναι; λέει αυτή με την οποία μιλούσα στο τηλέφωνο (αναγνωρίζω τη φωνή). Από εδώ δεν πάει για Πανόραμα; (Δείχνει την δενδροσκέπαστη, 80 μοιρών πλαγιά)
-Καλά, νύχτα είναι, μπορεί να μπερδευτεί κανείς. Αλλά πείτε μου δυο πράγματα. Κατ' αρχήν, ο άνθρωπος της οδικής βοήθειας δεν σας είπε που ακριβώς βρίσκεστε για να καλέσετε ταξί;
-Δεν άκουσε ότι καλέσαμε ταξί. Κοίταζαν το αυτοκίνητο εκείνη την ώρα.
-Μάλιστα. Πείτε μου όμως σας παρακαλώ, αυτό το γεφυράκι που ψάχνω τόση ώρα, πού βρίσκεται;
-Ε, να εκεί πίσω, δεν το βλέπετε; ρωτάει όλο απορία η κοπελιά.
Κοιτάζω από τους καθρέφτες ψάχνοντας. Και τελικά το βλέπω.
"Γεφυράκι" αποκαλεί, την ύψους οκτώ, και μήκους διακοσίων μέτρων, δύο λωρίδων, φωτισμένη με μπλέ ατμοσφαιρικό φωτισμό στις κολώνες της, στιβαρή και επιβλητική γέφυρα, του κόμβου της Τούμπας!


Ολόκληρη η διαδρομή, με πορτοκαλί το δεύτερο μέρος μετά την τηλεφωνική επικοινωνία, και το σημείο όπου τελικά βρέθηκαν, η πελάτισσα και το "γεφυράκι".
Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008
Black "Roasted" Keyboard Requiem
Το παρόν κείμενο, γράφεται στο τρίτο κατά σειρά πληκτρολόγιο του Ταξί. Το πρώτο χωρίς να έχει χρησιμοποιηθεί ιδιαίτερα για "γράψιμο", εγκατέλειψε από στράβωμα λόγω θερμοκρασιών πέρσι το καλοκαίρι. Τότε ήρθε το δεύτερο πληκτρολόγιο, στο οποίο έπεσε ο κλήρος να σηκώσει τον μεγαλύτερο "φόρτο εργασίας", και το οποίο βλέπετε στις φωτογραφίες. Σε αυτό το πληκτρολόγιο έχει γραφτεί το 99% αυτού του blog.
Αυτό το πληκτρολόγιο αποτύπωσε και αναβίωσε τις μουσικές μου ανησυχίες και αναμνήσεις στο Fruity Loops. Με την ανεπαρκή μνήμη και κάρτα ήχου (σε καμία περίπτωση δεν ήταν αυτός ο αρχικός τους σκοπός εξάλου:)) να κάνει τη μουσική να ακούγεται σαν να έχει λόξιγκα, καθώς προσπαθούσε να αποδώσει δύσκολα μουσικά κανάλια.
Το πληκτρολόγιο αυτό, έχει δει κυριολεκτικά εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα, κάτω από όλους τους καιρούς, όλες τις ώρες της μέρας και της νύχτας. Έχει χρησιμοποιηθεί σε φανάρια, μποτιλιαρίσματα, πιάτσες, περιμένοντας πελάτες, μέσα σε πλυντήρια αυτοκινήτων, αλλά και εν κινήσει μερικές φορές (με τα μάτια πάντα στο δρόμο).
Έχει υπομείνει (όσο το ταξί ήταν σταματημένο, μεταξύ βαρδιών), χαμηλές θερμοκρασίες κοντά στο μηδέν, αλλά και υψηλές, εβδομήντα και βαθμών (το γνωστό φαινόμενο του θερμοκηπίου-αυτοκινήτου). Μέχρι που ο ήλιος το παραμόρφωσε τόσο, ώστε 14 πλήκτρα του (μεταξύ των οποίων και αυτό του Space που στράβωσε εντυπωσιακά), σταμάτησαν να επανέρχονται στη θέση τους μετά το πάτημά τους. Ταυτόχρονα όλα μαζί.
Και το πληκτρολόγιο, αναγκαστικά αντικαταστάθηκε και πάει...
Το παραπάνω post αφιερωμένο σε όλα τα μάχιμα πληκτρολόγια, που πέφτουν στον αγώνα. Ιδιαίτερα στο μικρό, μαύρο δικό μου.
Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008
The Black and the Furious
Λίγο καιρό μετά την ιστορία της "Ντελφών", μου έτυχαν τα δυο παρακάτω περιστατικά, με διαφορά μιας μέρας μεταξύ τους. Επειδή, όχι μόνο δεν είμαι ρατσιστής, αλλά αντιθέτως, είμαι αντιρατσιστής, αναρωτήθηκα αν πρόκειται για προβοκατόρικη σκευωρία τύπου "black against black".
Στην πρώτη περίπτωση, επιβίβασα έναν κύριο με τυπικό προφίλ "μαύρου" επιχειρηματία. Θερινό κοστούμι, χρυσό ρολόι και δαχτυλίδια, ακριβός χαρτοφύλακας.
-Αεροδρόμιο.
-Βέβαια. (Όλοι οι διάλογοί μας μεταφράζονται από τα Αγγλικά.)
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Το ταξίμετρο γράφει 6,40.
-Πόσο κάνει; με ρωτάει.
-6,40 που έγραψε το ταξίμετρο, συν 2,80 επειδή ήρθαμε αεροδρόμιο, 9,20 σύνολο, απαντάω αναλυτικά, όπως το συνηθίζω.
-Τι; ρωτάει με έκπληξη στο πρόσωπό του.
-Εννέα ευρώ και είκοσι λεπτά, ξαναλέω. Το ταξίμετρο έγραψε...(επαναλαμβάνω και την ανάλυση της τιμής).
Με κοιτάζει και χαμογελάει τύπου "δεν είμαι κορόιδο".
-Όχι, όχι φίλε μου. Είναι πάρα πολλά, μου λέει.
-Είναι τι; Δεν πιστεύω ότι άκουσα σωστά.
-Πάρα πολλά. Θα σου δώσω εφτά ευρώ.
Τα νεύρα μου.
-Ναι, κοιτάξτε. Το ποσό που σας λέω δεν το βγάζω από το μυαλό μου. Το ταξίμετρο εδώ μπροστά σας γράφει 6,40 και κοιτάξτε κι εδώ (του δείχνω το "τιμολόγιο" που γράφει "From and to the Airport, 2,80). Σύνολο, 9,20.
Με κοιτάζει με αμφιβολία, και βγάζει ένα δεκάρικο.
-Εντάξει, κράτα οκτώ, μου λέει.
-Κοιτάξτε, εγώ δεν έχω πρόβλημα, του λέω. Τα χρήματα που σας ζητάω είναι τα νόμιμα, και εκεί πίσω έχει αστυνομία (υπάρχει όντως περιπολικό εκείνη την ώρα στη "ράμπα" του αεροδρομίου). Πολύ ευχαρίστως να πάμε να ρωτήσετε αν αμφιβάλετε.
-Εντάξει, εντάξει, μου λέει συνεχίζοντας να χαμογελάει. Παίρνω το δεκάρικο, του δίνω τα ρέστα του, τα παίρνει και φεύγει. Αν ήταν "από το U.S.A.", ξέχασε να αφήσει το υποχρεωτικό στα μέρη του, φιλοδώρημα :)
Την επόμενη μέρα, έτερος μαύρος, νεαρός αυτή τη φορά, επιβιβάζεται από την Καμάρα στην Εγνατία.
-Ολυμπιάδος δέκα, μου λέει. Τα Ελληνικά του είναι σπαστά, αλλά κατανοητά.
Καθ' οδόν με ζαλίζει στις ερωτήσεις. Οδηγάω καιρό ταξί; δικό μου είναι; βγάζω πολλά λεφτά; αυτός μπορεί να οδηγήσει; τι χαρτιά χρειάζεται; μπορεί και να το αγοράσει; κλπ κλπ.
Ταυτόχρονα, σε κάθε στροφή που παίρνω, με ρωτάει:
-Αυτή είναι η Ολυμπιάδος;
(Για όσους δεν ξέρουν, η Ολυμπιάδος είναι ο πέμπτος παράλληλος πάνω από την Εγνατία από όπου και ξεκινήσαμε, σε απόσταση ελάχιστης μίσθωσης.)
Με τα πολλά μπαίνουμε στην Ολυμπιάδος.
-Αυτή είναι η Ολυμπιάδος, του λέω.
-Το νούμερο δέκα θέλουμε, λέει και αρχίζει να ψάχνει τις οικοδομές. Τριαντα εφτά, τριάντα τρία...
-Απέναντι είναι τα ζυγά, τον διακόπτω.
-Ααα, ναι; Ναι.
-Και εκεί είναι το δέκα, του δείχνω την οικοδομή, καθώς έχουμε πλέον φτάσει.
Κοιτάζει με αμφιβολία.
-Είναι το δέκα;
-Πάνω από την είσοδο, με μικρά ασημένια γράμματα το γράφει. Το βλέπετε;
Κοιτάζει, ξανακοιτάζει, και εγώ αναρωτιέμαι, αν δεν είχε αριθμό η οικοδομή, τι θα έπρεπε να κάνω (πάλι) για να πείσω τον πελάτη ότι είμαστε εκεί που ζήτησε. Τελικά, βλέπει το νούμερο και το πρόσωπό του φωτίζεται.
-Πόσο θέλεις;
-Ελάχιστη μίσθωση κάναμε, δύο ογδόντα δηλαδή.
-Πόσα;
-Δύο ευρώ και ογδόντα λεπτά.
-Από εκεί μέχρι εδώ; Πολλά είναι.
Τα νεύρα μου.
-Κοίτα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορείς να πληρώσεις σε ταξί. Και πέντε μέτρα να κάναμε, τόσο θα ήταν.
Με κοιτάζει με δυσπιστία. Η υπομονή μου με εγκαταλείπει.
-Δες μόνος σου, να μη νομίζεις ότι τα βγάζω από το μυαλό μου, του λέω, και τραβάω το τιμολόγιο από εκεί που βρίσκεται αναρτημένο (στο ταμπλώ, μπροστά στα μάτια του), για να του δείξω.
Τρομάζει κάπως.
-Εντάξει, εντάξει, σε πιστεύω.
-Αν με πίστευες δεν θα έκανες κουβέντα ότι είναι πολλά.
-Αστεία το είπα, προσπαθεί να τα μπαλώσει.
-Ούτε αστεία το είπες, ούτε αστείο είναι.
-Εντάξει, εντάξει, ξαναλέει αυτός. Τα έχει χαμένα. Πληρώνει, παίρνει τα ρέστα και φεύγει.
Καταλαβαίνω την καχυποψία. Καλό είναι να κινείται κανείς υποψιασμένος, και να μην είναι εύκολο θύμα. Όταν όμως, και τους κανόνες δεν ξέρεις, και καχύποπτος με αυτό τον τρόπο είσαι, να περιμένεις οτιδήποτε. Επειδή το να σε θεωρούν άδικα κλέφτη, μπορεί να είναι πιο ενοχλητικό από το να σε κλέβουν.
Στην πρώτη περίπτωση, επιβίβασα έναν κύριο με τυπικό προφίλ "μαύρου" επιχειρηματία. Θερινό κοστούμι, χρυσό ρολόι και δαχτυλίδια, ακριβός χαρτοφύλακας.
-Αεροδρόμιο.
-Βέβαια. (Όλοι οι διάλογοί μας μεταφράζονται από τα Αγγλικά.)
Φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Το ταξίμετρο γράφει 6,40.
-Πόσο κάνει; με ρωτάει.
-6,40 που έγραψε το ταξίμετρο, συν 2,80 επειδή ήρθαμε αεροδρόμιο, 9,20 σύνολο, απαντάω αναλυτικά, όπως το συνηθίζω.
-Τι; ρωτάει με έκπληξη στο πρόσωπό του.
-Εννέα ευρώ και είκοσι λεπτά, ξαναλέω. Το ταξίμετρο έγραψε...(επαναλαμβάνω και την ανάλυση της τιμής).
Με κοιτάζει και χαμογελάει τύπου "δεν είμαι κορόιδο".
-Όχι, όχι φίλε μου. Είναι πάρα πολλά, μου λέει.
-Είναι τι; Δεν πιστεύω ότι άκουσα σωστά.
-Πάρα πολλά. Θα σου δώσω εφτά ευρώ.
Τα νεύρα μου.
-Ναι, κοιτάξτε. Το ποσό που σας λέω δεν το βγάζω από το μυαλό μου. Το ταξίμετρο εδώ μπροστά σας γράφει 6,40 και κοιτάξτε κι εδώ (του δείχνω το "τιμολόγιο" που γράφει "From and to the Airport, 2,80). Σύνολο, 9,20.
Με κοιτάζει με αμφιβολία, και βγάζει ένα δεκάρικο.
-Εντάξει, κράτα οκτώ, μου λέει.
-Κοιτάξτε, εγώ δεν έχω πρόβλημα, του λέω. Τα χρήματα που σας ζητάω είναι τα νόμιμα, και εκεί πίσω έχει αστυνομία (υπάρχει όντως περιπολικό εκείνη την ώρα στη "ράμπα" του αεροδρομίου). Πολύ ευχαρίστως να πάμε να ρωτήσετε αν αμφιβάλετε.
-Εντάξει, εντάξει, μου λέει συνεχίζοντας να χαμογελάει. Παίρνω το δεκάρικο, του δίνω τα ρέστα του, τα παίρνει και φεύγει. Αν ήταν "από το U.S.A.", ξέχασε να αφήσει το υποχρεωτικό στα μέρη του, φιλοδώρημα :)
Την επόμενη μέρα, έτερος μαύρος, νεαρός αυτή τη φορά, επιβιβάζεται από την Καμάρα στην Εγνατία.
-Ολυμπιάδος δέκα, μου λέει. Τα Ελληνικά του είναι σπαστά, αλλά κατανοητά.
Καθ' οδόν με ζαλίζει στις ερωτήσεις. Οδηγάω καιρό ταξί; δικό μου είναι; βγάζω πολλά λεφτά; αυτός μπορεί να οδηγήσει; τι χαρτιά χρειάζεται; μπορεί και να το αγοράσει; κλπ κλπ.
Ταυτόχρονα, σε κάθε στροφή που παίρνω, με ρωτάει:
-Αυτή είναι η Ολυμπιάδος;
(Για όσους δεν ξέρουν, η Ολυμπιάδος είναι ο πέμπτος παράλληλος πάνω από την Εγνατία από όπου και ξεκινήσαμε, σε απόσταση ελάχιστης μίσθωσης.)
Με τα πολλά μπαίνουμε στην Ολυμπιάδος.
-Αυτή είναι η Ολυμπιάδος, του λέω.
-Το νούμερο δέκα θέλουμε, λέει και αρχίζει να ψάχνει τις οικοδομές. Τριαντα εφτά, τριάντα τρία...
-Απέναντι είναι τα ζυγά, τον διακόπτω.
-Ααα, ναι; Ναι.
-Και εκεί είναι το δέκα, του δείχνω την οικοδομή, καθώς έχουμε πλέον φτάσει.
Κοιτάζει με αμφιβολία.
-Είναι το δέκα;
-Πάνω από την είσοδο, με μικρά ασημένια γράμματα το γράφει. Το βλέπετε;
Κοιτάζει, ξανακοιτάζει, και εγώ αναρωτιέμαι, αν δεν είχε αριθμό η οικοδομή, τι θα έπρεπε να κάνω (πάλι) για να πείσω τον πελάτη ότι είμαστε εκεί που ζήτησε. Τελικά, βλέπει το νούμερο και το πρόσωπό του φωτίζεται.
-Πόσο θέλεις;
-Ελάχιστη μίσθωση κάναμε, δύο ογδόντα δηλαδή.
-Πόσα;
-Δύο ευρώ και ογδόντα λεπτά.
-Από εκεί μέχρι εδώ; Πολλά είναι.
Τα νεύρα μου.
-Κοίτα, αυτό είναι το λιγότερο που μπορείς να πληρώσεις σε ταξί. Και πέντε μέτρα να κάναμε, τόσο θα ήταν.
Με κοιτάζει με δυσπιστία. Η υπομονή μου με εγκαταλείπει.
-Δες μόνος σου, να μη νομίζεις ότι τα βγάζω από το μυαλό μου, του λέω, και τραβάω το τιμολόγιο από εκεί που βρίσκεται αναρτημένο (στο ταμπλώ, μπροστά στα μάτια του), για να του δείξω.
Τρομάζει κάπως.
-Εντάξει, εντάξει, σε πιστεύω.
-Αν με πίστευες δεν θα έκανες κουβέντα ότι είναι πολλά.
-Αστεία το είπα, προσπαθεί να τα μπαλώσει.
-Ούτε αστεία το είπες, ούτε αστείο είναι.
-Εντάξει, εντάξει, ξαναλέει αυτός. Τα έχει χαμένα. Πληρώνει, παίρνει τα ρέστα και φεύγει.
Καταλαβαίνω την καχυποψία. Καλό είναι να κινείται κανείς υποψιασμένος, και να μην είναι εύκολο θύμα. Όταν όμως, και τους κανόνες δεν ξέρεις, και καχύποπτος με αυτό τον τρόπο είσαι, να περιμένεις οτιδήποτε. Επειδή το να σε θεωρούν άδικα κλέφτη, μπορεί να είναι πιο ενοχλητικό από το να σε κλέβουν.
Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008
Ο Παπαγάλος
Αυτή την ιστορία την λέω τόσο καιρό "ζωντανά", (έξι χρόνια+ που οδηγάω ταξί δηλαδή), που μάλλον ξέχασα να τη βάλω στο blog. Ιδού λοιπόν :)
Θα πρέπει να εξηγήσω πρώτα δυο τεχνικά θέματα που αφορούν στο ραδιοταξί. Κατ' αρχήν, την "πεντατονία", το "κελάηδισμα" δηλαδή που ακούγεται αφού μιλήσει κάποιος στο CB του ραδιοταξί, αφήνοντας το κουμπί του μικροφώνου. Αυτός ο πεντάτονος ήχος, "λέει" στο CB του κέντρου του ραδιοταξί, αλλά και σε όσα CB έχουν τη τεχνική δυνατότητα, ποιο ήταν το χαρακτηριστικό (ο αριθμός που βλέπετε επάνω στην "κουκούλα" του ταξί (στην Αθήνα νομίζω την λένε "καπέλο" :))) αυτού που μίλησε τελευταίος στο "κανάλι". Έχει όμως και μια ακόμη, βασικότερη ίσως χρησιμότητα. Αν πατήσεις και αφήσεις το κουμπί του μικροφώνου σε κάποιο άλλο κανάλι (συχνότητα) που υπάρχει γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ο υπολογιστής του κέντρου "βλέπει" ποιος είσαι, και αναμεταδίδει από ηχογράφηση την τελευταία κλήση που πήρες από το κέντρο. Αν δηλαδή δεν θυμάσαι οδό, αριθμό ή άλλες πληροφορίες που έδωσε η εκφωνήτρια, πας στο κατάλληλο κανάλι, πατάς το μικρόφωνο, και ακούς την εκφωνήτρια να επαναλαμβάνει την κλήση σου όσες φορές θέλεις. Το σύστημα ονομάζεται "παπαγάλος", επειδή παπαγαλίζει την τελευταία κλήση.
Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός μέχρι εδώ, ώστε να καταλάβετε παρακάτω.
Αν όχι, ξαναδιαβάστε την προηγούμενη παράγραφο…
Εντάξει λοιπόν…:)
Στην αρχή της σταδιοδρομίας μου ως ταξιτζής, και αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη και τη χρησιμότητα του παπαγάλου, καθώς μου είχαν πει και είχα ρωτήσει διάφορα, αλλά όχι αυτό, παίρνω μια από τις πρώτες μου κλήσεις.
