Δευτέρα 28 Απριλίου 2008

Ο ληστής...

Ο τύπος που μπαίνει στο ταξί είναι κοντά στα πενήντα, «ψημένη» φάτσα. Πηγαίνει κάπου στο Κορδελιό. Εκείνο τον καιρό έχει γίνει μια ληστεία σε κάποια τράπεζα, στην οποία οι ληστές είχαν πυροβολήσει κάποιον που προσπάθησε να τους σταματήσει, οπότε κάποια στιγμή η συζήτηση πηγαίνει εκεί.
-Τι ήθελε κι αυτός και μπήκε στη μέση; μου λέει ο τύπος. Όταν πας για ληστεία και κρατάς όπλο, είσαι αποφασισμένος να το χρησιμοποιήσεις. Εκείνη την ώρα, το μυαλό σου είναι να ξεφύγεις. Όποιος κάνει να σε σταματήσει θα την φάει.
-Τι να σας πω δεν ξέρω, του απαντάω. Δεν μου έτυχε να κάνω ληστεία ποτέ.
-Εγώ όμως ξέρω, μου λέει αυτός. Δέκα χρόνια έκανα στον Κορυδαλό για ένοπλη ληστεία.
-Σοβαρά μιλάτε τώρα;
-Πολύ σοβαρά μιλάω. Έχει χρόνια βέβαια. Είχε μπει στη μέση ένας να με σταματήσει και του έριξα στα πόδια. Ευτυχώς, γιατί αλλιώς θα ήμουν ακόμη μέσα.
-Και πως έγινε και σας πιάσανε; τον ρωτάω.
-Ε πως γίνεται συνήθως; Κάποιος από τη συμμορία δεν μπόρεσε να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Δεν φτάνει που πήγε και αγόρασε ακριβό αυτοκίνητο, άρχισε να περηφανεύεται δεξιά και αριστερά στα φιλαράκια του πόσο καλά τα καταφέραμε. Καταλαβαίνεις, ρουφιάνους έχει πολλούς.
Για λίγο μένω αμίλητος. Ο τύπος φαίνεται να σοβαρολογεί.
-Και κάνατε δέκα χρόνια για ένοπλη ληστεία συν τον τραυματισμό κάποιου, ρωτάω τελικά.
-Μωρέ λιγότερα θα έκανα κανονικά (;!). Αλλά δεν τους έλεγα που έκρυψα τα λεφτά. Ούτε και τα βρήκανε ποτέ. Έκατσα κι εγώ δέκα χρόνια μέσα, και όταν βγήκα πήγα και τα πήρα.
Το σκέφτομαι και πάλι για λίγο και τελικά του λέω γελώντας:
-Πάντως αν αποφασίσατε να αλλάξετε καριέρα και να ληστέψετε ταξί, μόλις βγήκα για δουλειά. Ούτε πενήντα ευρώ δεν έχω μαζί μου.
Γελάει κι αυτός και μου απαντάει.
-Ε όχι ρε φίλε. Εσένα θα ληστέψω; Άσε που, τι με πέρασες, για κανένα ψιλικατζή;
Δίκιο είχε ο άνθρωπος. Αν έχεις πιάσει καρχαρία, τι να σου κάνει το σπαράκι;

Κυριακή 20 Απριλίου 2008

Όπισθεν...

Άκουσα οι εξετάσεις οδήγησης θα δυσκολέψουν
αλλά δεν περίμενα αυτό...

(Για λόγους συντόμευσης των εξετάσεων, όπισθεν γωνία και παρκάρισμα θα εξετάζονται πλέον όπως στο video παραπάνω)

Πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια που έκανα τα υποχρεωτικά μαθήματα οδήγησης.
Επειδή είχα δυο χρόνια στους δρόμους με το 50αράκι παπάκι, και επειδή οδηγούσα ήδη (τα καλοκαίρια στο χωριό το τρακτέρ του θείου μου, και μερικές φορές το autobianchi μας στους χωματόδρομους), πίστευα ότι ήξερα να οδηγάω και δεν χρειαζόμουν μαθήματα. Λάθος. Η οδήγηση δεν αφορά μόνο στο τεχνικό μέρος του χειρισμού ενός αυτοκινήτου (μοχλός ταχυτήτων, πεντάλ, τιμόνι, χειρόφρενο, φλας κλπ) αλλά και (κυρίως θα 'λεγα) στο "συμπεριφορικό" μέρος της οδήγησης. Αν οδηγούσαμε πάντα μόνοι μας στις ερημιές δεν θα είχε καμία σημασία. Η πλειοψηφία μας όμως οδηγά σε πολυσύχναστους δρόμους με πολλά οχήματα και πεζούς γύρω μας, και πρέπει να δείχνουμε την ανάλογη προσοχή. Να βλέπουμε καλά μπροστά, γύρω μας, καθώς και πίσω μας.
Ειδικά όταν κάνουμε όπισθεν. Η οποία όπισθεν ήταν ο λόγος που ξεκίνησα να γράφω τα παραπάνω, έκανα αυτή την τεράστια παρένθεση, και επιστρέφω…
Θυμάμαι πολύ καλά λοιπόν, και δεν νομίζω ότι άλλαξε κάτι από τότε, τον δάσκαλο οδήγησης να μου λέει:
-Για να κάνεις όπισθεν, αφού βάλεις την ταχύτητα, βάζεις το δεξί χέρι πίσω από το κάθισμα του συνοδηγού για βοήθεια, και γυρνάς ΟΛΟ το σώμα ώστε να βλέπεις καλά πίσω, τόσο στα δεξιά όσο και αριστερά του αυτοκινήτου. Με το αριστερό χέρι κρατάς το τιμόνι,
Πολύ σωστά. ΠΟΛΥ ΣΩΣΤΑ. ΔΕΝ αρκεί να κοιτάζεις τους καθρέφτες κάνοντας όπισθεν. ΔΕΝ αρκεί να κοιτάζεις τους καθρέφτες κάνοντας όπισθεν. Aν το αυτοκίνητό είναι κανονικό επιβατικό με παράθυρο στο πίσω μέρος, ΔΕΝ αρκεί να κοιτάζεις τους καθρέφτες κάνοντας όπισθεν.
Το παιδάκι που θα τρέξει ανάμεσα στα παρκαρισμένα ΔΕΝ θα φανεί στους καθρέφτες. Η πραγματική απόσταση από το παρκαρισμένο πίσω και το πεζοδρόμιο ΔΕΝ φαίνεται στους καθρέφτες. Το κρυφό τοιχάκι, κολωνάκι, πεζουλάκι, ΔΕΝ φαίνεται στους καθρέφτες (καμιά φορά δεν φαίνεται ούτε και κοιτάζοντας πίσω!).Το μηχανάκι που θα έρθει να προσπεράσει και θα το χτυπήσεις με τη μούρη του αυτοκινήτου που πετιέται έξω καθώς παρκάρεις, ΔΕΝ θα φανεί στους καθρέφτες.
Προσφάτως με τη μηχανή, σταμάτησα οριακά πίσω από κύριο κοντά στα 60, ο οποίος έβγαινε από την πυλωτή της οικοδομής στο δρόμο κάνοντας όπισθεν γωνία 90 μοιρών. Στο αγανακτισμένο μου κορνάρισμα, (καθώς σταμάτησα μεν, αλλά αυτός συνέχιζε ακάθεκτος να κάνει όπισθεν επάνω μου) απάντησε με αφέλεια: "Ε, τι θέλεις; Δεν φαίνεσαι από τους καθρέφτες. Εσύ έρχεσαι από πίσω, πρόσεχε λίγο."
Πραγματικά πιστεύω ότι έχουμε όλοι ένα κοπάδι αγγέλους πάνω από τα οχήματά μας, και πάλι δεν μας προλαβαίνουν πάντα.
Δεν γίνεται όπισθεν κοιτώντας τους καθρέφτες. Είναι θέμα ζωής και θανάτου πολλές φορές. Όπως λένε και στον imagine (για άλλους λόγους) "Πείτε το και στους φίλους σας".