-"Στροφή Επανομής, στη ...." λέει η εκφωνήτρια. Βάζω τελίτσες γιατί δεν έχω ακούσει καλά τι είπε. Δεν τολμάω και να ρωτήσω όμως. Θα το βρω! Χα…
Πηγαίνω στη στροφή Επανομής και περιμένω να βρω πελάτη. Δεν βλέπω κανέναν. Το σκέπτομαι λίγο και τελικά καλώ το κέντρο.
-Δεν βλέπω κανέναν εδώ. Μου είπατε και κάτι άλλο εκτός από στροφή Επανομής;
-Ο παπαγάλος σας τι λέει; ρωτάει η εκφωνήτρια, καταλαβαίνοντας ότι είμαι καινούριος.
-Ο ποιος; Δεν σας κατάλαβα κέντρο. [Είπε παπαγάλος ή το φαντάστηκα;]
-Κατεβείτε στο κανάλι δύο με κάποιον ελεγκτή να σας εξηγήσει.
Κατεβαίνω όντως στο κανάλι δύο και ζητάω βοήθεια. Ο συνάδελφος που εμφανίζεται με ρωτάει τι ψάχνω. Του εξηγώ την κατάσταση.
-Ο παπαγάλος σου τι λέει; Δεν έχεις παπαγάλο;
Το ξέρω ότι θα φανεί ανόητο, αλλά εντελώς αυθόρμητα γυρίζω και κοιτάζω μέσα στο αυτοκίνητο, ψάχνοντας να δω ίσως, να κρέμεται ανάμεσα στις πίσω θέσεις, κανένα πτηνό, που δεν το είχα προσέξει μέχρι τότε. Ή μήπως είναι κανένα εξάρτημα στο ταμπλώ, για το οποίο δεν μου είπε τίποτε ο συνεργάτης μου;
-Συγνώμη αλλά είμαι καινούριος. Αν έχω παπαγάλο, που βρίσκεται;
-Συνάδελφε, θα πας στο κανάλι 4 και θα πατήσεις μια φορά το press (το κουμπί του μικροφώνου), και θα το αφήσεις. Θα ακούσεις ηχογραφημένη την κλήση σου. Γι’ αυτό το λέμε παπαγάλο, μου εξηγεί ο συνάδελφος υπομονετικά.
Έτσι λύθηκε το μυστήριο. Κι εγώ γνωρίστηκα με το φλύαρο ηλεκτρονικό πετούμενό μας. Πολύ χρήσιμο, και πολύ μας λείπει όταν είμαστε σε σημείο που δεν μας "ακούει" για να μας απαντήσει. :)
((Παρενθετική ιστορία Ένα: Στο κουμπί του μικρόφωνου των CB συνηθως γράφει "press", υπονοώντας "πατήστε για να μιλήσετε". Οι παλαιότεροι ειδικά ταξιτζήδες που δεν ήξεραν Αγγλικά, θεώρησαν ότι έτσι ονομάζεται το μικρόφωνο του CB. Οπότε δεν είναι σπάνιο να τους ακούσεις να λένε "έχε από κοντά το press μήπως γίνει καμία κλήση" ή "μου χάλασε το καλώδιο του press", ή "δεν τον άφηνε ο επιβάτης να μιλήσει στο press". Οποιαδήποτε προσπάθεια να λύσεις την παρεξήγηση ετών δεν έχει νόημα)).
((Παρενθετική ιστορία Δύο: Το κέντρο καλεί κάποια στιγμή έναν "παππού" συνάδελφο γνωστό και από άλλες γκάφες.
-Κατεβείτε στον παπαγάλο έχετε μήνυμα, του λέει.
(Αυτό συνηθιζόταν πολύ παλαιότερα, ειδικά με αυτούς που δεν είχαν κινητό. Όποιος τους έψαχνε, τηλεφωνούσε στο κέντρο του ραδιοταξί και η εκφωνήτρια τους άφηνε μήνυμα αντί για κλήση, στον παπαγάλο).
Ο συνάδελφος λοιπόν κατεβαίνει στον παπαγάλο να ακούσει το μήνυμα.
Εγώ, στο μεταξύ κατευθύνομαι σε κλήση ήδη, και "κατεβαίνω" στον παπαγάλο για να ακούσω τον αριθμό της οδού, οπότε βρίσκομαι να παρακολουθώ τα δρώμενα.
Ο παππούς πατάει το "press" του, και ακούγεται η ηχογράφηση.
- " Πήραν τηλέφωνο από το σπίτι σας, ζήτησαν να επικοινωνήσετε. "
Οπότε ο συνάδελφος, στο κανάλι του παπαγάλου πάντα, ξαναπαίρνει το μικρόφωνο και λέει:
-Κέντρο πες τους, θα πάω σε λίγο από το σπίτι.
Αφήνει το "press", και φυσικά, ο παπαγάλος ξαναπαίζει το ίδιο ηχογραφημένο μήνυμα.
Οπότε ο τύπος ξαναπαίρνει μικρόφωνο και λέει:
-Εντάξει, εντάξει!
Αφήνει το "press", ακούγεται τρίτη φορά η πεντατονία, και ο παπαγάλος αξιόπιστα, τα λέει τρίτη φορά.
Κάπου εδώ ο συνάδελφος εγκαταλείπει ευτυχώς, και αφήνει τη συχνότητα ελεύθερη να ακούσω κι εγώ την κλήση μου επιτέλους. Όχι ότι δεν το διασκέδασα...
(Φυσικά εκτός από εμένα κατά λάθος, δεν τον ακούει κανένας άλλος. Πολύ περισσότερο η εκφωνήτρια, που δεν ακούει ποτέ σ' εκείνη τη συχνότητα). Σαν να προσπαθείς να συζητήσεις με το κασετόφωνό σου, ενώ κάνεις συνεχώς rewind δηλαδή...))
Θα πρέπει να εξηγήσω πρώτα δυο τεχνικά θέματα που αφορούν στο ραδιοταξί. Κατ' αρχήν, την "πεντατονία", το "κελάηδισμα" δηλαδή που ακούγεται αφού μιλήσει κάποιος στο CB του ραδιοταξί, αφήνοντας το κουμπί του μικροφώνου. Αυτός ο πεντάτονος ήχος, "λέει" στο CB του κέντρου του ραδιοταξί, αλλά και σε όσα CB έχουν τη τεχνική δυνατότητα, ποιο ήταν το χαρακτηριστικό (ο αριθμός που βλέπετε επάνω στην "κουκούλα" του ταξί (στην Αθήνα νομίζω την λένε "καπέλο" :))) αυτού που μίλησε τελευταίος στο "κανάλι". Έχει όμως και μια ακόμη, βασικότερη ίσως χρησιμότητα. Αν πατήσεις και αφήσεις το κουμπί του μικροφώνου σε κάποιο άλλο κανάλι (συχνότητα) που υπάρχει γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, ο υπολογιστής του κέντρου "βλέπει" ποιος είσαι, και αναμεταδίδει από ηχογράφηση την τελευταία κλήση που πήρες από το κέντρο. Αν δηλαδή δεν θυμάσαι οδό, αριθμό ή άλλες πληροφορίες που έδωσε η εκφωνήτρια, πας στο κατάλληλο κανάλι, πατάς το μικρόφωνο, και ακούς την εκφωνήτρια να επαναλαμβάνει την κλήση σου όσες φορές θέλεις. Το σύστημα ονομάζεται "παπαγάλος", επειδή παπαγαλίζει την τελευταία κλήση.
Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός μέχρι εδώ, ώστε να καταλάβετε παρακάτω.
Αν όχι, ξαναδιαβάστε την προηγούμενη παράγραφο…
Εντάξει λοιπόν…:)
Στην αρχή της σταδιοδρομίας μου ως ταξιτζής, και αγνοώντας παντελώς την ύπαρξη και τη χρησιμότητα του παπαγάλου, καθώς μου είχαν πει και είχα ρωτήσει διάφορα, αλλά όχι αυτό, παίρνω μια από τις πρώτες μου κλήσεις.
-"Στροφή Επανομής, στη ...." λέει η εκφωνήτρια. Βάζω τελίτσες γιατί δεν έχω ακούσει καλά τι είπε. Δεν τολμάω και να ρωτήσω όμως. Θα το βρω! Χα…
Πηγαίνω στη στροφή Επανομής και περιμένω να βρω πελάτη. Δεν βλέπω κανέναν. Το σκέπτομαι λίγο και τελικά καλώ το κέντρο.
-Δεν βλέπω κανέναν εδώ. Μου είπατε και κάτι άλλο εκτός από στροφή Επανομής;
-Ο παπαγάλος σας τι λέει; ρωτάει η εκφωνήτρια, καταλαβαίνοντας ότι είμαι καινούριος.
-Ο ποιος; Δεν σας κατάλαβα κέντρο. [Είπε παπαγάλος ή το φαντάστηκα;]
-Κατεβείτε στο κανάλι δύο με κάποιον ελεγκτή να σας εξηγήσει.
Κατεβαίνω όντως στο κανάλι δύο και ζητάω βοήθεια. Ο συνάδελφος που εμφανίζεται με ρωτάει τι ψάχνω. Του εξηγώ την κατάσταση.
-Ο παπαγάλος σου τι λέει; Δεν έχεις παπαγάλο;
Το ξέρω ότι θα φανεί ανόητο, αλλά εντελώς αυθόρμητα γυρίζω και κοιτάζω μέσα στο αυτοκίνητο, ψάχνοντας να δω ίσως, να κρέμεται ανάμεσα στις πίσω θέσεις, κανένα πτηνό, που δεν το είχα προσέξει μέχρι τότε. Ή μήπως είναι κανένα εξάρτημα στο ταμπλώ, για το οποίο δεν μου είπε τίποτε ο συνεργάτης μου;
-Συγνώμη αλλά είμαι καινούριος. Αν έχω παπαγάλο, που βρίσκεται;
-Συνάδελφε, θα πας στο κανάλι 4 και θα πατήσεις μια φορά το press (το κουμπί του μικροφώνου), και θα το αφήσεις. Θα ακούσεις ηχογραφημένη την κλήση σου. Γι’ αυτό το λέμε παπαγάλο, μου εξηγεί ο συνάδελφος υπομονετικά.
Έτσι λύθηκε το μυστήριο. Κι εγώ γνωρίστηκα με το φλύαρο ηλεκτρονικό πετούμενό μας. Πολύ χρήσιμο, και πολύ μας λείπει όταν είμαστε σε σημείο που δεν μας "ακούει" για να μας απαντήσει. :)
((Παρενθετική ιστορία Ένα: Στο κουμπί του μικρόφωνου των CB συνηθως γράφει "press", υπονοώντας "πατήστε για να μιλήσετε". Οι παλαιότεροι ειδικά ταξιτζήδες που δεν ήξεραν Αγγλικά, θεώρησαν ότι έτσι ονομάζεται το μικρόφωνο του CB. Οπότε δεν είναι σπάνιο να τους ακούσεις να λένε "έχε από κοντά το press μήπως γίνει καμία κλήση" ή "μου χάλασε το καλώδιο του press", ή "δεν τον άφηνε ο επιβάτης να μιλήσει στο press". Οποιαδήποτε προσπάθεια να λύσεις την παρεξήγηση ετών δεν έχει νόημα)).
((Παρενθετική ιστορία Δύο: Το κέντρο καλεί κάποια στιγμή έναν "παππού" συνάδελφο γνωστό και από άλλες γκάφες.
-Κατεβείτε στον παπαγάλο έχετε μήνυμα, του λέει.
(Αυτό συνηθιζόταν πολύ παλαιότερα, ειδικά με αυτούς που δεν είχαν κινητό. Όποιος τους έψαχνε, τηλεφωνούσε στο κέντρο του ραδιοταξί και η εκφωνήτρια τους άφηνε μήνυμα αντί για κλήση, στον παπαγάλο).
Ο συνάδελφος λοιπόν κατεβαίνει στον παπαγάλο να ακούσει το μήνυμα.
Εγώ, στο μεταξύ κατευθύνομαι σε κλήση ήδη, και "κατεβαίνω" στον παπαγάλο για να ακούσω τον αριθμό της οδού, οπότε βρίσκομαι να παρακολουθώ τα δρώμενα.
Ο παππούς πατάει το "press" του, και ακούγεται η ηχογράφηση.
- " Πήραν τηλέφωνο από το σπίτι σας, ζήτησαν να επικοινωνήσετε. "
Οπότε ο συνάδελφος, στο κανάλι του παπαγάλου πάντα, ξαναπαίρνει το μικρόφωνο και λέει:
-Κέντρο πες τους, θα πάω σε λίγο από το σπίτι.
Αφήνει το "press", και φυσικά, ο παπαγάλος ξαναπαίζει το ίδιο ηχογραφημένο μήνυμα.
Οπότε ο τύπος ξαναπαίρνει μικρόφωνο και λέει:
-Εντάξει, εντάξει!
Αφήνει το "press", ακούγεται τρίτη φορά η πεντατονία, και ο παπαγάλος αξιόπιστα, τα λέει τρίτη φορά.
Κάπου εδώ ο συνάδελφος εγκαταλείπει ευτυχώς, και αφήνει τη συχνότητα ελεύθερη να ακούσω κι εγώ την κλήση μου επιτέλους. Όχι ότι δεν το διασκέδασα...
(Φυσικά εκτός από εμένα κατά λάθος, δεν τον ακούει κανένας άλλος. Πολύ περισσότερο η εκφωνήτρια, που δεν ακούει ποτέ σ' εκείνη τη συχνότητα). Σαν να προσπαθείς να συζητήσεις με το κασετόφωνό σου, ενώ κάνεις συνεχώς rewind δηλαδή...))
Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008
Supers Scooters....

Ως...χρόνιος οδηγός μηχανής, ήθελα από καιρό να γράψω σχετικά με τα Super Scooters που έχουν κατακλύσει το σύμπαν. Βασικά, όχι τόσο για τα ίδια τα Scooter, όσο για έναν τύπο οδηγού τους που επίσης έχει κατακλύσει το σύμπαν. Την τελειωτική αφορμή μου την έδωσε οδηγός Scooter 500 κυβικών, χωρίς κράνος, με κλασικό Ray-ban, πόλο Lacoste μπλουζάκι, "κυριλέ" βερμούδα και δερμάτινη σαγιονάρα. Από το 80% των οδηγών τέτοιων μηχανών, αυτό το ντύσιμο (με μικρές παραλλαγές όπως T-shirt φίρμας, λουλουδάτο πουκάμισο, δερμάτινο μοκασίνι-μυκητοφωλιά χωρίς κάλτσες)θεωρείται απαραίτητο. Ο εν λόγω κύριος, αποφασίζοντας ότι οι νόμοι δεν ισχύουν για την περίπτωσή του, βγήκε από την Αριστοτέλους στην Εγνατία με κόκκινο. Όταν με είδε να έρχομαι, πενήντα μέτρα πριν τη σύγκρουση, (δεν ξέρω πώς δεν με είχε δει τόση ώρα που ερχόμουν, ίσιος είναι ο δρόμος), άνοιξε τέρμα το γκάζι "πλαγιάζοντας" δεξιά για να προλάβει να φύγει. Φυσικά η μηχανή "πέταξε κώλο" γυρνώντας τον 180 μοίρες, να κοιτάζει από εκεί που ήρθε. Από θαύμα δεν έπεσε, από θαύμα δεν τον χτύπησα (δεν είχα όχημα δίπλα και άλλαξα λωρίδα, το ABS κροτάλισε παρά το «επιδέξιο» φρενάρισμα, γιατί άλλαζα λωρίδα και διάβαζε την διαφορετική πρόσφυση κλπ κλπ, και τελικά σταμάτησα δίπλα του). Από την έκφρασή του καταλάβαινες ότι δεν περίμενε ποτέ ότι η super duper μηχανή του θα συμπεριφερόταν έτσι. Μάλιστα αγαπητέ, το gamato κυριλέ όχημά σου μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνο όταν κάνεις βλακείες.
Τους τελευταίους μήνες λοιπόν, οι δρόμοι έχουν γεμίσει με τέτοια αυτόματα "μεγάλα" Scooter, με παντοδύναμους κινητήρες 250, 400, 500 κυβικών. Για όσους δεν ξέρουν, "αυτόματο" σημαίνει την απουσία συμπλέκτη και ταχυτήτων. Ανοίγεις το γκάζι, και το αυτόματο κιβώτιο αναλαμβάνει να μεταδώσει την κίνηση στην πίσω ρόδα, με όποιον τρόπο νομίζει. Και όταν ανοίξεις τέρμα το γκάζι, αυτό σημαίνει, ΤΕΡΜΑ ΤΟ ΓΚΑΖΙ!!! Η μηχανή επιταχύνει απίστευτα γρήγορα μεταφέροντας όλους τους ίππους της στην πίσω ρόδα. Και είναι πολλά τα κυβικά Άρη.
Δεν έχω τίποτε εναντίον των scooter ή των κατασκευαστών τους, αν και η οδήγησή τους απαιτεί μια διαφορετική εξοικείωση με τον τρόπο λειτουργίας του καθενός, σε σχέση με τις "κανονικές" μοτοσικλέτες. Γενικά θα έλεγα ότι ένα τέτοιο «μηχανάκι» 400-500 κυβικών, δεν είναι για καινούριους οδηγούς. Ή εν πάσει περιπτώσει, θέλει παιδεία και σωστή ενημέρωση. Όπως και να το κάνουμε, είναι πολλά και τα κυβικά, αλλά και τα κιλά του super duper διαστημικού λεωφορείου, ή street racer και καλά, ή easy rider, ανάλογα με το προφίλ της μηχανής.
Είμαι υπέρ κάθε δίτροχης αυτοκίνησης, αρκεί να γίνεται με ασφάλεια. Δυστυχώς, οι πάντα επιδέξιοι Ελληνάρες οδηγοί (όχι όλοι προφανώς) καταφέρνουν να μετατρέπουν το βολικό σε...διαβολικό. Και εξηγούμαι:
Για τους περισσότερους περήφανους κατόχους μεγάλου scooter, είναι εμφανώς η πρώτη τους μοτοσικλέτα. Αφού πήραν (αν πήραν) το δίπλωμά τους με τα χίλια ζόρια, καβαλούν μερικές εκατοντάδες κυβικά χωρίς καμιά προηγούμενη πείρα, και με πλήρη άγνοια κινδύνου. Ο πωλητής (ή ο φίλος που έχει ίδιο) τους έχει πείσει ότι βρίσκονται πάνω στο ασφαλέστερο δίκυκλο του κόσμου. Σ' αυτό συνηγορεί και η αίσθηση που σου δίνουν αυτά τα Scooter ότι βρίσκεσαι προστατευμένος μέσα, και όχι επάνω σε μηχανή. Έτσι νοιώθοντας άτρωτοι από τους εξωτερικούς παράγοντες, κάτι σαν να οδηγούν αυτοκίνητο, δεν φορούν κράνος, ενώ δεν είναι σπάνιο να τους δεις με σαγιονάρες (κατά προτίμηση "μονοδάχτυλες") ή όπως είπα παραπάνω, με σανδάλια. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση μικρογλυστρήματος κάποιου τροχού, το "διορθωτικό" πάτημα του ποδιού στην άσφαλτο (που γίνεται αστραπιαία και αντανακλαστικά σ' αυτές τις περιπτώσεις) θα τους κοστίσει, το λιγότερο, εκδορές και έγκαυμα στο πόδι. ΑΝ καταφέρουν και ΑΝ φτάνουν να βγάλουν το πόδι έξω από την "ποδιά" του Scooter.
Έχοντας κάποιοι την εντύπωση ότι οδηγούν Harley στις ατελείωτες αμερικάνικες ευθείες, βάζουν τα πόδια μπροστά ψηλά, σχεδόν στο ίδιο ύψος με τα γόνατά τους, στα "foot rest" ταξιδίου που υπάρχουν εκεί. Αυτό μετακινεί το κέντρο βάρους πίσω και ψηλά, καθώς το σώμα έρχεται σε κάπως ξαπλωτή στάση. Έτσι ο οδηγός βρίσκεται να κρατάει το τιμόνι με τεντωμένα χέρια. Η συνολική στάση και θέση, είναι εντελώς λάθος για τον σωστό έλεγχο της μηχανής. Σε συνδυασμό με την υψωμένη θέση του οδηγού, την υπερυψωμένη του συνεπιβάτη, και την υπέρ-υπερυψωμένη μπαγκαζιέρα, το τελικό κέντρο βάρους ανεβαίνει κάπου στα 4/5 του ύψους της μοτοσικλέτας, κατεβάζοντας την ευστάθειά της κάπου στο μηδέν. Με αυτές τις προδιαγραφές και τους νόμους της φυσικής εναντίον τους, συγκεκριμένοι κάποιοι ελίσσονται με στυλάκι οδηγού μηχανής πίστας, κάνουν ανόητες σφήνες (καθώς σε περίπτωση κλεισίματος/φρεναρίσματος έχουν φύγει "φέτα" ή κουτρουβαλώντας στην άσφαλτο), παίρνουν κλειστές στροφές γέρνοντας επικίνδυνα, μιλάνε στο κινητό κρατώντας το στο αριστερό χέρι (έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να πατήσουν το πίσω φρένο που βρίσκεται στη μανέτα του αριστερού χεριού), και γενικά βρίσκονται σε μια αφελή νιρβάνα ασφάλειας.
Οι ρόδες των περισσοτέρων Super Scooter είναι μικροσκοπικές σε σχέση με το μέγεθος, το εκτόπισμα και κυβικά τους, και σίγουρα ακατάλληλες για τους κακοτράχαλους ελληνικούς δρόμους, ακόμη και στη φυσιολογική οδήγηση. Οι πιο ξεψαρωμένοι όμως, δεν θα χάσουν ευκαιρία να κάνουν "μπάντες" με τα λιωμένα λάστιχά τους, βάζοντας τους αγγέλους να χτυπάνε υπερωρίες και τις καρδιές των γύρω οδηγών να χτυπάνε τριακόσιους παλμούς το λεπτό. Προσφάτως είδα οδηγό τρίτροχου (οι δυο τροχοί μπροστά) Piagio MP3 να με προσπερνάει, περνώντας ξυστά ανάμεσα σ' εμένα και τα παρκαρισμένα ενώ αμέσως παρακάτω άνοιγε ο δρόμος, και να ανοίγει όλο μαγκιά και στυλάκι το γκάζι (σκύβω μπροστά για να φύγει ευκολότερα ο κώλος) κάνοντας "μπάντες". Όταν η μία από τις δύο μπροστινές χτύπησε σε υπερυψωμένο καπάκι υπονόμου, το τιμόνι παραλίγο να του φύγει από τα χέρια, και η καρδιά μου από τη θέση της, καθώς όλα αυτά συνέβαιναν ξαφνικά μπροστά στις ρόδες μου, με 60-70 χιλιόμετρα. Μάλλον ο τύπος επηρεάστηκε από το σχετικό site της Piagio, όπου εξυμνείται ο σχεδιασμός και τα κρατήματά του, και περιέχονται video's γρήγορης οδήγησης του. Όπου, όμως, οι δρόμοι είναι όντως ευρωπαϊκοί και οι οδηγοί κασκαντέρ σε ελεγχόμενες συνθήκες, ή "επαγγελματίες" ερασιτέχνες, με πλήρη στολή, γάντια και κράνος.

Σε κάποια μοντέλα οι καθρέφτες προεξέχουν χαμηλά κάτω από το τιμόνι δεξιά και αριστερά. Σχεδιαστικά είναι ωραίοι, αλλά πρακτικά εμποδίζουν το πέρασμα ανάμεσα στα αυτοκίνητα. Οπότε οι οδηγοί τους απλώς τους κλείνουν (διπλώνουν όπως οι καθρέφτες των αυτοκινήτων) και κινούνται χωρίς να βλέπουν ποτέ πίσω τους. Το ίδιο κατηργημένα είναι και τα φλας τους εξάλλου όταν αλλάζουν λωρίδες. Στο κάτω κάτω, τίποτε δεν κινείται πιο γρήγορα από αυτούς, οπότε τι να ελέγξουν πίσω, και γιατί να βγάλουν φλάς;
Αν σκέφτεστε να αγοράσετε κάποιο τέτοιο μεγάλο Scooter, ζητήστε τη γνώμη κάποιου έμπειρου αναβάτη. Δεν ταιριάζει κάθε όχημα στις ανάγκες κάθε οδηγού. Αν έχετε ήδη τέτοιο Scooter, σας παρακαλώ προσοχή. Το μηχανάκι σας είναι ευρωπαϊκό και πολιτισμένο. Ας είναι και η οδήγησή σας. Γιατί οι δρόμοι και οι οδηγοί γύρω σας, δεν είναι.
(Από την άλλη, ούτε και καμιά από τις δύο μηχανές εδώ θα πρότεινα
για πρώτη μηχανή κάποιου. One step at a time. Νομίζω. Για 'μένα ήταν, 50 (ψόφια), 80( καλούτσικα), 250 (άρρωστα κάπως αλλά με θέληση και αντοχή), 350 (ζωντανά) και τέλος 400 (κάπως ατίθασα) κυβικά. Σε διάστημα 21 χρόνων.
Πέμπτη 7 Αυγούστου 2008
Μάντεψε που πηγαίνω...
Για την παρακάτω ιστορία μάλλον χρειάζονται βασικές γνώσεις του...σχεδίου πόλεως. Οπότε συμβουλευτειτε τον χάρτη όταν χρειάζεται. Τα σχετικά χρώματα και ονόματα, δείχνουν τους δρόμους ή τις περιοχές που αναφέρονται. Με την πράσινη γραμμή σημείωσα την (συντομότερη και λογικότερη) διαδρομή που τελικά ακολουθήσαμε.

Ο ασπρομάλλης κύριος επιβιβάζεται στα ΚΤΕΛ.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα. Τι κάνουμε; Άντε, πάμε μια βόλτα.
-Να πάμε, του λέω.
Ξεκινάω περιμένοντας να μου πει προς τα που θα την πάμε τη βόλτα, αλλά δεν λέει τίποτε.
-Θα μου πείτε που θα πάμε, ή να κάνω βόλτα έτσι γενικά;
-Δεν ξέρεις; μου λέει.
-Δεν ξέρω, του απαντάω.
-Ααα κακώς, θα 'πρεπε.
Έχει όρεξη για αστειάκια.
-Αν μπορούσα να μαντέψω τον προορισμό σας, θα έκλεινα το ταξί και θα γινόμουν μέντιουμ, ανταποδίδω το αστειάκι.
Δεν απαντάει. Μάλλον δεν το 'πιασε.
Κινούμαι μερικά μέτρα ακόμη, αλλά δεν λέει τίποτε.
-Πείτε μου όμως προς τα πού πάμε, για να κατευθυνθώ ανάλογα (Δυτικά, ανατολικά, πρέπει να στρίψω ή όχι).
-Βγες από εδώ ευθεία (δείχνει προς τη Δενδροποτάμου) και θα σου πω.
-Καλώς.
-Θα βγούμε στη Λαγκαδά και θα σου πω μετά.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Ξαφνικά όμως συμπληρώνει.
-Θα βγούμε εκεί στην Ξηροκρήνη (μπλε περιοχή) και θα σου πω.
-Στην Ξηροκρήνη; Κακώς πάμε από εδώ τότε. Στη Μοναστηρίου θα 'πρεπε να μπω.
-Όχι όχι όχι, μου λέει. Καλά πάμε από εδώ. Μια ζωή Σαλονικιός είμαι σου λέω. Ξέρω.
Άντε καλά.
-Με μπερδέψατε, του απαντάω. Ξηροκρήνη δεν είπατε;
-Ε ναι, εκεί από τα μνήματα της Αγίας Παρασκευής (κόκκινη περιοχή) θα πάμε, και θα σου πω μετά.
-Δηλαδή θα πάμε και θα μπούμε στην 28ης Οκτωβρίου αν καταλαβαίνω καλά;
Γυρίζει και με κοιτάζει έντονα.
-Καινούριος είσαι;
-Έξι χρόνια έχω στο ταξί. Γιατί;
-Γιατί βλέπω ότι δεν τα ξέρεις καλά.
Τα νεύρα μου.
-Εγώ δεν τα ξέρω καλά; Μου έχετε πει μέχρι τώρα για οδό Λαγκαδά, Ξηροκρήνη, μνήματα Αγίας Παρασκευής. Πείτε μου σας παρακαλώ, ο τελικός προορισμός μας ποιος είναι; Πού ακριβώς θέλετε να σας πάω;
-Στη Νεάπολη, στο παλιό τέρμα, δεν είπαμε;
[Όχι, δεν είπαμε και κάπου εδώ το ποτήρι ξεχειλίζει]
-Καλά, και γιατί δεν μου λέτε από την αρχή, Νεάπολη στο παλιό τέρμα, ή Νεάπολη, Παπανδρέου με Κύπρου ή κάτι παρόμοιο. Γιατί μου ανακατεύετε Ξηροκρήνη, Αγία Παρασκευή και λοιπά; Τι δουλειά έχουμε εκεί; Από εδώ που είμαστε, θα πάμε μέσω της Ακριτών να συναντήσουμε τη Λαγκαδά στο ύψος του στρατοπέδου Παύλου Μελά, από εκεί θα περάσουμε απέναντι στη Νεάπολη στη Δαβάκη, και μέσω της περιοχής πρώην στρατοπέδου Στρεμπενιώτη θα βγούμε στο παλιό τέρμα που θέλετε. Ούτε Ξηροκρήνη θα δούμε, ούτε Αγία Παρασκευή ούτε τίποτε.
Δεν απάντησε, και δεν ξαναμίλησε σε όλη τη διαδρομή.

Ο ασπρομάλλης κύριος επιβιβάζεται στα ΚΤΕΛ.
-Καλημέρα.
-Καλημέρα. Τι κάνουμε; Άντε, πάμε μια βόλτα.
-Να πάμε, του λέω.
Ξεκινάω περιμένοντας να μου πει προς τα που θα την πάμε τη βόλτα, αλλά δεν λέει τίποτε.
-Θα μου πείτε που θα πάμε, ή να κάνω βόλτα έτσι γενικά;
-Δεν ξέρεις; μου λέει.
-Δεν ξέρω, του απαντάω.
-Ααα κακώς, θα 'πρεπε.
Έχει όρεξη για αστειάκια.
-Αν μπορούσα να μαντέψω τον προορισμό σας, θα έκλεινα το ταξί και θα γινόμουν μέντιουμ, ανταποδίδω το αστειάκι.
Δεν απαντάει. Μάλλον δεν το 'πιασε.
Κινούμαι μερικά μέτρα ακόμη, αλλά δεν λέει τίποτε.
-Πείτε μου όμως προς τα πού πάμε, για να κατευθυνθώ ανάλογα (Δυτικά, ανατολικά, πρέπει να στρίψω ή όχι).
-Βγες από εδώ ευθεία (δείχνει προς τη Δενδροποτάμου) και θα σου πω.
-Καλώς.
-Θα βγούμε στη Λαγκαδά και θα σου πω μετά.
Μέχρι εδώ όλα καλά. Ξαφνικά όμως συμπληρώνει.
-Θα βγούμε εκεί στην Ξηροκρήνη (μπλε περιοχή) και θα σου πω.
-Στην Ξηροκρήνη; Κακώς πάμε από εδώ τότε. Στη Μοναστηρίου θα 'πρεπε να μπω.
-Όχι όχι όχι, μου λέει. Καλά πάμε από εδώ. Μια ζωή Σαλονικιός είμαι σου λέω. Ξέρω.
Άντε καλά.
-Με μπερδέψατε, του απαντάω. Ξηροκρήνη δεν είπατε;
-Ε ναι, εκεί από τα μνήματα της Αγίας Παρασκευής (κόκκινη περιοχή) θα πάμε, και θα σου πω μετά.
-Δηλαδή θα πάμε και θα μπούμε στην 28ης Οκτωβρίου αν καταλαβαίνω καλά;
Γυρίζει και με κοιτάζει έντονα.
-Καινούριος είσαι;
-Έξι χρόνια έχω στο ταξί. Γιατί;
-Γιατί βλέπω ότι δεν τα ξέρεις καλά.
Τα νεύρα μου.
-Εγώ δεν τα ξέρω καλά; Μου έχετε πει μέχρι τώρα για οδό Λαγκαδά, Ξηροκρήνη, μνήματα Αγίας Παρασκευής. Πείτε μου σας παρακαλώ, ο τελικός προορισμός μας ποιος είναι; Πού ακριβώς θέλετε να σας πάω;
-Στη Νεάπολη, στο παλιό τέρμα, δεν είπαμε;
[Όχι, δεν είπαμε και κάπου εδώ το ποτήρι ξεχειλίζει]
-Καλά, και γιατί δεν μου λέτε από την αρχή, Νεάπολη στο παλιό τέρμα, ή Νεάπολη, Παπανδρέου με Κύπρου ή κάτι παρόμοιο. Γιατί μου ανακατεύετε Ξηροκρήνη, Αγία Παρασκευή και λοιπά; Τι δουλειά έχουμε εκεί; Από εδώ που είμαστε, θα πάμε μέσω της Ακριτών να συναντήσουμε τη Λαγκαδά στο ύψος του στρατοπέδου Παύλου Μελά, από εκεί θα περάσουμε απέναντι στη Νεάπολη στη Δαβάκη, και μέσω της περιοχής πρώην στρατοπέδου Στρεμπενιώτη θα βγούμε στο παλιό τέρμα που θέλετε. Ούτε Ξηροκρήνη θα δούμε, ούτε Αγία Παρασκευή ούτε τίποτε.
Δεν απάντησε, και δεν ξαναμίλησε σε όλη τη διαδρομή.
Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008
Στυλιανός ο Βαρύμαγκας
Το παρακάτω βιντεάκι δεν καταγράφηκε με σκοπό να μπει στο Blog. Ήταν μια εγγραφή "ιδιωτικής" χρήσης. Εξάλλου, η μαγνητοσκόπηση και προβολή προσώπων χωρίς την άδειά τους, είναι παράνομη. Δεδομένου όμως ότι έχουν περάσει μήνες από το συμβάν, και το πρόσωπο λόγω σχετικά κακής ποιότητας λήψης δεν φαίνεται και απολύτως καθαρά, αποφάσισα να το μοιραστώ μαζί σας.
Η εγγραφή έχει γίνει με την κάμερα του κινητού, οπότε δεν είναι και η ποιοτικότερη όπως είπα. Ίσως χρειαστεί να δυναμώσετε τον ήχο, καθώς, εγώ μεν μιλάω όσο πιο "πριμαριστά" και καθαρά γίνεται (προκειμένου να με καταλαβαίνει ο μεθυσμένος πελάτης μου), αλλά ο ίδιος είναι μπάσος και αργόσυρτος στην ομιλία του.
Τί έχει συμβεί μέχρι τη στιγμή που αρχίζει η εγγραφή:
Ιανουάριος 2008, γύρω στις 3 τα ξημερώματα. Κατεβαίνω την Αγίων Πάντων, με σκοπό να πάω να κλείσω σιγά σιγά. Ο τύπος που μου σηκώνει το χέρι παραπατάει λίγο σαν να έχει πιει. Είναι ψηλός και ογκώδης, κοντά στα εξήντα ίσως, αλλά καλοστεκούμενος. Πλησιάζω και εξετάζω το βλέμμα του. Δεν μου εμπνέει ανησυχία. (Γενικά ψυχολογώ τους ανθρώπους, κυρίως από τα μάτια τους, με σχετική επιτυχία, αλλά τα τελευταία έξι χρόνια που οδηγάω ταξί, η "ικανότητα" αυτή έχει γίνει "εργαλείο" της δουλειάς.)
Σταματάω και επιβιβάζεται. Έχει πιει όντως, ούζο.
-Γεια σου φιλάρα. Τί κάνουμε; Όλα καλά; λέει με το που μπαίνει.
-Όλα καλά, του απαντάω φιλικά. Πού θα πάμε;
-Στα ΚΤΕΛ τράβα, και θα σου πω, μου λέει. Εκεί στη γέφυρα.
Ανησυχητικό αυτό, καθώς κοντά στη γέφυρα που λέει, είναι και ο Δενδροπόταμος, περιοχή στην οποία δεν θα ήθελα να μπω βραδιάτικα.
Βγαίνουμε στη Μοναστηρίου. Καθώς επιταχύνω, μου δείχνει ένα περίπτερο.
-Σταμάτα, σταμάτα εδώ, μου λέει.
Σταματάω. Ανοίγει το παράθυρο και φωνάζει τον περιπτερά. Το παλικάρι βγαίνει, τον βλέπει και έρχεται κοντά χαμογελώντας.
-Τί κάνεις Στελάρα; του λέει. Πού χάθηκες;
-Ε ξέρεις τώρα, αρχίζει ο πελάτης μου, και ξεκινάνε ψιλοκουβεντούλα για ένα δυο λεπτά.
-Να σου φέρω τίποτε; τον ρωτάει ο περιπτεράς.
-Έ όχι μωρέ, λέει ο "Στελάρας". Να, κανένα χυμό, και τσιγάρα.
Ο περιπτεράς κάνει να φύγει προς το περίπτερο, όταν ο Στελάρας προσθέτει:
-Και κανένα μπισκοτάκι.
Πραγματικά ο περιπτεράς επιστρέφει σε λίγο με τσιγάρα, χυμό και μπισκότα. Τα δίνει στον πελάτη μου που τα παίρνει, τα βάζει στις τσέπες του και τον χαιρετά. Λεφτά δεν του δίνει.
-Άντε πάμε, μου λέει.
Ξεκινάμε. Ο Στελάρας δεν κρατιέται.
-Εεεε παραδέχεσαι; Τον Στυλιανό τον ξέρουν όλοι και τον προσέχουν. Καλά, δε με γνώρισες;
-Δεν έτυχε, του λέω. Αλλά πάλι, δεν συγκρατώ και πρόσωπα εύκολα, οπότε δεν είναι παράξενο. (Πάγια τακτική με τους μεθυσμένους, να πηγαίνω με τα νερά τους. Ένας μεθυσμένος μπορεί να στραβώσει πολύ εύκολα, ακόμη και χωρίς κανένα λόγο).
-Είδες πώς με αγαπάνε εεεε; Ο Στυλιανός είναι παλικάρι, συνεχίζει ο δικός μου.
-Πραγματικά, το βλέπω, του λέω. Και δεν είναι ψέματα. Καθώς μιλάει, βάζει σε αρκετές φάσεις φιλικά το χέρι του στον ώμο μου. Έχει χέρια σαν εικοσάκιλες βαριοπούλες, με δάχτυλα χοντρά σαν λουκάνικα, και άγρια από τη χειρονακτική εργασία.
Πηγαίνουμε λίγο παρακάτω, και κάπου εδώ βγάζω το κινητό και ξεκινάω την εγγραφή που θα παρακολουθήσετε.