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Δεν είπα Σάρτη...

Καλοκαίρι, μεσημέρι. Βρίσκομαι στα ΚΤΕΛ τρίτο ταξί στην πιάτσα. Ένα παλικαράκι κοντά στα τριάντα πλησιάζει τον πρώτο ταξιτζή και κάτι του λέει. Αυτός τον "διώχνει". Το ίδιο και ο δεύτερος, Το έργο το έχω ξαναδεί. Κάπου κοντά θα πηγαίνει, ή δεν καταλαβαίνουν τι τους λέει. Οπότε μόλις σκύβει δίπλα στο ταξί και αρχίζει να λέει (δεν τον ακούω, το παράθυρο είναι κλειστό γιατί δουλεύει ο κλιματισμός) του κάνω νόημα να μπει μέσα. Μπαίνει, κάθεται, και με κάπως παράξενη προφορά μου λέει:

-Θα με πας στη Σάρτη;

-Να σε πάω.

Η προφορά του με βάζει σε σκέψεις. Σε περίπτωση που μας σταματήσουν για έλεγχο και αυτός είναι παράνομα στη χώρα, θεωρούμαι αυτομάτως συνεργός σε μεταφορά λαθρομεταναστών, και πηγαίνω κι εγώ και το ταξί "μέσα" Οπότε του λέω:

-Χωρίς παρεξήγηση, αλλά επειδή τα Ελληνικά σου τα ακούω παράξενα, και επειδή θα βγούμε εκτός Θεσσαλονίκης, χαρτιά, ταυτότητα έχεις;

-Έχω έχω, λέει και βγάζει μια φωτοτυπία ταυτότητας. Το όνομα είναι ένα δυσκολοπρόφερτα Τούρκικο. Καλώ το κέντρο του ραδιοταξί, ζητάω να κόψουν την αναμετάδοση (ώστε να με ακούει μόνο η εκφωνήτρια) και της δίνω τα στοιχεία ταυτότητας, ενημερώνοντας παράλληλα ότι πηγαίνω στην Σάρτη.

Το παλικαράκι καθώς βγαίνουμε περιφερειακό μου λέει.

-Δεν πάμε Σάρτη. ΞΑΝΘΗ πάμε.

Μάλιστα. Άλλο Σάρτη Χαλκιδικής, άλλο Ξάνθη. Και το Τούρκικο όνομα, με βάζει σε υποψίες και με οδηγεί στην επόμενη ερώτηση.

-Που ακριβώς πηγαίνουμε στην Ξάνθη;

-Λίγο πιο έξω, στο χωριό ΧΧΧΧ (δεν θυμάμαι πλέον πιο ακριβώς).

-Και που είναι αυτό;

-Λίγο έξω από την Ξάνθη.

-Ναι, αυτό το είπαμε. Προς τα που δηλαδή; Στα Πομακοχώρια;

-Ναι, όχι, ναι. Χαζογελάει αμήχανα.

Δηλαδή ναι. Εκείνη την εποχή δεν ξέρω τίποτε απολύτως για τα Πομακοχώρια. Μια μακρινή ανάμνηση μόνο από ένα ρεπορτάζ, ότι έχουν δική τους διακυβέρνηση και νόμους. Γκουλπ.

-Φίλε επειδή πολλά γίνονται, και πάμε μακριά, θα ενημερώσω και την αστυνομία, χωρίς παρεξήγηση.

Το δέχεται με χαμόγελο. Όλο και περισσότερο μου δίνει την εντύπωση ότι είναι κάπως "ελαφρύς" καθώς δεν σταματάει να χαζοχαμογελάει, και να μιλάει ακατάσχετα. Τέλοσπαντων.

Τηλεφωνώ στο 100 και ενημερώνω για την όλη κατάσταση. Ο αστυνομικός πολύ γρήγορα το ψάχνει και με ενημερώνει ότι για τον επιβάτη μου δεν προκύπτει ποινικό μητρώο. Επίσης με συμβουλεύει να ενημερώσω και την αστυνομία φτάνοντας στη Ξάνθη αν θέλω. (Το 100 όταν το καλείς από κινητό, σε συνδέει με την κοντινότερη άμεση δράση).

Μέχρι εδώ, καλά, αν και η ανησυχία δε σβήνει. Αντιθέτως, και ενώ έχουμε φτάσει περίπου στην Ασπροβάλτα, οι πλάγιες ερωτήσεις μου βγάζουν και άλλο "λαγό":

-Δεν έχω λεφτά εγώ να σε πληρώσω. Θα σου τα δώσει ο θείος μου εκεί όταν φτάσουμε.

-Ο θείος σου ξέρει ότι πας με ταξί στο χωριό;

-Όχι. Μην ανησυχείς όμως θα σε πληρώσει.

[Αυτό το λες εσύ. Ο θείος όμως; Αν υπάρχει...]

-Να κάνουμε ένα τηλέφωνο στο θείο σου; Μπορεί να μην είναι σπίτι όταν φτάσουμε.

-Να πάρουμε.

Μου λέει ένα νούμερο, καλώ και βγαίνει κάποιος, ο οποίος αφού με ακούει, με σπαστά Ελληνικά μου εξηγεί ότι δεν είναι αυτός που ψάχνω.

-Λάθος νούμερο μου έδωσες.

Μου λέει και πάλι το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά μου δίνει μάλλον το σωστό, γιατί απαντάει μια γυναίκα στα Τούρκικα, αλλά καθώς προσπαθώ να της εξηγήσω ποιος είμαι και τι συμβαίνει μου το κλείνει.

-Μια γυναίκα βγήκε και μου το έκλεισε, του λέω.

-Είναι επειδή δεν αφήνουν τις γυναίκες τους να μιλάνε με αγνώστους. Η θεία μου θα ήταν. Δώσε να μιλήσω εγώ, μου λέει.

Ξανακαλώ και του δίνω να μιλήσει. Αρχίζει ένα χείμαρρο Τούρκικα, σε τόνους που μου φαίνονται άλλοτε παρακλητικοί, και άλλοτε επεξηγηματικοί. Τελικά κλείνει το τηλέφωνο.

-Εντάξει μίλησα με τον θείο μου, εκεί είναι και θα μας περιμένει να σε πληρώσει, μου λέει.

[Έτσι λες εσύ. Είναι εξίσου πιθανό να έχει πει: " Ομάρ, Χασάν, Αμπντούλ, έρχομαι με ένα γκιαούρη ταξιτζή κορόιδο. Ακονίστε τα γιαταγάνια, ανάψτε κάρβουνα και ειδοποιήστε ότι θα έχουμε Toyota Avensis για πούλημα."]

Αστειεύομαι τώρα, αλλά όλα αυτά δεν είναι καθόλου αστεία εκείνη την ώρα. Στην καλύτερη χειρότερη περίπτωση, θα έχω κάνει ένα σωρό χιλιόμετρα, θα έχω χάσει τη μέρα και δεν θα πληρωθώ. Στη χειρότερη;

Κουβέντα στη κουβέντα μαθαίνω ότι το χωριό έχει αστυνομικό τμήμα. Ελληνικό αστυνομικό τμήμα. Όπως είπα, μέχρι εκείνη τη στιγμή έχω την εντύπωση ότι πηγαίνουμε σε ένα τουρκόφωνο "κράτος εν κράτει". Τηλεφωνώ στις πληροφορίες, βρίσκω το νούμερο, και καλώ το αστυνομικό τμήμα. Δεν απαντάει κανείς.

Τηλεφωνώ στο 100 και πάλι. Πλέον είμαστε στο κομμάτι της Καβάλας. Ο αστυνομικός μου εξηγεί ότι κατά πάσα πιθανότητα ο αστυνομικός είναι έξω σε περιπολία με το αυτοκίνητο, και γι' αυτό δεν απαντάει στο τμήμα.

Μάλιστα. Εξαιρετικά. Φτάνω στην Ξάνθη και τηλεφωνώ στο 100. Εξηγώ την κατάσταση ακόμη μια φορά.

-Φοβάσαι ότι δεν θα σε πληρώσει;

-Μεταξύ άλλων, το φοβάμαι και αυτό.

Ο αστυνόμος γελάει.

-Δεν θα έχεις πρόβλημα, καλοί είναι οι άνθρωποι εκεί αλλά αν γίνει κάτι πάρε μας τηλέφωνο, μου λέει.

[Αν προλάβω...]

Φτάνουμε κάποια στιγμή στο χωριό. Αρκετοί μιναρέδες υψώνονται δεξιά και αριστερά. Οι περαστικοί μας κοιτάζουν περίεργα. Οι άντρες, γιατί οι ελάχιστες γυναίκες κουκουλωμένες με τα τσεμπέρια τους κοιτάζουν το έδαφος καθώς περπατάνε.

Από εδώ στρίψε, από εκεί στρίψε, κρατάω νοητικές σημειώσεις, προκειμένου αν χρειαστεί να ειδοποιήσω το 100, να τους τα πω μαζεμένα: (Από το μπακάλικο " Η Φατιμά" αριστερά, πλάτανος δεξιά, γύρω γύρω την πλατεία και βόρεια, άσπρο σπίτι με πράσινα παντζούρια).

-Εδώ είμαστε, μου λέει κάποια στιγμή. Βγαίνει έξω και μπαίνει σε μια αυλή. Βλέπω παιδάκια και κάποιες γυναίκες με τσεμπέρια που έχουν βγει και με κοιτάζουν. Στο μεταξύ έχω κλειστές ασφάλειες, πατημένο συμπλέκτη και βαλμένη πρώτη, ενώ στο χέρι κρατάω το κινητό στο οποίο έχω ήδη σχηματίσει το 100 και απομένει να πατήσω "κλήση".

Μετά από λίγο ένας χαμογελαστός άνθρωπος, γύρω στα 60, βγαίνει από την αυλή, και έρχεται στο παράθυρο.

-Έλα λίγο κατέβα να σε κεράσουμε έναν καφέ, μου λέει.

-Πρέπει να φύγω για πίσω, να φτάσω πριν νυχτώσει, σας ευχαριστώ, του απαντάω.

-Καλά που τον βρήκες αυτόν; με ρωτάει, αναφερόμενος στον πελάτη ανιψιό του.

-Στα ΚΤΕΛ, στα λεωφορεία της Θεσσαλονίκης.

-Βρε τον άτιμο. Δυο φορές τον βάλαμε στη Σταυρούπολη στο ψυχιατρείο, το έσκασε, πήρε ταξί και ήρθε πίσω.

Κλασική ιστορία. Ευτυχώς ό άνθρωπος με πληρώνει κανονικά και με χαμόγελο. Του δίνω τα ρέστα (αν και ο ανηψιός επιμένει να τα κρατήσω να πιω έναν καφέ), και φεύγω όσο πιο γρήγορα και αθόρυβα μπορώ. Τα μάτια μου είναι μονίμως στους καθρέφτες. Αναρωτιέμαι πόσες τρίχες μου άσπρισαν και πόσο μπορεί να κοστολογηθεί η ψυχική οδύνη. Άλλο κακό να μη μας βρει.

Και ενώ με πιέζει η κύστη μου, δεν διακινδυνεύω να σταματήσω παρά μόνο αφού έχω περάσει και την Καβάλα στο δρόμο της επιστροφής.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Porsche

Το παρακάτω περιστατικό θα βοηθούσε πολύ αν το είχα βιντεοσκοπήσει, καθώς είναι βγαλμένο από "αμερικανιά" κωμωδία. Θα προσπαθήσω να σας το μεταφέρω όσο πιο "οπτικοποιημένα" μπορώ.