Να προσθέσω μόνο, πριν δείτε το βίντεο, ότι τελικά σταματάμε μεταξύ ΚΤΕΛ και Δενδροποτάμου (μόλις στρίβουμε από τη Μοναστηρίου), σε έρημο σημείο όπου για κακή μου τύχη οι λάμπες του δρόμου δεν ανάβουν. Όταν βλέπω ότι βγάζει και αρχίζει μετράει κέρματα, τα οποία είναι λιγότερα από δύο ευρώ συνολικά, τον προτρέπω να κατέβει χωρίς να με πληρώσει, προκειμένου να φύγω από εκεί όσο πιο γρήγορα γίνεται. Όπως θα δείτε ματαίως, καθώς με έχει συμπαθήσει και έχει όρεξη για κουβέντα.
Το τελικό μου "σχόλιο" πριν διακόψω την εγγραφή, μου βγαίνει εντελώς αυθόρμητα. (Με την καλή έννοια :) )
Edit: Μετά από πιο ώριμη σκέψη αφαίρεσα το video. Η εικόνα δεν είναι και ΤΟΣΟ θολή. Αν την επεξεργαστώ και την "πειράξω" , ίσως την ανεβάσω ξανά. Edited...
Όσοι το είδαν, το είδαν, ελπίζω κανείς που να μπερδέψει τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Ή άλλων.
Η εγγραφή έχει γίνει με την κάμερα του κινητού, οπότε δεν είναι και η ποιοτικότερη όπως είπα. Ίσως χρειαστεί να δυναμώσετε τον ήχο, καθώς, εγώ μεν μιλάω όσο πιο "πριμαριστά" και καθαρά γίνεται (προκειμένου να με καταλαβαίνει ο μεθυσμένος πελάτης μου), αλλά ο ίδιος είναι μπάσος και αργόσυρτος στην ομιλία του.
Τί έχει συμβεί μέχρι τη στιγμή που αρχίζει η εγγραφή:
Ιανουάριος 2008, γύρω στις 3 τα ξημερώματα. Κατεβαίνω την Αγίων Πάντων, με σκοπό να πάω να κλείσω σιγά σιγά. Ο τύπος που μου σηκώνει το χέρι παραπατάει λίγο σαν να έχει πιει. Είναι ψηλός και ογκώδης, κοντά στα εξήντα ίσως, αλλά καλοστεκούμενος. Πλησιάζω και εξετάζω το βλέμμα του. Δεν μου εμπνέει ανησυχία. (Γενικά ψυχολογώ τους ανθρώπους, κυρίως από τα μάτια τους, με σχετική επιτυχία, αλλά τα τελευταία έξι χρόνια που οδηγάω ταξί, η "ικανότητα" αυτή έχει γίνει "εργαλείο" της δουλειάς.)
Σταματάω και επιβιβάζεται. Έχει πιει όντως, ούζο.
-Γεια σου φιλάρα. Τί κάνουμε; Όλα καλά; λέει με το που μπαίνει.
-Όλα καλά, του απαντάω φιλικά. Πού θα πάμε;
-Στα ΚΤΕΛ τράβα, και θα σου πω, μου λέει. Εκεί στη γέφυρα.
Ανησυχητικό αυτό, καθώς κοντά στη γέφυρα που λέει, είναι και ο Δενδροπόταμος, περιοχή στην οποία δεν θα ήθελα να μπω βραδιάτικα.
Βγαίνουμε στη Μοναστηρίου. Καθώς επιταχύνω, μου δείχνει ένα περίπτερο.
-Σταμάτα, σταμάτα εδώ, μου λέει.
Σταματάω. Ανοίγει το παράθυρο και φωνάζει τον περιπτερά. Το παλικάρι βγαίνει, τον βλέπει και έρχεται κοντά χαμογελώντας.
-Τί κάνεις Στελάρα; του λέει. Πού χάθηκες;
-Ε ξέρεις τώρα, αρχίζει ο πελάτης μου, και ξεκινάνε ψιλοκουβεντούλα για ένα δυο λεπτά.
-Να σου φέρω τίποτε; τον ρωτάει ο περιπτεράς.
-Έ όχι μωρέ, λέει ο "Στελάρας". Να, κανένα χυμό, και τσιγάρα.
Ο περιπτεράς κάνει να φύγει προς το περίπτερο, όταν ο Στελάρας προσθέτει:
-Και κανένα μπισκοτάκι.
Πραγματικά ο περιπτεράς επιστρέφει σε λίγο με τσιγάρα, χυμό και μπισκότα. Τα δίνει στον πελάτη μου που τα παίρνει, τα βάζει στις τσέπες του και τον χαιρετά. Λεφτά δεν του δίνει.
-Άντε πάμε, μου λέει.
Ξεκινάμε. Ο Στελάρας δεν κρατιέται.
-Εεεε παραδέχεσαι; Τον Στυλιανό τον ξέρουν όλοι και τον προσέχουν. Καλά, δε με γνώρισες;
-Δεν έτυχε, του λέω. Αλλά πάλι, δεν συγκρατώ και πρόσωπα εύκολα, οπότε δεν είναι παράξενο. (Πάγια τακτική με τους μεθυσμένους, να πηγαίνω με τα νερά τους. Ένας μεθυσμένος μπορεί να στραβώσει πολύ εύκολα, ακόμη και χωρίς κανένα λόγο).
-Είδες πώς με αγαπάνε εεεε; Ο Στυλιανός είναι παλικάρι, συνεχίζει ο δικός μου.
-Πραγματικά, το βλέπω, του λέω. Και δεν είναι ψέματα. Καθώς μιλάει, βάζει σε αρκετές φάσεις φιλικά το χέρι του στον ώμο μου. Έχει χέρια σαν εικοσάκιλες βαριοπούλες, με δάχτυλα χοντρά σαν λουκάνικα, και άγρια από τη χειρονακτική εργασία.
Πηγαίνουμε λίγο παρακάτω, και κάπου εδώ βγάζω το κινητό και ξεκινάω την εγγραφή που θα παρακολουθήσετε.
Να προσθέσω μόνο, πριν δείτε το βίντεο, ότι τελικά σταματάμε μεταξύ ΚΤΕΛ και Δενδροποτάμου (μόλις στρίβουμε από τη Μοναστηρίου), σε έρημο σημείο όπου για κακή μου τύχη οι λάμπες του δρόμου δεν ανάβουν. Όταν βλέπω ότι βγάζει και αρχίζει μετράει κέρματα, τα οποία είναι λιγότερα από δύο ευρώ συνολικά, τον προτρέπω να κατέβει χωρίς να με πληρώσει, προκειμένου να φύγω από εκεί όσο πιο γρήγορα γίνεται. Όπως θα δείτε ματαίως, καθώς με έχει συμπαθήσει και έχει όρεξη για κουβέντα.
Το τελικό μου "σχόλιο" πριν διακόψω την εγγραφή, μου βγαίνει εντελώς αυθόρμητα. (Με την καλή έννοια :) )
Edit: Μετά από πιο ώριμη σκέψη αφαίρεσα το video. Η εικόνα δεν είναι και ΤΟΣΟ θολή. Αν την επεξεργαστώ και την "πειράξω" , ίσως την ανεβάσω ξανά. Edited...
Όσοι το είδαν, το είδαν, ελπίζω κανείς που να μπερδέψει τη ζωή αυτού του ανθρώπου. Ή άλλων.
Τρίτη 29 Ιουλίου 2008
"Ντελφών"
Αργά το βράδυ στην πιάτσα Κορδελιού, πλησιάζουν το ταξί ένας τύπος κοντά στα πενήντα μαζί με μια μαύρη κοπέλα. Από τους δυο τους επιβιβάζεται μόνο η κοπέλα, η οποία είναι ντυμένη με τα ρούχα της "δουλειάς". Ένα φορεματάκι με στρας δηλαδή, από αυτά που δίνουν έμφαση σε όσα κρύβουν, και δεν κρύβουν πολλά. Μάλλον εργάζεται σε κάποιο από τα "ελληνάδικα, ποτάδικα, ξενυχτάδικα κ***μπαρα" της περιοχής, και αυτός που την έφερε, αν δεν είναι του μαγαζιού, είναι κάποιο από τα καψούρια της. Από την στάση του, μάλλον ισχύει το δεύτερο.
Η κοπέλα κάθεται δίπλα μου μπροστά (τα κορίτσια της νύχτας κάθονται σχεδόν πάντα μπροστά) και μου λέει:
-Ντελφών (Δελφών).
-Βέβαια, της λέω.
-Do you speak English? (Τα Αγγλικά της έχουν μάλλον Αφρικανική, δυσνόητη προφορά)
-I do. (Οι διάλογοί μας συνεχίζονται στα Αγγλικά πλέον, αλλά τους παραθέτω μεταφρασμένους για πρακτικούς λόγους)
Ξεκινάμε, και στα πενήντα μέτρα συναντάμε μπλόκο της αστυνομίας. Δεν μας δίνουν σημασία, αλλά η κοπελιά ψάχνεται ανήσυχη.
-Πρέπει να βάλω ζώνη; ρωτάει.
-Αν δεν θέλετε να πληρώσετε 350 ευρώ πρόστιμο, της απαντάω.
-Ουυυυυ όχι όχι, λέει με το χαρακτηριστικό νέγρικο τρόπο.
Φοράει τη ζώνη και μου λέει δείχνοντας το ταξίμετρο.
-Αυτό άρχισε από "ένα πέντε".
Αναφέρεται στη "σημαία", το σημείο εκκίνησης του ταξιμέτρου, στο 1,05 ευρώ. Από τον τρόπο που το λέει, θεωρεί ότι μπορεί και να την κλέβω, και περιμένει να δει τι θα της απαντήσω.
-Ναι, από 1,05 ξεκινάει εδώ και λίγους μήνες, της λέω ατάραχος (και κάνοντας ότι δεν κατάλαβα). Ξεκινούσε από το 1 ευρώ, αλλά μας έκαναν αύξηση.
-Ουυυυ βγάζετε πολλά λεφτά δηλαδή.
-Εκατομμύρια.
Κάποια στιγμή ακούγεται η εκφωνήτρια να κάνει κλήση κάπου στη Δελφών. Η κοπελιά ανακάθεται.
-Ντελφών είπε αυτή; ρωτάει καχύποπτα.
-Ναι, της απαντάω.
Το σκέφτεται λίγο και στα όρια της υστερίας ξαναρωτάει:
-Γιατί είπε Ντελφών;
-Γιατί κάποιος κάλεσε ταξί από εκεί.
Με κοιτάζει έντονα.
-Σύμπτωση είναι, της λέω. Κάποιος στη Δελφών θέλει ταξί.
Φαντάζομαι πως η καχυποψία της γενικά είναι τόση, που πιστεύει πως με κάποιο τρόπο το κέντρο ξέρει ότι πηγαίνουμε στη Δελφών, και το ανακοινώνει στον αέρα. Γιατί να γίνεται κάτι τέτοιο, και γιατί να ανησυχεί γι' αυτό, δεν καταλαβαίνω. Η στάση της όμως, αρχίζει και μου τη δίνει.
-Πού περίπου πηγαίνουμε στη Δελφών; τη ρωτάω.
-Εσύ πήγαινε στη Ντελφών και θα σου πω όταν φτάσουμε. Γιατί ρωτάς;
Άντε πάλι.
-Ρωτάω γιατί πρέπει να ξέρω. Αν γίνει κάποια κλήση στη Δελφών, πρέπει να πω στο κέντρο που βρίσκομαι και που αποβιβάζω.
Για μια ακόμη φορά μένει να με κοιτάζει προσπαθώντας να καταλάβει αν λέω αλήθεια. Αυτή η κοπέλα πρέπει να έχει ακούσει πολύ ψέμα, ή/και να λέει ψέματα με κάθε ευκαιρία.
-Θα μου πείτε πού περίπου πάμε; επιμένω.
-Αρχή Ντελφών, απαντάει επιτέλους.
Με τα πολλά φτάνουμε στη Δελφών. Σταματάω εκεί που μου λέει.
-Πόσο; ρωτάει.
Της δείχνω το ταξίμετρο.
-8,20 ευρώ, της λέω.
Βγάζει ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ και μου το προτείνει νευρικά. Το κοιτάζω και μετά κοιτάζω την ίδια.
-Όλη την πόλη διασχίσαμε, γιατί δεν μου είπατε ότι έχετε κατοστάρικο να το χαλάσουμε; Αν τώρα δεν έχω ρέστα τι θα κάνουμε;
Μαζεύει λίγο το αγέρωχο ύφος της.
-Δεν έχω άλλα λεφτά, μόνο αυτό, απαντάει απολογητικά.
Ευτυχώς, εκείνη τη μέρα έχω μαζί και το ταμείο του ταξί, οπότε έχω αρκετά για να της δώσω ρέστα. Παίρνω το κατοστάρικο στα χέρια μου και το κοιτάζω. Η "ασημοτυπία" είναι χτυπημένη, σαν να τσαλακώθηκε έντονα εκεί και δεν φαίνεται καλά. Κακό σημάδι αυτό. Ξύνω το σημείο που κανονικά είναι ανάγλυφο. Δεν είναι. Σηκώνω το χαρτονόμισμα και το κοιτάζω στο φως. Η ταινία ασφαλείας φαίνεται αχνή, και δεν έχει τα μικροσκοπικά γράμματα που αναγράφουν την αξία του χαρτονομίσματος. Το υδατογράφημα δεν υπάρχει.
-Είναι πλαστό, της λέω και της το δίνω πίσω.
-Τι;
-Είναι πλαστό (counterfit). Fake, not OK, not real.
Το παίρνει μαγκωμένη. Δεν είμαι σίγουρος αν το ξέρει και πήγε να μου το "πασάρει" ή της το έδωσαν και δεν το έλεγξε. Το τσαλακώνει, το ισιώνει και το ξανακοιτάζει.
-Καλό είναι, μου λέει.
Τα νεύρα μου. Βγάζω ένα εικοσάρικο και τα συγκρίνω δείχνοντας της να το καταλάβει.
-Κοίταξε, της λέω. Το ασημένιο εδώ είναι ψεύτικο. Το ανάγλυφο δεν υπάρχει. Η ταινία ασφαλείας δεν γράφει 100 ευρώ. Το υδατογράφημα δεν υπάρχει. Βλέπεις στο εικοσάρικο που όλα αυτά είναι εντάξει; Αυτό το κατοστάρικο ΕΙΝΑΙ ΠΛΑΣΤΟ. Αν δεν έχεις λεφτά, θα σε πάω εκεί από όπου σε πήρα, ή ακόμη καλύτερα, στην αστυνομία να το παραδώσεις.
Ταράζεται.
-Κάτσε να δω, έχω εδώ κάτι λεφτά, λέει, και αρχίζει να ψάχνει στην τσάντα της. Καταφέρνει τελικά να ψαρέψει 7 ευρώ και μου τα δίνει κοιτάζοντάς με παρακλητικά.
-Μόνο αυτά βρήκα.
Παρά τα όσα προηγήθηκαν, την λυπάμαι. Επίσης, καμία όρεξη δεν έχω να τρέχω στις αστυνομίες. Για δουλειά βγήκα, όχι για δίωξη πλαστογραφημένων τραπεζογραμματίων.
-Εντάξει, θα κρατήσω 7, μην τρέχουμε τώρα, της λέω. Αλλά αυτό το κατοστάρικο μην προσπαθήσετε να το δώσετε αλλού. Όλοι ελέγχουν τόσο μεγάλα χαρτονομίσματα και θα σας φέρουν σίγουρα την αστυνομία. Αν ξέρετε ποιος σας το έδωσε, να του το πάτε πίσω.
-Το αφεντικό μου το έδωσε, απαντάει αυτή και το βλέμμα της θολώνει. Αυτή τη φορά μάλλον σκέφτεται ότι το αφεντικό της προσπάθησε να την ξεγελάσει.
Κατεβαίνει και απομακρύνεται με γρήγορα βήματα. Ίσως φοβάται μην αλλάξω γνώμη.
Η κοπέλα κάθεται δίπλα μου μπροστά (τα κορίτσια της νύχτας κάθονται σχεδόν πάντα μπροστά) και μου λέει:
-Ντελφών (Δελφών).
-Βέβαια, της λέω.
-Do you speak English? (Τα Αγγλικά της έχουν μάλλον Αφρικανική, δυσνόητη προφορά)
-I do. (Οι διάλογοί μας συνεχίζονται στα Αγγλικά πλέον, αλλά τους παραθέτω μεταφρασμένους για πρακτικούς λόγους)
Ξεκινάμε, και στα πενήντα μέτρα συναντάμε μπλόκο της αστυνομίας. Δεν μας δίνουν σημασία, αλλά η κοπελιά ψάχνεται ανήσυχη.
-Πρέπει να βάλω ζώνη; ρωτάει.
-Αν δεν θέλετε να πληρώσετε 350 ευρώ πρόστιμο, της απαντάω.
-Ουυυυυ όχι όχι, λέει με το χαρακτηριστικό νέγρικο τρόπο.
Φοράει τη ζώνη και μου λέει δείχνοντας το ταξίμετρο.
-Αυτό άρχισε από "ένα πέντε".
Αναφέρεται στη "σημαία", το σημείο εκκίνησης του ταξιμέτρου, στο 1,05 ευρώ. Από τον τρόπο που το λέει, θεωρεί ότι μπορεί και να την κλέβω, και περιμένει να δει τι θα της απαντήσω.
-Ναι, από 1,05 ξεκινάει εδώ και λίγους μήνες, της λέω ατάραχος (και κάνοντας ότι δεν κατάλαβα). Ξεκινούσε από το 1 ευρώ, αλλά μας έκαναν αύξηση.
-Ουυυυ βγάζετε πολλά λεφτά δηλαδή.
-Εκατομμύρια.
Κάποια στιγμή ακούγεται η εκφωνήτρια να κάνει κλήση κάπου στη Δελφών. Η κοπελιά ανακάθεται.
-Ντελφών είπε αυτή; ρωτάει καχύποπτα.
-Ναι, της απαντάω.
Το σκέφτεται λίγο και στα όρια της υστερίας ξαναρωτάει:
-Γιατί είπε Ντελφών;
-Γιατί κάποιος κάλεσε ταξί από εκεί.
Με κοιτάζει έντονα.
-Σύμπτωση είναι, της λέω. Κάποιος στη Δελφών θέλει ταξί.
Φαντάζομαι πως η καχυποψία της γενικά είναι τόση, που πιστεύει πως με κάποιο τρόπο το κέντρο ξέρει ότι πηγαίνουμε στη Δελφών, και το ανακοινώνει στον αέρα. Γιατί να γίνεται κάτι τέτοιο, και γιατί να ανησυχεί γι' αυτό, δεν καταλαβαίνω. Η στάση της όμως, αρχίζει και μου τη δίνει.
-Πού περίπου πηγαίνουμε στη Δελφών; τη ρωτάω.
-Εσύ πήγαινε στη Ντελφών και θα σου πω όταν φτάσουμε. Γιατί ρωτάς;
Άντε πάλι.
-Ρωτάω γιατί πρέπει να ξέρω. Αν γίνει κάποια κλήση στη Δελφών, πρέπει να πω στο κέντρο που βρίσκομαι και που αποβιβάζω.
Για μια ακόμη φορά μένει να με κοιτάζει προσπαθώντας να καταλάβει αν λέω αλήθεια. Αυτή η κοπέλα πρέπει να έχει ακούσει πολύ ψέμα, ή/και να λέει ψέματα με κάθε ευκαιρία.
-Θα μου πείτε πού περίπου πάμε; επιμένω.
-Αρχή Ντελφών, απαντάει επιτέλους.
Με τα πολλά φτάνουμε στη Δελφών. Σταματάω εκεί που μου λέει.
-Πόσο; ρωτάει.
Της δείχνω το ταξίμετρο.
-8,20 ευρώ, της λέω.
Βγάζει ένα χαρτονόμισμα των εκατό ευρώ και μου το προτείνει νευρικά. Το κοιτάζω και μετά κοιτάζω την ίδια.