Τσιμισκή, απόγευμα, ο καιρός καλός και η κίνηση μέτρια. Μπροστά μου πηγαίνει μια Porshe με Γερμανικές πινακίδες, και μπροστά της ένα λεωφορείο. Εκμεταλλευόμενος την καλοκαιρία ο οδηγός έχει ξεσκεπάσει το αυτοκίνητο, ώστε όλοι να μπορούν να τον δουν. Μέχρι ένα σημείο βέβαια γιατί φοράει και γυαλιά "μάσκες του σκι" που κρύβουν το μισό του πρόσωπο, ενώ λόγω ύψους χάνεται μέσα στο αυτοκίνητο. Τη στιγμή που μας ενδιαφέρει πάντως, ο νέος μας κάτι σκαλίζει στο ταμπλό της Porsche. Έτσι, όταν καταλαβαίνει ότι το λεωφορείο μπροστά του έχει σταματήσει, είναι αργά για ελιγμό. Σταματάει εντελώς, στρίβει όλο το τιμόνι αριστερά, βγάζει φλας και κάνει την κίνηση να βγει. Σταματάει αμέσως όμως (δυο εκατοστά προλαβαίνει να κινηθεί) γιατί εγώ έχω αλλάξει ήδη λωρίδα, έχω βρεθεί αριστερά πίσω του και του ανάβω τα φώτα μην τυχόν και κάνει τη χαζομάρα. Προσπερνώ και κοιτάζω στον καθρέφτη. Ο τύπος κάνει να ξαναβγεί (άλλα δυο εκατοστά αριστερά) και ξανασταματάει καθώς αυτή τη φορά αριστερά πίσω του έρχεται και τον κορνάρει ΤΟ όχημα: Παπάκι εικοσαετίας, ταλαιπωρημένο και ακαθορίστου χρώματος από τη σκουριά και την απλυσιά, πλήρες με το κίτρινο καφάσι από γάλατα στραβοδεμένο πάνω στη σκάρα. Ο οδηγός της μηχανής, εξηντάρης, με το αρχαίο και καταχτυπημένο κράνος-τάπερ απ' το άνοιγμα του οποίου προεξέχει το μισό του πρόσωπο, περνάει δίπλα από την Porsche, και τον κοιτάζει άγρια μέσα από τα χοντρά γυαλιά οράσεως που φοράει, φωνάζοντας και κορνάροντας με την ξέπνοη ψόφια κόρνα του εξάβολτου δικύκλου του. Είναι προφανές ότι δεκάρα δεν δίνει αν είναι Porsche ή Datsun. Μετά από αυτό, ο οδηγός της Porsche δεν επιχειρεί πλέον άλλη έξοδο. Ακολουθεί το λεωφορείο μπροστά του για όσο μπορώ να δω από τον καθρέφτη μου, ελπίζοντας φαντάζομαι να μην τον έχει δει κανείς.

Κι αν είσαι και Porcsh-ας, με την αράδα σου θα πας.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2008

Δωρεάν...

Βρίσκομαι στις Συκιές μεσημέρι, και κατευθύνομαι προς τα καπνομάγαζα της Επταλόφου, (εκεί που μέχρι κάποια στιγμή υπήρχε βενζινάδικο-πάρκινγκ) προκειμένου να παραδώσω το Ταξί στον συνεργάτη μου.

Σταματημένο στο φανάρι με πλησιάζουν δυο κοπέλες. Πριν προλάβουν να μου πουν οτιδήποτε τους λέω:

-Πηγαίνω στην Επτάλοφο να παραδώσω.

-Α, εμείς στη Μενεμένη πηγαίνουμε.

Για όσους δεν ξέρουν, οι δυο συνοικίες είναι γειτονικές. Δυστυχώς έχω αργήσει ήδη, οπότε δεν με "παίρνει" να τις πάω εκεί που πάνε και να γυρίσω. Καθώς όμως αφ' ενός στις Συκιές δύσκολα βρίσκεις Ταξί, και αφ' ετέρου είναι ώρα αλλαγής βάρδιας, άρα ακόμη δυσκολότερα θα εξυπηρετηθούν, τους προτείνω:

-Ελάτε να σας πάω μέχρι την Επτάλοφο. Δωρεάν, δεν θέλω χρήματα, έτσι κι αλλιώς εκεί πηγαίνω. Ταξί θα βρείτε σίγουρα από εκεί να σας πάει όπου θέλετε.

Η μια κοπέλα κάνει να μπει στο Ταξί. Η άλλη όμως την σταματάει κατεβάζοντας τα μούτρα.

-Όχι! Με κοιτάζει άγρια.

-Όπως θέλετε. Έχω μείνει έκπληκτος. Μήπως δεν κατάλαβε τι είπα;

Το φανάρι ανάβει πράσινο και ξεκινάω. Από τον καθρέφτη βλέπω την κοπέλα που πήγε να μπει, να βάζει τις φωνές στην άλλη.

Όσο και να το έχω σκεφτεί, δεν κατέληξα σε κάποια θεωρία της προκοπής. Αν κάποιος μπορεί να φανταστεί γιατί η κοπελιά απέρριψε την δωρεάν μεταφορά, ας μου πει κι εμένα.

Κυριακή 6 Απριλίου 2008

Λεπτομέρειες

Οι παρακάτω ιστορίες είναι απλώς ενδεικτικές. Πολλές φορές, πολλοί πελάτες, διαφόρων ηλικιών, είναι εντελώς ασαφείς, όχι πάντα επειδή δεν ξέρουν. Διαβάστε παρακάτω και θα καταλάβετε.

Κυρία μπαίνει από τα ΚΤΕΛ και μου ζητάει να την πάω Αγίου Παντελεήμονος δέκα (το νούμερο ενδεικτικό).

-Σε ποια Αγίου Πεντελεήμονος; Έχει τρεις τουλάχιστον. Σε ποια περιοχή;

Δεν ξέρει, δεν θυμάται. Μετά από αρκετές ερωτήσεις (είναι σε μεγάλο δρόμο; βγαίνοντας από την πόλη προς Χαλκιδική; κοντά στη θάλασσα; Θυμάστε δυο δωδεκαόροφες πολυκατοικίες κοντά; Ήταν μακριά από τα ΚΤΕΛ; πόσο περίπου πληρώσατε στο Ταξί την προηγούμενη φορά; προς τον Φοίνικα;) καταλήγουμε ότι αναφέρεται στην Αγίου Παντελεήμονος της Καλαμαριάς. Φτάνοντας εκεί ανακαλύπτουμε ότι το νούμερο δέκα είναι...τοίχος.

-Είστε σίγουρη για το νούμερο;

Είναι.

-Σας θυμίζει τίποτε ο δρόμος;

Δεν της θυμίζει τίποτε.

Σκέψη, προβληματισμός, και τελικά μου λέει.

-Να πάρω τηλέφωνο την κουνιάδα μου να μας πει που ακριβώς είναι το σπίτι;

-Καλά, αν έχετε τηλέφωνο, γιατί δεν το λέτε από την αρχή και ψάχνουμε τόση ώρα;

-Δεν το σκέφτηκα. (!!!;;;)

Τηλεφωνώ. Η έκπληκτη κουνιάδα μου λέει ότι βρίσκεται στους Αμπελόκηπους. Έχουμε δηλαδή διασχίσει τα τέσσερα πέμπτα της πόλης (και θα επιστρέψουμε πίσω) επειδή η κυρία "δεν το σκέφτηκε".

Σε άλλη περίπτωση, ο αλλοδαπός κύριος μπαίνει από τον σταθμό των τραίνων και μου ζητάει να τον πάω στην Αλβανική πρεσβεία.

-Είναι πολύ κοντά του λέω (στο Βαρδάρι διακόσια μέτρα παρακάτω).

-Όχι έχει φύγει από εκεί, μου λέει.

-Να ρωτήσω στο ραδιοταξί τότε.

Ρωτάω, και με ενημερώνουν ότι βρίσκεται στην Τσιμισκή μαζί με τη πρεσβεία των Η.Π.Α. στο εμπορικό κέντρο.

Καθώς φτάνουμε, ο πελάτης μου λέει:

-Τσιμισκή 45, εδώ είναι; (το νούμερο ενδεικτικό)

[Αφού ήξερες από την αρχή οδό και αριθμό γιατί με ταλαιπωρείς;]

Αμίμητο και σύντομο είναι αυτό με την κυρία που μπαίνει στο Ταξί και μου λέει:

-Στην κυρία Κοντομανώλη θέλω να με πάτε. (Το όνομα ενδεικτικό)

-Να σας πάω, αλλά που μένει, γιατί δεν την γνωρίζω;

-Δεν ξέρεις; (Έκπληκτη).

-Όχι, θα 'πρεπε;

Μου δίνει την διεύθυνση κάπως απότομα. Αργότερα μαθαίνω ότι η κυρία Κοντομανώλη είναι πελάτισσα του Ραδιοταξί. Λυπάμαι, δεν κουβαλάω μαζί το αρχείο των πελατών μας.

Και καθώς τα γράφω όλα αυτά, η κυρία που μπήκε στο Ταξί, μου λέει:

-Νεάπολη στην Cosmote.

-Που βρίσκεται η Cosmote; Μπορεί να έχει και παραπάνω από μία.

-Πάμε και θα σου πω.

-Ναι, αλλά πρέπει να ξέρω έστω περίπου προκειμένου να ακολουθήσω τον ανάλογο δρόμο.

-Πάμε και θα σου πω.

Καθώς πλησιάζουμε στη Νεάπολη, μου λέει.

-Καλά, δεν ξέρεις που είναι η Cosmote;

-Δεν έτυχε, να την προσέξω. Γιατί τόσο μεγάλο μαγαζί είναι;

-Στη Βενιζέλου, πάνω από την Εθνική τράπεζα, δεν την έχεις δει;

[Κι εσείς Βενιζέλου δεν μπορούσατε να πείτε από την αρχή;]

Τέτοιες καταστάσεις συμβαίνουν πολλές. Όπου οι πληροφορίες δίνονται μισές, παραπλανητικές και με το σταγονόμετρο. Δεν καταλαβαίνω. Είναι τόσο κουραστικό να δώσεις όλες τις πληροφορίες από την αρχή; Είναι μυστικό; Μήπως παίζουμε το παιχνίδι "Βρες πού πάω αν μπορείς";

Αν παραγγέλνουν και φαγητό από delivery με τον ίδιο τρόπο πάντως, πρέπει να μένουν συχνά νηστικοί.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2008

Ικανοποιητική "ξήγα"

Το περιστατικό που μου έτυχε σήμερα, έχει ξανασυμβεί ουσιαστικά απαράλλαχτο και πριν μερικούς μήνες. Από τα γενικά χαρακτηριστικά και τον προορισμό της πελάτισσας, είμαι σίγουρος ότι πρόκειται για την ίδια.

Περιμένω λοιπόν στην πιάτσα των ΚΤΕΛ. Η κυρία που τελικά επιβιβάζω, πρέπει να είναι 60+ χρονών, με μακρύ βαμμένο ξανθό μαλλί και "νεανίζοντα" ρούχα. Βάζω τις τσάντες της στο πορτμπαγκάζ, ενώ εκείνη λέει ήδη:

-Κοντά θα πάμε αλλά τι να κάνουμε.

-Όπου πηγαίνετε θα σας πάω μην ανησυχείτε.

-Έ όχι, δεν φταις εσύ, αλλά τι να κάνουμε, κοντά πηγαίνω, ξαναλέει αυτή.

-Άλλες φορές κοντά, άλλες μακριά, αυτή είναι η δουλειά μας, ξαναλέω κι εγώ με άλλα λόγια.

-Όχι, όχι, λέει αυτή, δεν ήταν το τυχερό σου μ' εμένα. Μενεμένη πηγαίνω, στην Αγία Παρασκευή, αλλά μην ανησυχείς, θα σου ξηγηθώ καλά. (την πρώτη φορά, πριν μήνες είχε πει "θα ικανοποιηθείς", φράση την οποία είχα συζητήσει τότε για το "υπονοούμενό" της, οπότε μου έμεινε στη μνήμη και το περιστατικό).

Φτάνουμε γρήγορα στον προορισμό μας.

-Πόσο κάνει; ρωτάει.

-2,65 η ελάχιστη συν 0,85 λόγω ΚΤΕΛ, 3,5 ευρώ της λέω (δεν χρεώνω τίποτε για τις αποσκευές).

Μου δίνει δέκα ευρώ, της δίνω τα ρέστα, τα βάζει στο πορτοφόλι της και κατεβαίνει.

-Ευχαριστώ μου λέει, τα κοιτάζει και τα βάζει στο πορτοφόλι της

Κατεβαίνω κι εγώ, κατεβάζω και τα πράγματά της από το πόρτμπαγκαζ, λέω "καλό μεσημέρι" και αποχωρώ.