-Όλη την πόλη διασχίσαμε, γιατί δεν μου είπατε ότι έχετε κατοστάρικο να το χαλάσουμε; Αν τώρα δεν έχω ρέστα τι θα κάνουμε;
Μαζεύει λίγο το αγέρωχο ύφος της.
-Δεν έχω άλλα λεφτά, μόνο αυτό, απαντάει απολογητικά.
Ευτυχώς, εκείνη τη μέρα έχω μαζί και το ταμείο του ταξί, οπότε έχω αρκετά για να της δώσω ρέστα. Παίρνω το κατοστάρικο στα χέρια μου και το κοιτάζω. Η "ασημοτυπία" είναι χτυπημένη, σαν να τσαλακώθηκε έντονα εκεί και δεν φαίνεται καλά. Κακό σημάδι αυτό. Ξύνω το σημείο που κανονικά είναι ανάγλυφο. Δεν είναι. Σηκώνω το χαρτονόμισμα και το κοιτάζω στο φως. Η ταινία ασφαλείας φαίνεται αχνή, και δεν έχει τα μικροσκοπικά γράμματα που αναγράφουν την αξία του χαρτονομίσματος. Το υδατογράφημα δεν υπάρχει.
-Είναι πλαστό, της λέω και της το δίνω πίσω.
-Τι;
-Είναι πλαστό (counterfit). Fake, not OK, not real.
Το παίρνει μαγκωμένη. Δεν είμαι σίγουρος αν το ξέρει και πήγε να μου το "πασάρει" ή της το έδωσαν και δεν το έλεγξε. Το τσαλακώνει, το ισιώνει και το ξανακοιτάζει.
-Καλό είναι, μου λέει.
Τα νεύρα μου. Βγάζω ένα εικοσάρικο και τα συγκρίνω δείχνοντας της να το καταλάβει.
-Κοίταξε, της λέω. Το ασημένιο εδώ είναι ψεύτικο. Το ανάγλυφο δεν υπάρχει. Η ταινία ασφαλείας δεν γράφει 100 ευρώ. Το υδατογράφημα δεν υπάρχει. Βλέπεις στο εικοσάρικο που όλα αυτά είναι εντάξει; Αυτό το κατοστάρικο ΕΙΝΑΙ ΠΛΑΣΤΟ. Αν δεν έχεις λεφτά, θα σε πάω εκεί από όπου σε πήρα, ή ακόμη καλύτερα, στην αστυνομία να το παραδώσεις.
Ταράζεται.
-Κάτσε να δω, έχω εδώ κάτι λεφτά, λέει, και αρχίζει να ψάχνει στην τσάντα της. Καταφέρνει τελικά να ψαρέψει 7 ευρώ και μου τα δίνει κοιτάζοντάς με παρακλητικά.
-Μόνο αυτά βρήκα.
Παρά τα όσα προηγήθηκαν, την λυπάμαι. Επίσης, καμία όρεξη δεν έχω να τρέχω στις αστυνομίες. Για δουλειά βγήκα, όχι για δίωξη πλαστογραφημένων τραπεζογραμματίων.
-Εντάξει, θα κρατήσω 7, μην τρέχουμε τώρα, της λέω. Αλλά αυτό το κατοστάρικο μην προσπαθήσετε να το δώσετε αλλού. Όλοι ελέγχουν τόσο μεγάλα χαρτονομίσματα και θα σας φέρουν σίγουρα την αστυνομία. Αν ξέρετε ποιος σας το έδωσε, να του το πάτε πίσω.
-Το αφεντικό μου το έδωσε, απαντάει αυτή και το βλέμμα της θολώνει. Αυτή τη φορά μάλλον σκέφτεται ότι το αφεντικό της προσπάθησε να την ξεγελάσει.
Κατεβαίνει και απομακρύνεται με γρήγορα βήματα. Ίσως φοβάται μην αλλάξω γνώμη.
Πέμπτη 24 Ιουλίου 2008
"Μπαρντάρι"
Για μια ακόμη φορά να τονίσω ότι ΔΕΝ είμαι ρατσιστής καμιάς μορφής. Παρατηρώ τα φαινόμενα, και βλέπω παρόμοιες συμπεριφορές από άτομα ομοειδών κοινωνικών ομάδων. Αναπόφευκτα.
Για πρώτη πρωινή διαδρομή, παίρνω μια κλήση από το παλιό τέρμα της Μενεμένης. Οι πελάτισσες είναι δύο κοπέλες. Κάθονται η μία μπροστά και η άλλη πίσω. Αυτή που κάθεται μπροστά, φοράει μίνι, και προσπαθεί να το κρατήσει χαμηλά καθώς κάθεται. Τι να κρατήσει δηλαδή, είκοσι εκατοστά μήκος έχει, πόσο να το τραβήξει; Ίσα ίσα που με την κίνησή της, τραβάει την προσοχή μου σ'αυτό.
Εννέα στις δέκα φορές, όταν φιλενάδες κάθονται "μπρος-πίσω", με αυτή που κάθεται μπροστά να είναι η προκλητικότερα ντυμένη, πρόκειται για αλλοδαπές κάποιας βαλκανικής ή ανατολικοευρωπαϊκής χώρας. Γιατί συμβαίνει αυτό δεν ξέρω. Ίσως έτσι πιστεύουν ότι αποθαρρύνουν τον ταξιτζή από το να σταματήσει για δεύτερη μίσθωση, βάζοντας παράλληλα το "μίνι" της μπροστινής να κάνει και δημόσιες σχέσεις μαζί του. Από την άλλη, και μόνες τους όταν μπαίνουν, όσο προκλητικότερα είναι ντυμένες, τόσο πιθανότερο είναι να διαλέξουν τη θέση του συνοδηγού. Μπορεί να θέλουν να ψαρέψουν κοπλιμέντα. Μπορεί και τίποτε περισσότερο καμιά φορά :)
-"Μπαρντάρι" (Βαρδάρι), μου λέει με βαριά προφορά αυτή με το μίνι, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες μου για την καταγωγή τους. Στη συνέχεια της διαδρομής συνεχίζει να μιλάει δυνατά και έντονα σε κάποια άγνωστη γλώσσα με την φίλη της στο πίσω κάθισμα ξεκουφαίνοντας με. Αφού ήταν να το συζητήσετε, γιατί δεν καθίσατε δίπλα δίπλα;
-Τι νούμερο είναι το σταθμό; με ρωτάει ξαφνικά.
-Εννοείτε την διεύθυνση; Μοναστηρίου πόσο; ρωτάω εγώ.
-Ναι.
-Δεν ξέρω. Είκοσι οκτώ, τριάντα; Θα σας γελάσω.
-Θέλουμε να πάμε Κατερίνη μετά γι' αυτό ρωτάω, μου λέει.
Ο εγκέφαλός μου βραχυκυκλώνει για λίγο.
-Θέλετε τη διεύθυνση του σταθμού για να δώσετε ραντεβού εκεί να πάτε Κατερίνη; ρωτάω τελικά.
-Όχι, το τραίνο να πάρουμε για Κατερίνη.
-Το τηλέφωνο του σταθμού θέλετε, όχι το νούμερο του δρόμου! καταλαβαίνω επιτέλους.
-Εεεε ναι.
-Για να δω λίγο. Πρέπει να το έχω.
Ψάχνω στο κινητό μου.
-Μπορείς να πάρεις εσύ να ρωτήσεις τι ώρα έχει για Κατερίνη; μου λέει ανυπόμονα. Έντεκα θέλουμε. (ΚΑΙ παραγγελία η ώρα του τραίνου).
-Καθίστε να το βρω πρώτα. (Φυσικά δεν περιμένω να πληρώσει το τηλεφώνημα, αλλά και η ίδια δεν κάνει νύξη. Τέλος πάντων).
Τελικά δεν έχω το τηλέφωνο. Θυμάμαι ότι το εξαψήφιο του σταθμού της Θεσσαλονίκης, έχει αντικατασταθεί από πανελλαδικό τετραψήφιο ή πενταψήφιο. Ποιο είναι όμως, δεν θυμάμαι.
Στο μεταξύ πλησιάζουμε στο Βαρδάρι. Είμαστε στο ύψος του εργοταξίου του μετρό, απέναντι από το ξενοδοχείο Καψής, όταν ξαφνικά αυτή που κάθεται πίσω λέει μέσα απ' τα δόντια της:
-Εντώ εντώ.
-Εδώ είπατε; ρωτάω κόβοντας ταχύτητα. Δεν μου απαντάει καμιά τους. Για τα επόμενα εκατό μέτρα περίπου είναι αδύνατον να σταματήσει κανείς χωρίς να διακόψει την κυκλοφορία. Για καλή μου τύχη όμως, τρία μέτρα μπροστά είναι η είσοδος του εργοταξίου, στην οποία μπορώ να μπω και να σταματήσω για λίγο.
-Μου είπατε να σταματήσω εδώ; ξαναρωτάω. Και πάλι δεν παίρνω απάντηση.
Πίσω μου έχω λεωφορείο, και πρέπει να πάρω μια απόφαση. Μπαίνω στην εσοχή και σταματάω.
-Εδώ είπατε, σωστά; ρωτάω για τρίτη φορά.
-Ναι, ναι. λέει η μπροστά. Πόσο κάνει;
-2,90 συν 1,60 η κλήση, 4,5 ευρώ.
Η πίσω βγάζει και μου δίνει κάτι κέρματα. Ταυτόχρονα στο παράθυρο έρχεται ένας εργάτης του μετρό και κάτι μου λέει.
Κοιτάζω τα κέρματα. Είναι 3,40.
-4,50 ευρώ σας είπα, της λέω και ταυτόχρονα ανοίγω το παράθυρο να δω τι θέλει ο τύπος του μετρό.
-Άντε ρε φύγε, εσένα περιμένει το φορτηγό για να βγει, μου λέει με ύφος αυτός.
-Καλά ρε φίλε θα φύγω, κατεβαίνουν οι κοπέλες, του απαντάω εκνευρισμένος, καθώς έχω πετύχει πολλές φορές εργαζόμενους του μετρό να φέρονται λες και οι δρόμοι τους ανήκουν, βγαίνοντας και κλείνοντας το δρόμο με καρότσια γεμάτα μπάζα, φορτηγά, ακόμη και με τα πόδια απλώς περνώντας το δρόμο, αδιαφορώντας για τους πάντες και τα πάντα γύρω τους. Η κάσκα και το φωσφορούχο γιλεκάκι μάλλον επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης.
Στο μεταξύ η κοπέλα πίσω έχει πάρει πίσω τα κέρματα, και μου προτείνει ένα χαρτονόμισμα. Γυρίζω και κοιτάζω. Είναι πενηντάρικο.
-Δώστε τα κέρματα και κατεβείτε, της λέω. Ξέρω βέβαια ότι το πιθανότερο είναι να το κάνει επίτηδες προκειμένου να μην πληρώσει την διαδρομή κανονικά. Το κόλπο "μεγάλο χαρτονόμισμα-ανεπαρκή ψιλά-στο λέω τελευταία στιγμή", είναι κλασικό.
Κάνουν να κατέβουν, αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Η μπροστά με το μίνι, γυρίζει καθώς ανοίγει την πόρτα, και μου λέει:
-Μήπως έχεις κάρτα δική σου; Να σε πάρουμε τηλέφωνο;
Μόνο αυτό μου έλειπε.
-Όχι, μόνο κάρτες του ραδιοταξί έχω, της απαντάω. Κατεβείτε γρήγορα σας παρακαλώ, ενοχλούμε.
Κατεβαίνουν και φεύγω. Ευτυχώς, δεν θεωρώ ότι ο πρώτος πελάτης καθορίζει την εξέλιξη της ημέρας, αλλιώς θα πήγαινα να το κλείσω. Έχω εκνευριστεί όμως τόσο, ώστε στο επόμενο φανάρι να ανοίξω το wordpad και να ξεκινήσω τη συγγραφή αυτού του post.
Για πρώτη πρωινή διαδρομή, παίρνω μια κλήση από το παλιό τέρμα της Μενεμένης. Οι πελάτισσες είναι δύο κοπέλες. Κάθονται η μία μπροστά και η άλλη πίσω. Αυτή που κάθεται μπροστά, φοράει μίνι, και προσπαθεί να το κρατήσει χαμηλά καθώς κάθεται. Τι να κρατήσει δηλαδή, είκοσι εκατοστά μήκος έχει, πόσο να το τραβήξει; Ίσα ίσα που με την κίνησή της, τραβάει την προσοχή μου σ'αυτό.
Εννέα στις δέκα φορές, όταν φιλενάδες κάθονται "μπρος-πίσω", με αυτή που κάθεται μπροστά να είναι η προκλητικότερα ντυμένη, πρόκειται για αλλοδαπές κάποιας βαλκανικής ή ανατολικοευρωπαϊκής χώρας. Γιατί συμβαίνει αυτό δεν ξέρω. Ίσως έτσι πιστεύουν ότι αποθαρρύνουν τον ταξιτζή από το να σταματήσει για δεύτερη μίσθωση, βάζοντας παράλληλα το "μίνι" της μπροστινής να κάνει και δημόσιες σχέσεις μαζί του. Από την άλλη, και μόνες τους όταν μπαίνουν, όσο προκλητικότερα είναι ντυμένες, τόσο πιθανότερο είναι να διαλέξουν τη θέση του συνοδηγού. Μπορεί να θέλουν να ψαρέψουν κοπλιμέντα. Μπορεί και τίποτε περισσότερο καμιά φορά :)
-"Μπαρντάρι" (Βαρδάρι), μου λέει με βαριά προφορά αυτή με το μίνι, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες μου για την καταγωγή τους. Στη συνέχεια της διαδρομής συνεχίζει να μιλάει δυνατά και έντονα σε κάποια άγνωστη γλώσσα με την φίλη της στο πίσω κάθισμα ξεκουφαίνοντας με. Αφού ήταν να το συζητήσετε, γιατί δεν καθίσατε δίπλα δίπλα;
-Τι νούμερο είναι το σταθμό; με ρωτάει ξαφνικά.
-Εννοείτε την διεύθυνση; Μοναστηρίου πόσο; ρωτάω εγώ.
-Ναι.
-Δεν ξέρω. Είκοσι οκτώ, τριάντα; Θα σας γελάσω.
-Θέλουμε να πάμε Κατερίνη μετά γι' αυτό ρωτάω, μου λέει.
Ο εγκέφαλός μου βραχυκυκλώνει για λίγο.
-Θέλετε τη διεύθυνση του σταθμού για να δώσετε ραντεβού εκεί να πάτε Κατερίνη; ρωτάω τελικά.
-Όχι, το τραίνο να πάρουμε για Κατερίνη.
-Το τηλέφωνο του σταθμού θέλετε, όχι το νούμερο του δρόμου! καταλαβαίνω επιτέλους.
-Εεεε ναι.
-Για να δω λίγο. Πρέπει να το έχω.
Ψάχνω στο κινητό μου.
-Μπορείς να πάρεις εσύ να ρωτήσεις τι ώρα έχει για Κατερίνη; μου λέει ανυπόμονα. Έντεκα θέλουμε. (ΚΑΙ παραγγελία η ώρα του τραίνου).
-Καθίστε να το βρω πρώτα. (Φυσικά δεν περιμένω να πληρώσει το τηλεφώνημα, αλλά και η ίδια δεν κάνει νύξη. Τέλος πάντων).
Τελικά δεν έχω το τηλέφωνο. Θυμάμαι ότι το εξαψήφιο του σταθμού της Θεσσαλονίκης, έχει αντικατασταθεί από πανελλαδικό τετραψήφιο ή πενταψήφιο. Ποιο είναι όμως, δεν θυμάμαι.
Στο μεταξύ πλησιάζουμε στο Βαρδάρι. Είμαστε στο ύψος του εργοταξίου του μετρό, απέναντι από το ξενοδοχείο Καψής, όταν ξαφνικά αυτή που κάθεται πίσω λέει μέσα απ' τα δόντια της:
-Εντώ εντώ.
-Εδώ είπατε; ρωτάω κόβοντας ταχύτητα. Δεν μου απαντάει καμιά τους. Για τα επόμενα εκατό μέτρα περίπου είναι αδύνατον να σταματήσει κανείς χωρίς να διακόψει την κυκλοφορία. Για καλή μου τύχη όμως, τρία μέτρα μπροστά είναι η είσοδος του εργοταξίου, στην οποία μπορώ να μπω και να σταματήσω για λίγο.
-Μου είπατε να σταματήσω εδώ; ξαναρωτάω. Και πάλι δεν παίρνω απάντηση.
Πίσω μου έχω λεωφορείο, και πρέπει να πάρω μια απόφαση. Μπαίνω στην εσοχή και σταματάω.
-Εδώ είπατε, σωστά; ρωτάω για τρίτη φορά.
-Ναι, ναι. λέει η μπροστά. Πόσο κάνει;
-2,90 συν 1,60 η κλήση, 4,5 ευρώ.
Η πίσω βγάζει και μου δίνει κάτι κέρματα. Ταυτόχρονα στο παράθυρο έρχεται ένας εργάτης του μετρό και κάτι μου λέει.
Κοιτάζω τα κέρματα. Είναι 3,40.
-4,50 ευρώ σας είπα, της λέω και ταυτόχρονα ανοίγω το παράθυρο να δω τι θέλει ο τύπος του μετρό.
-Άντε ρε φύγε, εσένα περιμένει το φορτηγό για να βγει, μου λέει με ύφος αυτός.
-Καλά ρε φίλε θα φύγω, κατεβαίνουν οι κοπέλες, του απαντάω εκνευρισμένος, καθώς έχω πετύχει πολλές φορές εργαζόμενους του μετρό να φέρονται λες και οι δρόμοι τους ανήκουν, βγαίνοντας και κλείνοντας το δρόμο με καρότσια γεμάτα μπάζα, φορτηγά, ακόμη και με τα πόδια απλώς περνώντας το δρόμο, αδιαφορώντας για τους πάντες και τα πάντα γύρω τους. Η κάσκα και το φωσφορούχο γιλεκάκι μάλλον επηρεάζουν τον τρόπο σκέψης.
Στο μεταξύ η κοπέλα πίσω έχει πάρει πίσω τα κέρματα, και μου προτείνει ένα χαρτονόμισμα. Γυρίζω και κοιτάζω. Είναι πενηντάρικο.
-Δώστε τα κέρματα και κατεβείτε, της λέω. Ξέρω βέβαια ότι το πιθανότερο είναι να το κάνει επίτηδες προκειμένου να μην πληρώσει την διαδρομή κανονικά. Το κόλπο "μεγάλο χαρτονόμισμα-ανεπαρκή ψιλά-στο λέω τελευταία στιγμή", είναι κλασικό.
Κάνουν να κατέβουν, αλλά η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Η μπροστά με το μίνι, γυρίζει καθώς ανοίγει την πόρτα, και μου λέει:
-Μήπως έχεις κάρτα δική σου; Να σε πάρουμε τηλέφωνο;
Μόνο αυτό μου έλειπε.
-Όχι, μόνο κάρτες του ραδιοταξί έχω, της απαντάω. Κατεβείτε γρήγορα σας παρακαλώ, ενοχλούμε.
Κατεβαίνουν και φεύγω. Ευτυχώς, δεν θεωρώ ότι ο πρώτος πελάτης καθορίζει την εξέλιξη της ημέρας, αλλιώς θα πήγαινα να το κλείσω. Έχω εκνευριστεί όμως τόσο, ώστε στο επόμενο φανάρι να ανοίξω το wordpad και να ξεκινήσω τη συγγραφή αυτού του post.
Πέμπτη 10 Ιουλίου 2008
Strangers, in a Strange Land
Η κλήση γίνεται από truck parking. Τα truck parking είναι βενζινάδικα με μεγάλους χώρους πάρκινγκ, όπου φορτηγατζήδες, Έλληνες και ξένοι, κάνουν στάση για καύσιμα, φαγητό και ύπνο χωρίς να ανησυχούν για την ασφάλεια των ίδιων και των φορτίων τους. Η κλήση είναι με επιστροφή. Θα πάω δηλαδή τους πελάτες κάπου, και θα τους ξαναγυρίσω πίσω. Απλό; Όχι πάντα.
Πηγαίνω και παραλαμβάνω δυο αλλοδαπούς φορτηγατζήδες. Ο "υπεύθυνος" του βενζινάδικου, μου εξηγεί:
-Θα τους πας σε μια τράπεζα, θα σου πούνε αυτοί έχουν ξαναπάει, για να βγάλουν λεφτά, και μετά θα τους φέρεις πίσω.
-Σε ποιά τράπεζα;
-Ξέρουν αυτοί, σιγά σιγά πήγαινε και θα σου δείξουν.
Ξεκινάμε. Γυρνάω και τους κάνω νόημα να μου δείξουν που να πάω, αλλά μου επιστρέφουν ένα χείμαρρο λέξεις και χειρονομίες. Αγγλικά ΔΕΝ ξέρουν λέξη φυσικά.
-"Ότομπανκ", μου λέει ο ένας και μου δείχνει την κάρτα.
-Visa; ρωτάω. (Τι στο καλό, αυτό είναι κοινό σε όλες τις γλώσσες).
-Visa! συμφωνεί αυτός. "Ότομπανκ". (ότο=αυτόματο + μπανκ=τράπεζα =>ΑΤΜ υποθέτω).
Τους πηγαίνω στην κοντινότερη τράπεζα, και πραγματικά με το που βλέπουν το ΑΤΜ το δείχνουν και γελάνε ανακουφισμένοι. Εδώ είμαστε.
Κατεβαίνουν και παιδεύονται με το μηχάνημα. Καθώς αναρωτιέμαι πώς θα τα καταφέρουν αφού δεν ξέρουν ελληνικά ή αγγλικά, ο ένας έρχεται και με φωνάζει. Προφανώς χρειάζονται βοήθεια τελικά.
Κατεβαίνω από το ταξί και πηγαίνω στο ΑΤΜ. Κατόπιν υπόδειξής τους (το γράφουν πάνω στη σκόνη που έχει μαζέψει η οθόνη του ΑΤΜ) ζητάω από το μηχάνημα 1000 ευρώ. "Ανεπαρκές υπόλοιπο". Προσπαθώ ξανά για 500, 200, 100 ευρώ. Τίποτε. Αποδεικνύεται ότι καμία από τις δύο κάρτες που κουβαλάνε δεν έχει υπόλοιπο.
Χειρονομίες και πάλι. Δεν έχει λεφτά. "No money NOOO MO-NE-Y".
Μάλλον με καταλαβαίνουν γιατί βγάζουν τα κινητά τους και αρχίζουν να τηλεφωνούν σαν μανιακοί σε κάποιον. Αυτός ο κάποιος όμως δεν απαντάει.
-"Νταβάριτς", μου λέει ο ένας, και συνεχίζει με έναν καινούριο χείμαρρο λέξεων. Αν καταλαβαίνω καλά θέλουν να δοκιμάσουμε και σε άλλη τράπεζα.
Πίσω στο ταξί. Ξέρω, αλλά δεν μπορώ να τους το εξηγήσω, ότι αν δεν υπάρχει υπόλοιπο στις κάρτες, όσα ΑΤΜ και να δοκιμάσουμε λεφτά δεν θα βγάλουμε.
Σταματάμε σε άλλη τράπεζα. Η ίδια ιστορία. Επιστρατεύονται τα κινητά τους και αυτή τη φορά ο ένας καταφέρνει να μιλήσει με κάποιον. Φωνάζει και αφρίζει, ενώ ο άλλος τον σιγοντάρει. Ξαφνικά χτυπάει και το δικό μου κινητό. Είναι η εκφωνήτρια του ραδιοταξί. Ο υπεύθυνος τουTruck parking έχει ανησυχήσει, καθώς λείπουμε περισσότερη ώρα από την αναμενόμενη, και έχει τηλεφωνήσει να μάθει τι γίναμε. Η εκφωνήτρια προφανώς με έχει ψάξει στο CB, αλλά εγώ είμαι εκτός αυτοκινήτου. Ευτυχώς τα κινητά μας υπάρχουν καταχωρημένα στο ραδιοταξί.
Της εξηγώ τι συμβαίνει, κι εκείνη τα μεταφέρει στον τύπο. Σπασμένο τηλέφωνο. Δεν καταλήγουμε πουθενά.
-Ρώτησέ τον σε παρακαλώ, της λέω, τι να τους κάνω εγώ τώρα τους ανθρώπους. Λεφτά πάντως δεν πρόκειται να πάρουν από αυτές τις κάρτες. Να τους πάω πίσω να τελειώνουμε;
Γίνεται η ερώτηση και φυσικά ο άνθρωπος της λέει να τους επιστρέψω εκεί.
Οι φορτηγατζήδες έχουν ανάψει τσιγάρο και το συζητάνε. Τους κάνω νόημα, ξαναμπαίνουμε στο ταξί, και επιστρέφουμε στο Truck parking. Ο υπεύθυνος πλησιάζει. Του εξηγώ την κατάσταση.
-Δεν τους έχει βάλει λεφτά το αφεντικό τους, μου λέει. Περιμένουν εδώ να βάλουν πετρέλαιο και να φύγουν για Ιταλία, και δεν έχουν λεφτά. Και μιλάμε για χίλια ευρώ πετρέλαιο σε κάθε φορτηγό, όχι αστεία. Έχει ξαναγίνει. Θα κάτσουν τώρα να περιμένουν δυο τρεις μέρες να τους βάλει ο άλλος λεφτά στις κάρτες.
-Ρώσοι είναι;
-Γεωργιανοί. Όλο τέτοια τους κάνουν τους καημένους. Δεν κουβαλάνε μαζί τους πολλά λεφτά μην τους κλέψουν, και όταν φτάνουν εδώ, δεν τους στέλνουν λεφτά να προχωρήσουν. Πάντως μην ανησυχείς εσύ, τα λεφτά σου δεν τα χάνεις.
Κουτσά στραβά τους λέει στα ρώσικα το ποσό, βάζοντας κι ένα ευρώ παραπάνω. Καλοσύνη του. Με πληρώνουν και φεύγω.
Έχω ξαναπάρει με το ταξί φορτηγατζήδες "ανατολικών" χωρών σε παρόμοιες αποστολές. Όπως έχω "οδηγήσει" (μπροστά εγώ με το ταξί και από πίσω τα τριαξονικά με τα ρυμουλκούμενα, φορτωμένα κοντέινερ) φορτηγά από την Τουρκία σε διάφορες αποθήκες και εταιρίες. Κοινό γνώρισμα όλων των οδηγών: ΔΕΝ μιλάνε καμία άλλη γλώσσα εκτός από την μητρική τους, στην οποία επιμένουν να σου μιλάνε ασταμάτητα, παρ' όλο που δεν τους καταλαβαίνεις και το ξέρουν. Οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν ούτε τις βασικές λέξεις στα αγγλικά. Back, straight, left, right, wait, go, bank, port, airport, train station, one, two, three, είναι κινέζικα γι' αυτούς. Παρ' όλα αυτά διασχίζουν την Ευρώπη από άκρη σε άκρη. Πώς τα καταφέρνουν; Μυστήριο.
Πηγαίνω και παραλαμβάνω δυο αλλοδαπούς φορτηγατζήδες. Ο "υπεύθυνος" του βενζινάδικου, μου εξηγεί:
-Θα τους πας σε μια τράπεζα, θα σου πούνε αυτοί έχουν ξαναπάει, για να βγάλουν λεφτά, και μετά θα τους φέρεις πίσω.
-Σε ποιά τράπεζα;
-Ξέρουν αυτοί, σιγά σιγά πήγαινε και θα σου δείξουν.
Ξεκινάμε. Γυρνάω και τους κάνω νόημα να μου δείξουν που να πάω, αλλά μου επιστρέφουν ένα χείμαρρο λέξεις και χειρονομίες. Αγγλικά ΔΕΝ ξέρουν λέξη φυσικά.
-"Ότομπανκ", μου λέει ο ένας και μου δείχνει την κάρτα.
-Visa; ρωτάω. (Τι στο καλό, αυτό είναι κοινό σε όλες τις γλώσσες).
-Visa! συμφωνεί αυτός. "Ότομπανκ". (ότο=αυτόματο + μπανκ=τράπεζα =>ΑΤΜ υποθέτω).
Τους πηγαίνω στην κοντινότερη τράπεζα, και πραγματικά με το που βλέπουν το ΑΤΜ το δείχνουν και γελάνε ανακουφισμένοι. Εδώ είμαστε.
Κατεβαίνουν και παιδεύονται με το μηχάνημα. Καθώς αναρωτιέμαι πώς θα τα καταφέρουν αφού δεν ξέρουν ελληνικά ή αγγλικά, ο ένας έρχεται και με φωνάζει. Προφανώς χρειάζονται βοήθεια τελικά.
Κατεβαίνω από το ταξί και πηγαίνω στο ΑΤΜ. Κατόπιν υπόδειξής τους (το γράφουν πάνω στη σκόνη που έχει μαζέψει η οθόνη του ΑΤΜ) ζητάω από το μηχάνημα 1000 ευρώ. "Ανεπαρκές υπόλοιπο". Προσπαθώ ξανά για 500, 200, 100 ευρώ. Τίποτε. Αποδεικνύεται ότι καμία από τις δύο κάρτες που κουβαλάνε δεν έχει υπόλοιπο.
Χειρονομίες και πάλι. Δεν έχει λεφτά. "No money NOOO MO-NE-Y".
Μάλλον με καταλαβαίνουν γιατί βγάζουν τα κινητά τους και αρχίζουν να τηλεφωνούν σαν μανιακοί σε κάποιον. Αυτός ο κάποιος όμως δεν απαντάει.
-"Νταβάριτς", μου λέει ο ένας, και συνεχίζει με έναν καινούριο χείμαρρο λέξεων. Αν καταλαβαίνω καλά θέλουν να δοκιμάσουμε και σε άλλη τράπεζα.
Πίσω στο ταξί. Ξέρω, αλλά δεν μπορώ να τους το εξηγήσω, ότι αν δεν υπάρχει υπόλοιπο στις κάρτες, όσα ΑΤΜ και να δοκιμάσουμε λεφτά δεν θα βγάλουμε.
Σταματάμε σε άλλη τράπεζα. Η ίδια ιστορία. Επιστρατεύονται τα κινητά τους και αυτή τη φορά ο ένας καταφέρνει να μιλήσει με κάποιον. Φωνάζει και αφρίζει, ενώ ο άλλος τον σιγοντάρει. Ξαφνικά χτυπάει και το δικό μου κινητό. Είναι η εκφωνήτρια του ραδιοταξί. Ο υπεύθυνος τουTruck parking έχει ανησυχήσει, καθώς λείπουμε περισσότερη ώρα από την αναμενόμενη, και έχει τηλεφωνήσει να μάθει τι γίναμε. Η εκφωνήτρια προφανώς με έχει ψάξει στο CB, αλλά εγώ είμαι εκτός αυτοκινήτου. Ευτυχώς τα κινητά μας υπάρχουν καταχωρημένα στο ραδιοταξί.
Της εξηγώ τι συμβαίνει, κι εκείνη τα μεταφέρει στον τύπο. Σπασμένο τηλέφωνο. Δεν καταλήγουμε πουθενά.
-Ρώτησέ τον σε παρακαλώ, της λέω, τι να τους κάνω εγώ τώρα τους ανθρώπους. Λεφτά πάντως δεν πρόκειται να πάρουν από αυτές τις κάρτες. Να τους πάω πίσω να τελειώνουμε;
Γίνεται η ερώτηση και φυσικά ο άνθρωπος της λέει να τους επιστρέψω εκεί.
Οι φορτηγατζήδες έχουν ανάψει τσιγάρο και το συζητάνε. Τους κάνω νόημα, ξαναμπαίνουμε στο ταξί, και επιστρέφουμε στο Truck parking. Ο υπεύθυνος πλησιάζει. Του εξηγώ την κατάσταση.
-Δεν τους έχει βάλει λεφτά το αφεντικό τους, μου λέει. Περιμένουν εδώ να βάλουν πετρέλαιο και να φύγουν για Ιταλία, και δεν έχουν λεφτά. Και μιλάμε για χίλια ευρώ πετρέλαιο σε κάθε φορτηγό, όχι αστεία. Έχει ξαναγίνει. Θα κάτσουν τώρα να περιμένουν δυο τρεις μέρες να τους βάλει ο άλλος λεφτά στις κάρτες.
-Ρώσοι είναι;
-Γεωργιανοί. Όλο τέτοια τους κάνουν τους καημένους. Δεν κουβαλάνε μαζί τους πολλά λεφτά μην τους κλέψουν, και όταν φτάνουν εδώ, δεν τους στέλνουν λεφτά να προχωρήσουν. Πάντως μην ανησυχείς εσύ, τα λεφτά σου δεν τα χάνεις.
Κουτσά στραβά τους λέει στα ρώσικα το ποσό, βάζοντας κι ένα ευρώ παραπάνω. Καλοσύνη του. Με πληρώνουν και φεύγω.
Έχω ξαναπάρει με το ταξί φορτηγατζήδες "ανατολικών" χωρών σε παρόμοιες αποστολές. Όπως έχω "οδηγήσει" (μπροστά εγώ με το ταξί και από πίσω τα τριαξονικά με τα ρυμουλκούμενα, φορτωμένα κοντέινερ) φορτηγά από την Τουρκία σε διάφορες αποθήκες και εταιρίες. Κοινό γνώρισμα όλων των οδηγών: ΔΕΝ μιλάνε καμία άλλη γλώσσα εκτός από την μητρική τους, στην οποία επιμένουν να σου μιλάνε ασταμάτητα, παρ' όλο που δεν τους καταλαβαίνεις και το ξέρουν. Οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν ούτε τις βασικές λέξεις στα αγγλικά. Back, straight, left, right, wait, go, bank, port, airport, train station, one, two, three, είναι κινέζικα γι' αυτούς. Παρ' όλα αυτά διασχίζουν την Ευρώπη από άκρη σε άκρη. Πώς τα καταφέρνουν; Μυστήριο.
Δευτέρα 30 Ιουνίου 2008
Όταν δεν επιλέγεις πελάτες...
Το παρακάτω περιστατικό το γράφω με αφορμή σχόλια σε προηγούμενα posts για επιλογές διαδρομών, πελατών κλπ. Αυτό που πολλοί συνάδελφοι δεν καταλαβαίνουν όσα χρόνια και αν δουλεύουν, είναι ότι σε αυτή τη δουλειά δεν ξέρει κανείς που είναι η τύχη του, ούτε αν η "καλή" διαδρομή θα του βγει σε κακό ή αντιστρόφως. Η "σωστή" επαγγελματικά και ηθικά τακτική είναι "πηγαίνω όπου με πάνε" χωρίς επιλογές διαμαρτυρίες και γκρίνια.
Πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, και ο συνεργάτης μου λείπει με "άδεια". Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δουλεύω εγώ όλη μέρα (όσες ώρες μπορώ δηλαδή). Όταν επιστρέψει, θα είναι η σειρά του να κάνει το ίδιο.
Όλη την εβδομάδα κυνηγάω μύγες. Δουλεύω από το πρωί μέχρι τις 9-10 το βράδυ, και βγάζω όσα θα έβγαιναν σε μια βάρδια, οποιαδήποτε άλλη εποχή. Φτάνει η Παρασκευή, τελευταία μέρα πριν την "άδειά" μου, και η κατάσταση χειροτερεύει καθώς η πόλη αδειάζει. Λίγο πριν τις δώδεκα το βράδυ βρίσκομαι να κατεβαίνω τον κεντρικό δρόμο της Πολίχνης.
Μπροστά μου σηκώνει το χέρι ένας κοντούλης τύπος, ο οποίος παραπατάει και λίγο σαν μεθυσμένος. Τριάντα μέτρα μετά δυο κοπέλες ντυμένες για βραδινή έξοδο περιμένουν ταξί επίσης, και κρίνοντας από την ώρα το πιθανότερο είναι να πηγαίνουν στα νυχτερινά μαγαζιά του αεροδρομίου. Ο "μεθυσμένος" όμως προηγείται. Σταματάω και επιβιβάζεται.
-Κορδελιό, μου λέει. Δες που "πηγαίνει" και "το" κορίτσια. Η προφορά του προδίδει ότι είναι αλλοδαπός, και μυρίζει ρετσίνα.
Σταματάω και στις κοπέλες.
-Αεροδρόμιο στα "Μαμούνια", μου λένε. Προφανώς δεν βολεύει.
Ο μεθυσμένος δαγκώνεται και με κοιτάζει ανήσυχος περιμένοντας γκρίνια.
-Ά ρε φίλο, τώρα θα λες, τι πήρα το Αλβανό και δεν πήρα το κορίτσια το όμορφα να πάω ιεροδρόμιο να πάρω δέκα πέντε ευρώ.
-Μη στεναχωριέσαι, του απαντάω. Μπορεί αυτός που θα τις πάει να τα έχει περισσότερη ανάγκη από εμένα.
Με κοιτάζει παραξενεμένος. Στη διαδρομή μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Μεθυσμένος ο Αλβανός αλλά μια χαρά τα λέει, ωραίος τύπος.
Φτάνουμε στο Κορδελιό, αποβιβάζω και κατηφορίζω για το κέντρο, καθώς η πιάτσα του Κορδελιού έχει καμιά δεκαριά ταξί. Δεν συναντάω ψυχή. Φτάνοντας Εγνατία με Αριστοτέλους το κέντρο κάνει κλήση σε κάποιο ξενοδοχείο της Εγνατίας. Παραδόξως δεν διεκδικεί κανείς άλλος, κι έτσι κατευθύνομαι εγώ.
Κάνω αναστροφή, φτάνω στο ξενοδοχείο και αναρωτιέμαι αν ο πελάτης έφυγε με κάποιο από τα δεκάδες διερχόμενα ταξί. Δεν έχει φύγει. Ένα λεπτό μετά από το ξενοδοχείο βγαίνει μια κοπέλα κοντά στα 35. Σκύβει στο παράθυρο να μου πει.
-Καλησπέρα. Εγώ κάλεσα το ταξί. Μόνο, ξέρετε, έχουμε ένα πρόβλημα.
-Τι πρόβλημα;
-Στο Βόλο θέλω να πάμε. (!!!)
-Τέτοια προβλήματα μπορούμε να έχουμε κάθε μέρα; της απαντάω, και ξεκινάμε.
Έβγαλα περισσότερα από ότι όλη την υπόλοιπη ημέρα σ' εκείνη τη διαδρομή. Αν είχα "επιλέξει" τις κοπελίτσες, θα είχα πάρει δέκα ευρώ και τέλος. Όπως είπα και στην αρχή, πας όπου σε πάει, και ο Θεός βοηθός. Ποτέ δεν ξέρεις.
Πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, και ο συνεργάτης μου λείπει με "άδεια". Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δουλεύω εγώ όλη μέρα (όσες ώρες μπορώ δηλαδή). Όταν επιστρέψει, θα είναι η σειρά του να κάνει το ίδιο.