Τι εννοούσε όταν είπε "θα ικανοποιηθείς" την πρώτη φορά και "θα σου ξηγηθώ καλά" την δεύτερη; Μήπως "δεν θα φύγω χωρίς να πληρώσω";

Ικανοποιητικά ξηγήθηκε τότε :)

Κυριακή 30 Μαρτίου 2008

Μαρία Χ

Η κοπέλα μπήκε στο ταξί ένα απόγευμα και μιλώντας στο κινητό της, μου έδωσε ένα χαρτί με μια διεύθυνση στα Μετέωρα. Ξαφνικά έβαλε τις φωνές (στο τηλέφωνο πάντα):

-Τι θέλεις ρε παππού. Άντε να γ@μήσεις καμιά γιαγιά. Μη ξαναπάρεις.

Το έκλεισε εκνευρισμένα.

-Ρε τον παππού θέλει και σεξ. Παίρνει και ξαναπαίρνει. Αφού του είπα. Δεν πάω με παππούδες.

Χαμογελάω, καταλαβαίνω, αλλά ρωτάω για επιβεβαίωση.

-Και που το βρήκε το τηλέφωνό σου; Σε περιοδικό;

-Σε εφημερίδα.

-Μάλιστα.

Το τηλέφωνό της ξαναχτυπάει. Εντελώς χύμα η κοπέλα, απαντάει στις ερωτήσεις του "πελάτη", προσποιούμενη ότι μιλάει από κάποιο "γραφείο συνοδών". Η ώρα έχει τόσο, τα έξτρα κόλπα τόσο παραπάνω, η κοπέλα είναι 1.70, τέτοιων διαστάσεων, λεπτή, πολύ ωραία κλπ. Αργότερα θα μάθω ότι δεν πηγαίνει σε κλήσεις από κινητό. Το σταθερό τηλέφωνο "εξασφαλίζει" ότι αν η κοπέλα πάθει κάτι, το "γραφείο" θα βρει τον πελάτη. Ο φόβος φυλάει τα έρμα δηλαδή, καθώς όχι μόνο δεν υπάρχει γραφείο, αλλά και τα ραντεβού της τα κλείνει καθώς κινείται από πελάτη σε πελάτη και κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται. Πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, έρχεται η "επαγγελματική πρόταση".

-Θέλεις να δουλέψουμε μαζί; μου λέει.

-Δηλαδή τι εννοείς; ρωτάω.

-Θα με πηγαίνεις στους πελάτες, θα με περιμένεις και θα πηγαίνουμε στον επόμενο. Να μην ψάχνω κι εγώ ταξί όλη την ώρα. Θα σου δίνω τόσα (θα μου δίνει όσα χρεώνει την ώρα στους πελάτες της, για 11-12 ώρες δικής μου εργασίας).

Σκέφτομαι γρήγορα. Η πρότασή της, οικονομικά τουλάχιστον, δεν είναι κακή, χωρίς να είναι και εξαιρετική. Ενέχει όμως και κινδύνους. Αν βρεθώ κατηγορούμενος για συνέργεια ή και μαστροπεία; Τέλοσπαντων, αφού καμία παράνομη ενέργεια δεν συντελείται στο ταξί, της απαντάω:

-Ας δοκιμάσουμε σήμερα και βλέπουμε.

Γρήγορα βλέπω ότι η Μαρία (έτσι αυτοσυστήνεται) χρεώνει μεν με την ώρα, αλλά σπάνια πέφτει σε πελάτη που την εκμεταλλεύεται ολόκληρη. Ένα τέταρτο με μισή ώρα αφού έχει βγει από το ταξί, επιστρέφει και μου δίνει τον επόμενο προορισμό. Σε τακτά διαστήματα σταματάμε για ανεφοδιασμό σε...προφυλακτικά. Προφανώς για λόγους "αντι-αστυνομικούς" παίρνει κάθε φορά μια μικρή συσκευασία.

Μου λέει ότι είναι αλλοδαπή από γειτονική χώρα, και κάνει αυτή τη δουλειά δυο χρόνια τώρα. Ξεκίνησε από επαρχιακή πόλη της Ελλάδας αλλά την συνέλαβαν και αναγκάστηκε να μετακινηθεί. Μένει σε κεντρικό φτηνό ξενοδοχείο και επί τέσσερις μέρες στη σειρά φοράει τα ίδια (λευκά) ρούχα. Δεν είναι ντυμένη σαν ξέκολο πάντως και το ντύσιμό της κολλάει σε όλους τους χώρους.

Μέχρι να τελειώσει η εβδομάδα την έχω μεταφέρει σε κάθε μήκος και πλάτος της πόλης, από το Ωραιόκαστρο μέχρι την Καλαμαριά, και από το τελευταίο ξενοδοχείο μέχρι τα κεντρικότερα. Ειδικά στα κεντρικά μεγάλα ξενοδοχεία φαίνεται να έχει τους περισσότερους πελάτες.

Μερικές φορές επιστρέφει με θριαμβευτικό ύφος (τον ξεπέταξα σε δέκα λεπτά, είδες πόσο καλή είμαι;}, ενώ άλλες με απλανές βλέμμα και τσιγάρο στο χέρι (δεν θέλω να ξέρω τι έχει κάνει εκεί που ήταν). Ζητάει πάντα βαριά σκυλάδικα στο ραδιόφωνο. Της κάνω τη χάρη για όσο βρίσκεται μέσα στο ταξί, και αλλάζω μουσική όσο την περιμένω. Αν όταν επιστρέφει, έχω ξεχάσει να ξαναβάλω σκυλάδικα, αλλάζει εκνευρισμένα σταθμό από μόνη της.

Σε δυο περιπτώσεις πηγαίνει για "διπλό" με μια φίλη της. Η φίλη μετακινείται με άλλο συνάδελφο ταξιτζή, κοντά στα 55 με τον οποίο και συζητώ την δεύτερη φορά που βρισκόμαστε να περιμένουμε κάτω από το σπίτι του "μερακλή" πελάτη. Ωραίος τύπος. Συμφωνούμε ότι οι κοπέλες αυτές ταλαιπωρούνται άσχημα από αυτή τη δουλειά, δεν είναι να ζηλεύεις τα λεφτά που βγάζουν (συνήθως περισσότερα από έναν ολόκληρο βασικό μισθό κάθε νύχτα). Ότι καλές αυτές οι "συνεργασίες" αλλά όσο κρατήσουν κράτησαν, και καλύτερα να μη ξέρει κανένας τίποτε. Ότι καλύτερα να μην της την "πέσω" ποτέ. "Άλλη όρεξη δεν έχει η κοπέλα με τη δουλειά που κάνει, να της την πέφτει και ο ταξιτζής" μου λέει χαρακτηριστικά. "Παντρεμένος είμαι, δεν ασχολούμαι", του απαντάω, "αλλά και να μην ήμουν, άλλη όρεξη δεν θα είχα κι εγώ με την δουλειά που κάνει".

Όλα αυτά κρατάνε τέσσερις μέρες, όπως είπα. Την επόμενη εβδομάδα είμαι πρωινός και η Μαρία έχει κανονίσει με άλλο συνάδελφο για τις μετακινήσεις της. Την μεθεπόμενη που ξαναδουλεύω απόγευμα, αρχίζουμε στραβά. Τη Δευτέρα μου τηλεφωνεί στις δύο παρά γιατί έχει πελάτη, ενώ ξέρει ότι παραλαμβάνω το ταξί στις τρεις.

Την Τρίτη μου λέει ότι δεν έχει δουλειά νωρίς, και θα ξεκινήσει μετά τις έξι, και μετά μου τηλεφωνεί στις τέσσερις να πάω ΤΩΡΑ να την πάρω. Την Τετάρτη πλέον ισχυρίζεται ότι δεν έχει δουλειά καθόλου, και δεν μου ξανατηλεφωνεί από τότε. Μάλλον καλύτερα, γιατί αφ' ενός τα λεφτά που μου δίνει τα νοιώθω κάπως "βρώμικα", αφ' ετέρου η τριβή με μια τέτοια επαγγελματία αφήνει μια στενάχωρη αίσθηση.

Καιρό μετά το συζητάω με συνάδελφο που σχεδόν ομοίως, μου διηγείται πως είχε κλείσει κάποτε συμφωνία να πηγαινοφέρνει κοπέλες "κονσομασιόν" σε μπαρ κοντινής πόλης κάθε μέρα.

-Της την έπεσες; με ρωτάει.

-Καθόλου, του απαντάω.

-Ίσως αυτό έφταιξε, μου λέει. Ίσως ήθελε μια επιβεβαίωση και από σένα ότι περνάει η μπογιά της. Ίσως και να ήθελε να σε πληρώνει σε είδος μια στις τόσες.

Δεν ξέρω. Δεν νομίζω. Πιστεύω ότι ο κουρασμένος της ψυχισμός την έχει κάνει παράξενη. Ίσως απλώς να ήθελε άλλου τύπου προσωπικότητα για οδηγό. Καλά να είναι όπου και να 'ναι η Μαρία, όπως και κάθε "Μαρία".

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2008

Ολυμπιακή Φλόγα

Και ξαφνικά αυτό το ωραίο απόγευμα της Πέμπτης (τι ωραίο δηλαδή, ψιλοβρέχει όποτε θυμηθεί) επικρατεί κυκλοφοριακό χάος στη Θεσσαλονίκη. Μεγαλύτερο από το συνηθισμένο. Ο λόγος αυτή τη φορά είναι το πέρασμα της Ολυμπιακής Φλόγας από την πόλη μας. Και δεν θα μας πείραζε και τόσο αυτό το μποτιλιάρισμα (με την "ιερή" και εθνικά εξυψωτική αιτία), αν δεν είχαμε ήδη τεντωμένα νεύρα από τα προηγούμενο καιρό με τις χαοτικές διασταυρώσεις με τα σβηστά φανάρια λόγω των διακοπών της ΔΕΗ.

Έχοντας ήδη περάσει δυο φορές από την Εγνατία και ξέροντας ότι η παραλιακή Λεωφόρος Νίκης και η Μητροπόλεως είναι κλειστές, με ότι αυτό συνεπάγεται (οι αλυσιδωτές αντιδράσεις του κυκλοφοριακού μας έχουν εντυπωσιακές ταχύτητες και μεγέθη), παίρνω τα "βουνά" και βρίσκομαι στην αγαπημένη μου πιάτσα Αγίων Αναργύρων στα κάστρα, ελπίζοντας οι πελάτες που θα με βρουν εκεί να μην κατευθύνονται στο κέντρο.

Ευσεβείς πόθοι. Μετά από λίγη ώρα αναμονής έρχεται η σειρά μου και επιβιβάζω δύο κυρίες.

-Στην Πλατεία Ελευθερίας (αρχές Μητροπόλεως) θα μας πάτε, λέει η μία.

-Θα προσπαθήσω, της απαντάω, γιατί έχει έρθει η Ολυμπιακή Φλόγα και τόσο η Μητροπόλεως όσο και η παραλιακή είναι κλειστές. Καταλαβαίνετε, επικρατεί χάος στο κέντρο.

-Μα στις 6:30 ήταν να περάσει, μου αντιγυρίζει. (η ώρα είναι 8:30). Γι' αυτό δεν κατεβήκαμε νωρίτερα.

-Κάπου θα καθυστέρησε, της λέω (στα διόδια ίσως;). Πάμε προς το κέντρο και θα δούμε μέχρι που θα φτάσουμε.

-Είναι κλειστή η κάθοδος; (η Ίωνος Δραγούμη) με ρωτάει.

-Δεν γνωρίζω τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο συγκεκριμένο δρόμο. Πάμε και θα δούμε, ξαναλέω.

Απογοήτευση ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της, που μπορεί και να μην φτάσουμε εκεί ακριβώς που θέλει. Μερικές φορές έχω την εντύπωση ότι ο κόσμος πιστεύει πως τα ταξί είναι όχι μόνο παντός καιρού αλλά και υπεράνω νόμων και συνθηκών. Και πραγματικά έρχεται η "υποχώρηση" .

-Έ, καλά, και Ίωνος Δραγούμη με Τσιμισκή (40 μέτρα από την Πλατεία Ελευθερίας) να μας πάτε, δεν πειράζει. Έ Άννα; γυρίζει στην φίλη της. Εκείνη δεν μιλάει και δεν μπορώ να την δώ. Μιλάει όμως η σιωπή της. (ΟΧΙ. Να μας πάει εκεί που θέλουμε, αλλιώς γιατί πήραμε ταξί;)

Όταν λέω σε μερικούς πελάτες ότι μέχρι τον δεύτερο όροφο μπορώ να τους ανεβάσω με το ταξί (μέχρι τον τέταρτο αν είχα την μηχανή) έχω την εντύπωση ότι με πιστεύουν σε πρώτη φάση. Ευσεβείς πόθοι.