Όλη την εβδομάδα κυνηγάω μύγες. Δουλεύω από το πρωί μέχρι τις 9-10 το βράδυ, και βγάζω όσα θα έβγαιναν σε μια βάρδια, οποιαδήποτε άλλη εποχή. Φτάνει η Παρασκευή, τελευταία μέρα πριν την "άδειά" μου, και η κατάσταση χειροτερεύει καθώς η πόλη αδειάζει. Λίγο πριν τις δώδεκα το βράδυ βρίσκομαι να κατεβαίνω τον κεντρικό δρόμο της Πολίχνης.
Μπροστά μου σηκώνει το χέρι ένας κοντούλης τύπος, ο οποίος παραπατάει και λίγο σαν μεθυσμένος. Τριάντα μέτρα μετά δυο κοπέλες ντυμένες για βραδινή έξοδο περιμένουν ταξί επίσης, και κρίνοντας από την ώρα το πιθανότερο είναι να πηγαίνουν στα νυχτερινά μαγαζιά του αεροδρομίου. Ο "μεθυσμένος" όμως προηγείται. Σταματάω και επιβιβάζεται.
-Κορδελιό, μου λέει. Δες που "πηγαίνει" και "το" κορίτσια. Η προφορά του προδίδει ότι είναι αλλοδαπός, και μυρίζει ρετσίνα.
Σταματάω και στις κοπέλες.
-Αεροδρόμιο στα "Μαμούνια", μου λένε. Προφανώς δεν βολεύει.
Ο μεθυσμένος δαγκώνεται και με κοιτάζει ανήσυχος περιμένοντας γκρίνια.
-Ά ρε φίλο, τώρα θα λες, τι πήρα το Αλβανό και δεν πήρα το κορίτσια το όμορφα να πάω ιεροδρόμιο να πάρω δέκα πέντε ευρώ.
-Μη στεναχωριέσαι, του απαντάω. Μπορεί αυτός που θα τις πάει να τα έχει περισσότερη ανάγκη από εμένα.
Με κοιτάζει παραξενεμένος. Στη διαδρομή μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Μεθυσμένος ο Αλβανός αλλά μια χαρά τα λέει, ωραίος τύπος.
Φτάνουμε στο Κορδελιό, αποβιβάζω και κατηφορίζω για το κέντρο, καθώς η πιάτσα του Κορδελιού έχει καμιά δεκαριά ταξί. Δεν συναντάω ψυχή. Φτάνοντας Εγνατία με Αριστοτέλους το κέντρο κάνει κλήση σε κάποιο ξενοδοχείο της Εγνατίας. Παραδόξως δεν διεκδικεί κανείς άλλος, κι έτσι κατευθύνομαι εγώ.
Κάνω αναστροφή, φτάνω στο ξενοδοχείο και αναρωτιέμαι αν ο πελάτης έφυγε με κάποιο από τα δεκάδες διερχόμενα ταξί. Δεν έχει φύγει. Ένα λεπτό μετά από το ξενοδοχείο βγαίνει μια κοπέλα κοντά στα 35. Σκύβει στο παράθυρο να μου πει.
-Καλησπέρα. Εγώ κάλεσα το ταξί. Μόνο, ξέρετε, έχουμε ένα πρόβλημα.
-Τι πρόβλημα;
-Στο Βόλο θέλω να πάμε. (!!!)
-Τέτοια προβλήματα μπορούμε να έχουμε κάθε μέρα; της απαντάω, και ξεκινάμε.
Έβγαλα περισσότερα από ότι όλη την υπόλοιπη ημέρα σ' εκείνη τη διαδρομή. Αν είχα "επιλέξει" τις κοπελίτσες, θα είχα πάρει δέκα ευρώ και τέλος. Όπως είπα και στην αρχή, πας όπου σε πάει, και ο Θεός βοηθός. Ποτέ δεν ξέρεις.
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008
Όσα θέλω πληρώνω
Για μια ακόμη φορά να ξεκινήσω εξηγώντας για να μη παρεξηγηθώ, ότι η καταγωγή το χρώμα κλπ χαρακτηριστικά των συνανθρώπων μου δεν με απασχολούν. Δεν είμαι ρατσιστής κανενός τύπου. Καταλαβαίνω τις κοινές συμπεριφορές (λόγω κουλτούρας) και φέρομαι ανάλογα. Αλλά, όπως και άλλες συμπεριφορές, αυτό που ονομάζουμε "χωριάτικη κουτοπονηριά" με κουράζει και με τσατίζει. Ειδικά όταν εμφανίζεται εις βάρος μου.
Πρωί γύρω στις 11. Δεύτερος στην πιάτσα δικαστηρίων. Καθώς στο συνάδελφο μπροστά επιβιβάζεται μια κοπέλα, ένας κύριος κοντά στα 60-65 σκύβει και τον ρωτάει αν βολεύει να συνεπιβιβασθεί. Κορνάρω, ο συνάδελφος του εξηγεί ότι πρέπει να έρθει σ' εμένα και φεύγει. Ο κύριος έρχεται και μπαίνει στο ταξί. Το σπασμένο από τον ήλιο πρόσωπό του, και η προφορά του προδίδουν ότι είναι κάτοικος κάποιου χωριού.
-Στα λεωφορεία για Σέρρες να με πας.
-Βέβαια.
-Καλά, κάθε ταξί έναν παίρνει και κορνάρεις;
-Γενικά έτσι πρέπει, αλλά ειδικά όταν είμαστε σε πιάτσα, έτσι γίνεται οπωσδήποτε.
-Α καλά, δεν το ήξερα.
Στο μεταξύ κινούμαστε μετ' εμποδίων. Άλλος παρκάρει, άλλος δεν χωράει να περάσει, γενικά μας καθυστερεί η πρωινή κίνηση.
-Τώρα εγώ τι φταίω να πληρώνω επειδή αυτός δεν χωράει, μου λέει ο πελάτης μου.
-Ούτε εσείς φταίτε, ούτε εγώ φταίω, αλλά έτσι είναι η κατάσταση στην πόλη τι να κάνουμε, του απαντάω. Που και να είχαμε ξεκινήσει από την Καλαμαριά. Χίλιες φορές θα το λέγατε αυτό.
Με τα πολλά βγαίνουμε στην ευθεία για τα ΚΤΕΛ. Ο πελάτης μου κοιτάζει το ταξίμετρο, που εκείνη τη στιγμή γράφει 2,50 και λέει:
-Καλά, μακριά είναι ακόμη; Πώς θα τα πληρώσω εγώ τόσα λεφτά;
-Τα ΚΤΕΛ εκεί είναι φαίνονται, του δείχνω. Όσο για τη χρέωση, η ελάχιστη μίσθωση είναι 2,80. Κοντά στα 3 ευρώ θα σας βγει αυτή η διαδρομή υπολογίζω. Αν δεν είχατε ούτε τόσα, κακώς μπήκατε σε ταξί.
-Α 2,50 γράφει; λέει αυτός. Εγώ νόμιζα 25. Δηλαδή 2,80 θα σου δώσω; (Έτσι βόλεψε να ακούσει ότι είπα).
-Όχι δεν είπα αυτό. Σας είπα ότι θα είναι κοντά στα 3 ευρώ. Αν έγραφε 25 όπως νομίσατε θα φτάναμε στο Κιλκίς που λέει ο λόγος. ( Η όλη στάση του αρχίζει και μου τη δίνει).
Φτάνουμε στα ΚΤΕΛ. Το ταξίμετρο γράφει 3,20.
-Τι σου χρωστάω; ρωτάει.
-3,20 έγραψε, του λέω.
Βγάζει από τη τσέπη του κοντά στα 7 ευρώ σε διάφορα κέρματα και ξεχωρίζει τρία. Ανάμεσα στα υπόλοιπα βλέπω και τουλάχιστον 2 εικοσάλεπτα.
-Εγώ θα σου δώσω 3, μου λέει.
-Ναι εντάξει. Με ακούσατε όμως που σας είπα ότι είναι 3,20 έτσι; (Καμιά φορά από παρεξήγηση δίνουν λιγότερα και πιστεύουν ότι έχουν αφήσει και φιλοδώρημα. Επίσης, φυσικά, το θέμα μου δεν είναι το εικοσάλεπτο. Καθημερινά "χαρίζω" πολλά τέτοια 20λεπτα. Η στάση του γενικότερα είναι που με έχει ενοχλήσει).
-Ε; Ναι, σε άκουσα, απαντάει.
-Δηλαδή επίτηδες μου δίνετε λιγότερα.
-Εεεεε ναι. Αλλά ξέρεις γιατί είμαι εδώ; Ο γιος μου, σαν κι εσένα δυο μέτρα παλικάρι, είναι...
-Συγνώμη δεν θέλω να μάθω, τον κόβω. Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι καταλάβατε πως μου δώσατε λιγότερα απ' ότι πρέπει.
-Το ξέρω. Καθόλου λεφτά δεν θα μου έπαιρνες αν ήξερες...
-Κοιτάξτε, δεν οδηγώ όχημα κοινωνικής πρόνοιας, του απαντάω. Κι εσείς αν ξέρατε πόσα χρωστάω και πόσο πιεστικά, θα μου δίνατε 8. Περαστικά σας εύχομαι ότι και να συμβαίνει στο γιο σας, αλλά αυτό δεν έχει σχέση με το ταξί. Δηλαδή όταν αγοράζετε τσιγάρα, δίνετε λιγότερα λεφτά απ' όσο κάνουν;
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει. Μουρμουρίζει ένα χαιρετισμό και φεύγει.
Πρωί γύρω στις 11. Δεύτερος στην πιάτσα δικαστηρίων. Καθώς στο συνάδελφο μπροστά επιβιβάζεται μια κοπέλα, ένας κύριος κοντά στα 60-65 σκύβει και τον ρωτάει αν βολεύει να συνεπιβιβασθεί. Κορνάρω, ο συνάδελφος του εξηγεί ότι πρέπει να έρθει σ' εμένα και φεύγει. Ο κύριος έρχεται και μπαίνει στο ταξί. Το σπασμένο από τον ήλιο πρόσωπό του, και η προφορά του προδίδουν ότι είναι κάτοικος κάποιου χωριού.
-Στα λεωφορεία για Σέρρες να με πας.
-Βέβαια.
-Καλά, κάθε ταξί έναν παίρνει και κορνάρεις;
-Γενικά έτσι πρέπει, αλλά ειδικά όταν είμαστε σε πιάτσα, έτσι γίνεται οπωσδήποτε.
-Α καλά, δεν το ήξερα.
Στο μεταξύ κινούμαστε μετ' εμποδίων. Άλλος παρκάρει, άλλος δεν χωράει να περάσει, γενικά μας καθυστερεί η πρωινή κίνηση.
-Τώρα εγώ τι φταίω να πληρώνω επειδή αυτός δεν χωράει, μου λέει ο πελάτης μου.
-Ούτε εσείς φταίτε, ούτε εγώ φταίω, αλλά έτσι είναι η κατάσταση στην πόλη τι να κάνουμε, του απαντάω. Που και να είχαμε ξεκινήσει από την Καλαμαριά. Χίλιες φορές θα το λέγατε αυτό.
Με τα πολλά βγαίνουμε στην ευθεία για τα ΚΤΕΛ. Ο πελάτης μου κοιτάζει το ταξίμετρο, που εκείνη τη στιγμή γράφει 2,50 και λέει:
-Καλά, μακριά είναι ακόμη; Πώς θα τα πληρώσω εγώ τόσα λεφτά;
-Τα ΚΤΕΛ εκεί είναι φαίνονται, του δείχνω. Όσο για τη χρέωση, η ελάχιστη μίσθωση είναι 2,80. Κοντά στα 3 ευρώ θα σας βγει αυτή η διαδρομή υπολογίζω. Αν δεν είχατε ούτε τόσα, κακώς μπήκατε σε ταξί.
-Α 2,50 γράφει; λέει αυτός. Εγώ νόμιζα 25. Δηλαδή 2,80 θα σου δώσω; (Έτσι βόλεψε να ακούσει ότι είπα).
-Όχι δεν είπα αυτό. Σας είπα ότι θα είναι κοντά στα 3 ευρώ. Αν έγραφε 25 όπως νομίσατε θα φτάναμε στο Κιλκίς που λέει ο λόγος. ( Η όλη στάση του αρχίζει και μου τη δίνει).
Φτάνουμε στα ΚΤΕΛ. Το ταξίμετρο γράφει 3,20.
-Τι σου χρωστάω; ρωτάει.
-3,20 έγραψε, του λέω.
Βγάζει από τη τσέπη του κοντά στα 7 ευρώ σε διάφορα κέρματα και ξεχωρίζει τρία. Ανάμεσα στα υπόλοιπα βλέπω και τουλάχιστον 2 εικοσάλεπτα.
-Εγώ θα σου δώσω 3, μου λέει.
-Ναι εντάξει. Με ακούσατε όμως που σας είπα ότι είναι 3,20 έτσι; (Καμιά φορά από παρεξήγηση δίνουν λιγότερα και πιστεύουν ότι έχουν αφήσει και φιλοδώρημα. Επίσης, φυσικά, το θέμα μου δεν είναι το εικοσάλεπτο. Καθημερινά "χαρίζω" πολλά τέτοια 20λεπτα. Η στάση του γενικότερα είναι που με έχει ενοχλήσει).
-Ε; Ναι, σε άκουσα, απαντάει.
-Δηλαδή επίτηδες μου δίνετε λιγότερα.
-Εεεεε ναι. Αλλά ξέρεις γιατί είμαι εδώ; Ο γιος μου, σαν κι εσένα δυο μέτρα παλικάρι, είναι...
-Συγνώμη δεν θέλω να μάθω, τον κόβω. Απλώς ήθελα να βεβαιωθώ ότι καταλάβατε πως μου δώσατε λιγότερα απ' ότι πρέπει.
-Το ξέρω. Καθόλου λεφτά δεν θα μου έπαιρνες αν ήξερες...
-Κοιτάξτε, δεν οδηγώ όχημα κοινωνικής πρόνοιας, του απαντάω. Κι εσείς αν ξέρατε πόσα χρωστάω και πόσο πιεστικά, θα μου δίνατε 8. Περαστικά σας εύχομαι ότι και να συμβαίνει στο γιο σας, αλλά αυτό δεν έχει σχέση με το ταξί. Δηλαδή όταν αγοράζετε τσιγάρα, δίνετε λιγότερα λεφτά απ' όσο κάνουν;
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνει. Μουρμουρίζει ένα χαιρετισμό και φεύγει.
Δευτέρα 23 Ιουνίου 2008
Mercedes Benz-Βγαιν(ζ)
Παρασκευή βράδυ στην πιάτσα Αριστοτέλους με Εγνατία. Μπροστά μου περιμένει ένα ακόμη Mercedes ταξί. Κάποια στιγμή επιβιβάζονται στο Mercedes δυο κοπελίτσες. Ο συνάδελφος όμως δεν ξεκινάει και καμιά δεκαριά δευτερόλεπτα μετά την επιβίβαση...αποβιβάζονται. Στο μεταξύ έρχεται και ένα παλικάρι, το οποίο πάει να μπει στο ταξί (το δικό μου), αλλά διστάζει βλέποντας τις κοπέλες να κατεβαίνουν.
-Έλα έλα, του λέω.
-Τις είδα που μπήκαν και βγήκαν αμέσως και μου κάνει εντύπωση, μου απαντάει.
-Μάλλον δεν του άρεσε ο προορισμός τους, του απαντάω. Ποιος ξέρει τι τις είπε και τις κατέβασε.
-Έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό; ρωτάει το παλικάρι.
-Όχι αν δεν είναι μεθυσμένες ή τοξικομανείς, και δεν τις βλέπω για τέτοιες τις κοπέλες, του απαντάω. Απλώς πολλοί από τους συναδέλφους που οδηγούν Mercedes έχουν μια διαφορετική άποψη για το πώς να κάνουν τη δουλειά τους.
Στο μεταξύ έχουμε φύγει από την πιάτσα, έχοντας μπροστά μας και το Mercedes, που αποβιβάζοντας τις κοπελίτσες, έχει φύγει από την πιάτσα χωρίς επιβάτες. Δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπω αυτό το "έργο", και τέτοιου τύπου "εξυπνάδες" με ενοχλούν. Στο φανάρι που μας πιάνει παρακάτω, πηγαίνω και σταματάω δίπλα του. Ο οδηγός, γυρίζει και με κοιτάζει επιφυλακτικά. Είναι ένας αδύνατος τύπος γύρω στα 50-55.
-Ο κοπελίτσες που κατέβασες σημείωναν τα νούμερα του ταξί καθώς έφευγες, του λέω ψέματα, για να ακούσω την ιστορία του και να δω τις αντιδράσεις του.
-Τι κάνανε; (και καλά δεν άκουσε).
-Σημειώνανε τα νούμερα της πινακίδας σου, του ξαναλέω.
-Θα μου κάνουν τα τρία δύο, απαντάει. (Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση)
-Καλά, εγώ απλώς σου λέω ότι όταν βγήκαν, πήραν τα νούμερα του ταξί, να το έχεις υπ’ όψην.
-Τι νούμερα μου πήρανε, εξυπνάδες μου πουλάς; εκνευρίζεται αυτός, κοιτάζοντας μια εμένα και μια τον επιβάτη μου. (ένας ακόμη μάρτυρας ότι αρνήθηκε τη μίσθωση).
Κάνω τον ανήξερο.
-Εσύ ξέρεις. Καλά που πήγαιναν και δεν τις πήρες; Σε καμιά ερημιά;
Ευκαιρία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
-Μπαίνουνε μέσα και μου λένε λαδάδικα. Εντάξει, λέω. Και λίγο γρήγορα αν γίνεται, μου λένε. Κατεβείτε κάτω, τις λέω, που θέλετε να πάτε και γρήγορα βραδιάτικα, και τις κατέβασα, εξηγεί ο "συνάδελφος".
Ανασηκώνω τους ώμους, καθώς δεν έχει νόημα να πω περισσότερα. Τα λαδάδικα είναι κοντά, και αυτός προφανώς ήθελε να πάει μακρύτερα. Το φανάρι πρασινίζει και ξεκινάμε.
-Έλα έλα, του λέω.
-Τις είδα που μπήκαν και βγήκαν αμέσως και μου κάνει εντύπωση, μου απαντάει.
-Μάλλον δεν του άρεσε ο προορισμός τους, του απαντάω. Ποιος ξέρει τι τις είπε και τις κατέβασε.
-Έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό; ρωτάει το παλικάρι.
-Όχι αν δεν είναι μεθυσμένες ή τοξικομανείς, και δεν τις βλέπω για τέτοιες τις κοπέλες, του απαντάω. Απλώς πολλοί από τους συναδέλφους που οδηγούν Mercedes έχουν μια διαφορετική άποψη για το πώς να κάνουν τη δουλειά τους.
Στο μεταξύ έχουμε φύγει από την πιάτσα, έχοντας μπροστά μας και το Mercedes, που αποβιβάζοντας τις κοπελίτσες, έχει φύγει από την πιάτσα χωρίς επιβάτες. Δεν είναι η πρώτη φορά που το βλέπω αυτό το "έργο", και τέτοιου τύπου "εξυπνάδες" με ενοχλούν. Στο φανάρι που μας πιάνει παρακάτω, πηγαίνω και σταματάω δίπλα του. Ο οδηγός, γυρίζει και με κοιτάζει επιφυλακτικά. Είναι ένας αδύνατος τύπος γύρω στα 50-55.
-Ο κοπελίτσες που κατέβασες σημείωναν τα νούμερα του ταξί καθώς έφευγες, του λέω ψέματα, για να ακούσω την ιστορία του και να δω τις αντιδράσεις του.
-Τι κάνανε; (και καλά δεν άκουσε).
-Σημειώνανε τα νούμερα της πινακίδας σου, του ξαναλέω.
-Θα μου κάνουν τα τρία δύο, απαντάει. (Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση)
-Καλά, εγώ απλώς σου λέω ότι όταν βγήκαν, πήραν τα νούμερα του ταξί, να το έχεις υπ’ όψην.
-Τι νούμερα μου πήρανε, εξυπνάδες μου πουλάς; εκνευρίζεται αυτός, κοιτάζοντας μια εμένα και μια τον επιβάτη μου. (ένας ακόμη μάρτυρας ότι αρνήθηκε τη μίσθωση).
Κάνω τον ανήξερο.
-Εσύ ξέρεις. Καλά που πήγαιναν και δεν τις πήρες; Σε καμιά ερημιά;
Ευκαιρία να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα.
-Μπαίνουνε μέσα και μου λένε λαδάδικα. Εντάξει, λέω. Και λίγο γρήγορα αν γίνεται, μου λένε. Κατεβείτε κάτω, τις λέω, που θέλετε να πάτε και γρήγορα βραδιάτικα, και τις κατέβασα, εξηγεί ο "συνάδελφος".
Ανασηκώνω τους ώμους, καθώς δεν έχει νόημα να πω περισσότερα. Τα λαδάδικα είναι κοντά, και αυτός προφανώς ήθελε να πάει μακρύτερα. Το φανάρι πρασινίζει και ξεκινάμε.
Κυριακή 15 Ιουνίου 2008
Πανοραμίξ
Να ξεκαθαρίσω εκ των προτέρων (και για μία ακόμη φορά) ότι δεν ομαδοποιώ τις συμπεριφορές των ανθρώπων βάσει της καταγωγής ή της περιοχής στην οποία κατοικούν. Περιγράφω απλώς τα γεγονότα, όπως συνέβησαν.
Η κλήση γίνεται από γνωστή αίθουσα δεξιώσεων, Σάββατο βράδυ. Παραλαμβάνω τέσσερις κυρίες στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους, με πλήρη εξοπλισμό: Μαλλί φουσκωμένο στο κομμωτήριο, διαχρονικό καθώς πρέπει ντύσιμο, και αρκετά χρυσαφικά (κυρίως στα χέρια) για να στηρίξουν την οικονομία μιας μικρής χώρας.
-Λοιπόν νεαρέ, θα μας πας μία μία στα σπίτια μας...
-Βέβαια.
-Στο Πανόραμα θα πάμε. Την κυρία θα αφήσουμε πρώτη, στον κεντρικό δρόμο, στο ύψος που βρισκόταν το Lidl.
-Λίγο "παγαπάνω" θα "πγοχωγήσουμε" και εκεί θα με αφήσεις, θα σου πω, ακούγεται μια φωνή πίσω μου. Μία τουλάχιστον από τις κυρίες έχει "πγοφογά". (Δεν κοροϊδεύω σε καμία περίπτωση τις προφορές ή τη δυσκολία στην εκφορά συγκεκριμένων γραμμάτων. Απλώς κάποιοι, δυσκολεύονται με το "Ρο", με εξόφθαλμη επιτήδευση, προκειμένου να δείξουν την αρχοντική καταγωγή τους).
Η συζήτησή τους κολλάει στο Lidl, και από εκεί επεκτείνεται σε όλες τις αλυσίδες οικονομικών supermarket. Όπως αποδεικνύεται, οι χρυσοποίκιλτες κυρίες γνωρίζουν πολύ καλά τις "προσφορές-ευκαιρίες", ειδικά στα πολύ φτηνά τρόφιμα, που προσωπικά αποφεύγω εξ' ορισμού ως ύποπτα. (3+1 "ανώνυμα" μακαρόνια με 49 λεπτά του ευρώ;). Εκείνες όμως τα αγοράζουν. Όπως αγοράζουν και κάνουν δώρα σετ "εργαλείων" σε γαμπρούς και εγγονούς. "Οχτώ ευρώ, ολόκληρη κασετίνα με ένα σωρό εργαλεία", λέει χαρακτηριστικά η μία. "Αποτελεσματικά σαν δανδελωτά προφυλακτικά", σκέφτομαι, αλλά δεν το λέω.
Τέλοσπαντων. Η συζήτησή τους περιφέρεται στο θέμα σε όλη τη διαδρομή, μέχρι που φτάνουμε περίπου στο σημείο που θα αποβιβαστεί η πρώτη κυρία. "Λίγο πιο πάνω, λίγο πιο εκεί, λίγο μετά, ΕΔΩ!!!
Το ΕΔΩ της μας έχει σταματήσει επάνω στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος, σε κακοφωτισμένο σημείο, αργά το βράδυ Σαββάτου. Ο ακίνητος στόχος κάθε μεθυσμένου. Έχω κάνει όσο πιο άκρη γίνεται, αλλά δεν έχω πολλά περιθώρια. Στο μεταξύ η κυρία που θα κατέβει, έχει βγάλει το πορτοφολάκι από το τσαντάκι της και μετράει κέρματα. Επί τέσσερα λεπτά περίπου, ακούγονται μικρά κέρματα να χτυπάνε μεταξύ τους, κι εγώ έχω χλομιάσει καθώς κάθε ανερχόμενος πίσω μας, δείχνει να μας αποφεύγει τελευταία στιγμή, και καμιά "φίλη" της δε λέει "θα πληρώσω εγώ τα 3,5 ευρώ που σου αναλογούν, και τα βρίσκουμε αύριο". Το μαρτύριο τελειώνει κάποια στιγμή, το πορτοφολάκι μπαίνει στη τσάντα, και η κυρία χαιρετά της υπόλοιπες. Και καθώς λέω "Από την εσωτερική πόρτα δεξιά βγείτε", ακούω την πόρτα αριστερά πίσω μου να ανοίγει.
-Κλείστε ΑΜΕΣΩΣ. Έρχεται αυτοκίνητο! πατάω μια φωνή.
-Ναι, ναι, βλέπω, μου λέει η κυρία που ξανακλείνει την πόρτα γρήγορα, τρομαγμένη από τη φωνή μου. Φυσικά, δεν έβλεπε πίσω, απλώς άνοιξε την πόρτα.
Γλυτώνουμε ανθρώπους και πόρτες, και η διανομή συνεχίζεται. Σε κάθε στάση η ιστορία του μετρήματος επαναλαμβάνεται, ευτυχώς όχι με την ίδια βραδύτητα. Αν υπολογίζω σωστά, τα κόμιστρα έχουν ήδη πληρωθεί από τις τρεις κυρίες που έχουν κατέβει. Η τέταρτη, κρατώντας την "πγοφογά" (οι δύο είχαν "πγοφογά" τελικά), και τα λεφτά των υπολοίπων, με καθοδηγεί για να φτάσουμε στο δυσπρόσιτο σπίτι της.
-Εδώ έμενε ο "Αμεγικάνος Πγόξενος", το "ξέγετε" υποθέτω;
-Όχι, δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις με τον συγκεκριμένο, της απαντάω.
-Έχει μετακομίσει εκεί κοντά σ' εμάς τώρα.
Να τον χαίρονται και να τους χαίρεται.
Ο δρόμος στον οποίο έχουμε μπει είναι πολύ στενός. Κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν έχει αφήσει ούτε μισό "κοινόχρηστο" μέτρο, με αποτέλεσμα να κινούμαστε σε ένα δρομάκι με τοίχους και φράχτες δεξιά και αριστερά. Αν συναντηθούμε με κάποιον, θα κολλήσουμε. Ευτυχώς φτάνουμε στο σπίτι της χωρίς να συναντήσουμε άλλο αυτοκίνητο.
-Αυτό είναι το σπίτι μου, λέει δείχνοντας το σπίτι στο οποίο τελειώνει απότομα ο δρόμος μπροστά μας. Αδιέξοδο, χωρίς περιθώρια αναστροφής.
Καθώς αναρωτιέμαι αν όντως περιμένει πως θα κάνω όπισθεν 100 μέτρα στο σκοτάδι μέχρι την προηγούμενη στροφή όπου υπάρχει λίγος χώρος, ανοίγει την εξώπορτα της αυλής (με τηλεχειρισμό).
-Μέσα θα πάμε για να γυρίσετε, μου λέει.
Ευτυχώς. Τα κτίρια είναι αριστερά μας μπαίνοντας. Κατά τις υποδείξεις της το προσπερνάμε, βρισκόμαστε σε μια αυλή όπου είναι παρκαρισμένα μερικά αυτοκίνητα, δεν παραλείπει να μου πει ποια είναι δικά τους και ποια της κόρης της, και κάνω τις απαραίτητες μανούβρες για να αντιστρέψω. Ξαναπερνάμε δίπλα από τα σπίτια, τα οποία έχουμε πλέον αριστερά και όταν φτάνουμε στην είσοδο του πρώτου, μου ζητάει να σταματήσω. Πληρώνει ακριβώς όσο της λέω (έχω στρογγυλέψει το ποσό προς τα κάτω φωναχτά, "12 και 60, 12 ευρώ δώστε μου αν δεν έχετε ψιλά). Με την όλη μανούβρα έχουμε σταματήσει ακριβώς μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, οπότε κατεβαίνει, με καληνυχτίζει και μπαίνει μέσα.
Χαρούμενος που ξέμπλεξα επιτέλους (τέτοιες συναντήσεις και συζητήσεις αποδεικνύονται πολύ ψυχοφθόρες), ξεκινάω να βγω από εκεί μέσα. Συναντάω δυο αυτοκίνητα μέχρι να βγω στον κεντρικό δρόμο. Στην πρώτη περίπτωση κάνω όπισθεν πενήντα μέτρα και στριμώχνομαι σε μια είσοδο για να περάσει. Στη δεύτερη σταματάω και περιμένω, καθώς το αυτοκίνητο που συνάντησα προσπαθεί να κάνει αναστροφή. Πρόκειται για περιπολικό. Ο συνοδηγός έχει βγει έξω και δίνει οδηγίες στον οδηγό, ο οποίος μετά από 15 κινήσεις μπρος-πίσω (και πάλι καλά, άξιο το παλικάρι) καταφέρνει να αναστρέψει. Ο συνοδηγός γυρίζει και με κοιτάζει (έχω μείνει με τα φώτα σταθμεύσεως για να μην τους τυφλώνω, κι έχω ανάψει το εσωτερικό φωτάκι για να με βλέπουν, το συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις για να μπορούμε να συνεννοηθούμε αν χρειαστεί). Ανασηκώνω τους ώμους, με μια έκφραση "τι να πεις; ".
Ο συνοδηγός κοιτάζει δεξιά αριστερά τα σπίτια και το δρόμο και μου αντιγυρίζει ένα "τι είναι τούτοι". Τουλάχιστον έτσι το εκλαμβάνω εγώ.
Βγαίνουμε χωρίς άλλα απρόοπτα στον κεντρικό δρόμο, και πάμε ο καθένας στο δρόμο του.
Η κλήση γίνεται από γνωστή αίθουσα δεξιώσεων, Σάββατο βράδυ. Παραλαμβάνω τέσσερις κυρίες στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους, με πλήρη εξοπλισμό: Μαλλί φουσκωμένο στο κομμωτήριο, διαχρονικό καθώς πρέπει ντύσιμο, και αρκετά χρυσαφικά (κυρίως στα χέρια) για να στηρίξουν την οικονομία μιας μικρής χώρας.
-Λοιπόν νεαρέ, θα μας πας μία μία στα σπίτια μας...
-Βέβαια.
-Στο Πανόραμα θα πάμε. Την κυρία θα αφήσουμε πρώτη, στον κεντρικό δρόμο, στο ύψος που βρισκόταν το Lidl.
-Λίγο "παγαπάνω" θα "πγοχωγήσουμε" και εκεί θα με αφήσεις, θα σου πω, ακούγεται μια φωνή πίσω μου. Μία τουλάχιστον από τις κυρίες έχει "πγοφογά". (Δεν κοροϊδεύω σε καμία περίπτωση τις προφορές ή τη δυσκολία στην εκφορά συγκεκριμένων γραμμάτων. Απλώς κάποιοι, δυσκολεύονται με το "Ρο", με εξόφθαλμη επιτήδευση, προκειμένου να δείξουν την αρχοντική καταγωγή τους).
Η συζήτησή τους κολλάει στο Lidl, και από εκεί επεκτείνεται σε όλες τις αλυσίδες οικονομικών supermarket. Όπως αποδεικνύεται, οι χρυσοποίκιλτες κυρίες γνωρίζουν πολύ καλά τις "προσφορές-ευκαιρίες", ειδικά στα πολύ φτηνά τρόφιμα, που προσωπικά αποφεύγω εξ' ορισμού ως ύποπτα. (3+1 "ανώνυμα" μακαρόνια με 49 λεπτά του ευρώ;). Εκείνες όμως τα αγοράζουν. Όπως αγοράζουν και κάνουν δώρα σετ "εργαλείων" σε γαμπρούς και εγγονούς. "Οχτώ ευρώ, ολόκληρη κασετίνα με ένα σωρό εργαλεία", λέει χαρακτηριστικά η μία. "Αποτελεσματικά σαν δανδελωτά προφυλακτικά", σκέφτομαι, αλλά δεν το λέω.
Τέλοσπαντων. Η συζήτησή τους περιφέρεται στο θέμα σε όλη τη διαδρομή, μέχρι που φτάνουμε περίπου στο σημείο που θα αποβιβαστεί η πρώτη κυρία. "Λίγο πιο πάνω, λίγο πιο εκεί, λίγο μετά, ΕΔΩ!!!
Το ΕΔΩ της μας έχει σταματήσει επάνω στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος, σε κακοφωτισμένο σημείο, αργά το βράδυ Σαββάτου. Ο ακίνητος στόχος κάθε μεθυσμένου. Έχω κάνει όσο πιο άκρη γίνεται, αλλά δεν έχω πολλά περιθώρια. Στο μεταξύ η κυρία που θα κατέβει, έχει βγάλει το πορτοφολάκι από το τσαντάκι της και μετράει κέρματα. Επί τέσσερα λεπτά περίπου, ακούγονται μικρά κέρματα να χτυπάνε μεταξύ τους, κι εγώ έχω χλομιάσει καθώς κάθε ανερχόμενος πίσω μας, δείχνει να μας αποφεύγει τελευταία στιγμή, και καμιά "φίλη" της δε λέει "θα πληρώσω εγώ τα 3,5 ευρώ που σου αναλογούν, και τα βρίσκουμε αύριο". Το μαρτύριο τελειώνει κάποια στιγμή, το πορτοφολάκι μπαίνει στη τσάντα, και η κυρία χαιρετά της υπόλοιπες. Και καθώς λέω "Από την εσωτερική πόρτα δεξιά βγείτε", ακούω την πόρτα αριστερά πίσω μου να ανοίγει.
-Κλείστε ΑΜΕΣΩΣ. Έρχεται αυτοκίνητο! πατάω μια φωνή.
-Ναι, ναι, βλέπω, μου λέει η κυρία που ξανακλείνει την πόρτα γρήγορα, τρομαγμένη από τη φωνή μου. Φυσικά, δεν έβλεπε πίσω, απλώς άνοιξε την πόρτα.
Γλυτώνουμε ανθρώπους και πόρτες, και η διανομή συνεχίζεται. Σε κάθε στάση η ιστορία του μετρήματος επαναλαμβάνεται, ευτυχώς όχι με την ίδια βραδύτητα. Αν υπολογίζω σωστά, τα κόμιστρα έχουν ήδη πληρωθεί από τις τρεις κυρίες που έχουν κατέβει. Η τέταρτη, κρατώντας την "πγοφογά" (οι δύο είχαν "πγοφογά" τελικά), και τα λεφτά των υπολοίπων, με καθοδηγεί για να φτάσουμε στο δυσπρόσιτο σπίτι της.
-Εδώ έμενε ο "Αμεγικάνος Πγόξενος", το "ξέγετε" υποθέτω;
-Όχι, δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις με τον συγκεκριμένο, της απαντάω.
-Έχει μετακομίσει εκεί κοντά σ' εμάς τώρα.
Να τον χαίρονται και να τους χαίρεται.
Ο δρόμος στον οποίο έχουμε μπει είναι πολύ στενός. Κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν έχει αφήσει ούτε μισό "κοινόχρηστο" μέτρο, με αποτέλεσμα να κινούμαστε σε ένα δρομάκι με τοίχους και φράχτες δεξιά και αριστερά. Αν συναντηθούμε με κάποιον, θα κολλήσουμε. Ευτυχώς φτάνουμε στο σπίτι της χωρίς να συναντήσουμε άλλο αυτοκίνητο.
-Αυτό είναι το σπίτι μου, λέει δείχνοντας το σπίτι στο οποίο τελειώνει απότομα ο δρόμος μπροστά μας. Αδιέξοδο, χωρίς περιθώρια αναστροφής.
Καθώς αναρωτιέμαι αν όντως περιμένει πως θα κάνω όπισθεν 100 μέτρα στο σκοτάδι μέχρι την προηγούμενη στροφή όπου υπάρχει λίγος χώρος, ανοίγει την εξώπορτα της αυλής (με τηλεχειρισμό).
-Μέσα θα πάμε για να γυρίσετε, μου λέει.
Ευτυχώς. Τα κτίρια είναι αριστερά μας μπαίνοντας. Κατά τις υποδείξεις της το προσπερνάμε, βρισκόμαστε σε μια αυλή όπου είναι παρκαρισμένα μερικά αυτοκίνητα, δεν παραλείπει να μου πει ποια είναι δικά τους και ποια της κόρης της, και κάνω τις απαραίτητες μανούβρες για να αντιστρέψω. Ξαναπερνάμε δίπλα από τα σπίτια, τα οποία έχουμε πλέον αριστερά και όταν φτάνουμε στην είσοδο του πρώτου, μου ζητάει να σταματήσω. Πληρώνει ακριβώς όσο της λέω (έχω στρογγυλέψει το ποσό προς τα κάτω φωναχτά, "12 και 60, 12 ευρώ δώστε μου αν δεν έχετε ψιλά). Με την όλη μανούβρα έχουμε σταματήσει ακριβώς μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της, οπότε κατεβαίνει, με καληνυχτίζει και μπαίνει μέσα.
Χαρούμενος που ξέμπλεξα επιτέλους (τέτοιες συναντήσεις και συζητήσεις αποδεικνύονται πολύ ψυχοφθόρες), ξεκινάω να βγω από εκεί μέσα. Συναντάω δυο αυτοκίνητα μέχρι να βγω στον κεντρικό δρόμο. Στην πρώτη περίπτωση κάνω όπισθεν πενήντα μέτρα και στριμώχνομαι σε μια είσοδο για να περάσει. Στη δεύτερη σταματάω και περιμένω, καθώς το αυτοκίνητο που συνάντησα προσπαθεί να κάνει αναστροφή. Πρόκειται για περιπολικό. Ο συνοδηγός έχει βγει έξω και δίνει οδηγίες στον οδηγό, ο οποίος μετά από 15 κινήσεις μπρος-πίσω (και πάλι καλά, άξιο το παλικάρι) καταφέρνει να αναστρέψει. Ο συνοδηγός γυρίζει και με κοιτάζει (έχω μείνει με τα φώτα σταθμεύσεως για να μην τους τυφλώνω, κι έχω ανάψει το εσωτερικό φωτάκι για να με βλέπουν, το συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις για να μπορούμε να συνεννοηθούμε αν χρειαστεί). Ανασηκώνω τους ώμους, με μια έκφραση "τι να πεις; ".
Ο συνοδηγός κοιτάζει δεξιά αριστερά τα σπίτια και το δρόμο και μου αντιγυρίζει ένα "τι είναι τούτοι". Τουλάχιστον έτσι το εκλαμβάνω εγώ.
Βγαίνουμε χωρίς άλλα απρόοπτα στον κεντρικό δρόμο, και πάμε ο καθένας στο δρόμο του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)