Για την ιστορία πάντως, φτάσαμε Ίωνος Δραγούμη με Τσιμισκή όπου εκείνες κατέβηκαν αφού είδαν με τα μάτια τους τον τροχονόμο που μας εμπόδισε να πάμε παρακάτω, κι εγώ έμεινα να παλεύω με τα κύματα των αυτοκινήτων, μαζί με τους υπόλοιπους τρελαμένους συμπολίτες που ξαφνικά μπορούσαν να πάνε ανατολικά μόνο μέσω της ήδη πολύπαθης Εγνατίας. Απ' ότι έμαθα αργότερα, κάποιος "επίσημος" δήλωσε ότι οι Θεσσαλονικείς ευχαριστήθηκαν πολύ με την διαδικασία άφιξης της Φλόγας. Είμαι σίγουρος πως δεν ρώτησαν τους οδηγούς.

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008

Ξέρεις από ψάρι;

Πατέρας και γιος μπαίνουν κάπου στην Δελφών και μου ζητάνε να κατευθυνθούμε στο κέντρο.

-Που ακριβώς;

-Για φαγητό πάμε. Πήγαινε και θα δούμε. Μάλλον στην Αριστοτέλους θα μας αφήσεις.

Είναι απογευματάκι και έχει αρκετή κίνηση, οπότε έχουν χρόνο να πούνε τα δικά τους. Αποδεικνύεται ότι ο υιός είναι φοιτητής εδώ, ενώ ο πατέρας μάλλον Αθηναίος επιχειρηματίας κάποιου είδους. Και ενώ ήδη έχει αρχίσει να μου τη δίνει η πορεία της συζήτησης (ο πατέρας τον ρωτάει αν βρήκε τον ένα και τον άλλο καθηγητή που είναι γνωστός, και αν κάνει παρέα με τον τάδε συμφοιτητή που είναι γόνος του Χ πολιτικάντη), το θέμα ξαναγυρίζει στο φαγητό, καθώς πλησιάζουμε πλέον στο κέντρο. Οπότε ο υιός κάνει στον πατέρα, την ερώτηση που με αποτελειώνει:

-Σολομό τρως;

-Ξέρεις που έχει καλό σολομό; Θαυμάζει ο πατέρας.

-Βεβαίως, καμαρώνει ο γιος.

-Πάμε εκεί τότε.

-Στο λιμάνι θα μας πας τελικά, στο εστιατόριο ΧΧΧΧΧ, γυρνάει σ' εμένα ο γιος με ύφος.

Δάγκωνα ένα πρόχειρο σάντουιτς μπρικ/αστακό εκείνη την στιγμή, και δεν του απάντησα αναλόγως.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Πέντε δάχτυλα...άγνοια(;!)

Κινούμαι στη Μοναστηρίου προς τα δυτικά. Μπροστά μου έχω ένα Nissan δεκαπενταετίας με μια κοπέλα γύρω στα τριάντα στο τιμόνι, η οποία έχει ξεχάσει τα Alarm της ανοιχτά. Σημειώνω ότι έχει συνεπιβάτη και μάλιστα άντρα. Άσχετο τώρα αλλά θα χρειαστεί αργότερα στην ιστορία.

Βλέποντας ότι δεν τα σβήνει, κάποια στιγμή της ανάβω τα φώτα, με κοιτάζει απ' τον καθρέφτη και της κάνω με το χέρι νόημα για τα alarm. Εκείνη μου κάνει νόημα "τι θέλεις" και ξανακοιτάζει μπροστά της.

Σαν να μην έφταναν τα ξεχασμένα alarm, αρχίζει να αλλάζει και λωρίδες. Αν βγάζει φλας, προφανώς δεν φαίνεται. Αυτό μαζί με το γεγονός ότι δεν κοιτάζει καθρέφτες (δεν έχει δεξί εξωτερικό έτσι κι αλλιώς) την κάνει επικίνδυνη.

Της ανάβω τα φώτα πάλι. Αυτή τη φορά όταν με κοιτάζει από τον καθρέφτη της κάνω νόημα και με τα δύο χέρια. Πολύ καλύτερα αυτή τη φορά, γιατί εκνευρισμένα σηκώνει το χέρι και με μουντζώνει. Τα νεύρα μου. Αυτή νομίζει ότι της κολλάω.

Επιταχύνω, ελίσομαι, βρίσκομαι δίπλα της και στο φανάρι που μας πιάνει ανοίγω το παράθυρο και της λέω:

-Έχετε-Αναμένα-Αλάρμ!

Με κοιτάζει με ύφος πίσω από τα τεράστια ray-ban γυαλιά της (δεκαπενταετίας σαν το αυτοκίνητό της, αλά Τομ Κρουζ,Top Gun) και με μια μεγάλη επιδεικτική κίνηση πατάει τον διακόπτη και τα σβήνει. Ο τύπος δίπλα της δεν λέει τίποτε.

-Παρακαλώ, της λέω.

-Με ξανακοιτάζει σαν μυγάκι που κόλλησε στο μπαρμπρίζ της.

-Τι είπες; ρωτάει.

-Λέω παρακαλώ στο ευχαριστώ που μου είπατε, για το σινιάλο που σας έκανα για τα alarm, της απαντάω.

-Αυτό σημαίνει alarm; ρωτάει κάνοντας με το χέρι το νόημα που της έκανα τόση ώρα.

-Αυτό [κάνω νόημα] σημαίνει alarm, αυτό [κάνω άλλο νόημα] σημαίνει φώτα, και ΑΥΤΟ που κάνατε [μουντζώνω πίσω μου] σημαίνει ότι δεν έχετε καθόλου τρόπους.

Το φανάρι ανάβει πράσινο και ξεκινάω. Την κοιτάζω από τον αριστερό καθρέφτη και προλαβαίνω να δω το στόμα της να σχηματίζει τη φράση: "Άντε μωρέ το μαλάκα".

Κάπου εδώ, εγώ παραιτούμαι...

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2008

Υπεράριθμη ανοησία

Ιούλιος, Σάββατο, μεσημέρι, πηγαίνω σε κλήση στις Συκιές. Εκεί βρίσκω να με περιμένουν τέσσερις ενήλικες με τρία μωρά στην αγκαλιά.

-Θα πρέπει να καλέσετε και δεύτερο Ταξί, τους λέω. Είστε πολλοί.

Εδώ αρχίζουν τα κλασικά. Μα γιατί, δεν είναι ενήλικες, μετράνε για επιβάτες; θα τα πάρουμε στην αγκαλιά, θα τα κρύψουμε, θα χάσουμε το λεωφορείο, σας παρακαλώ κλπ κλπ.

Τους εξηγώ ότι εκτός από εντελώς παράνομο (το Ταξί όπως και το επιβατικό αυτοκίνητο μπορεί να πάρει τέσσερις επιβάτες + τον οδηγό ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ από την ηλικία των επιβατών) είναι και άκρως επικίνδυνο. Τα παρακάλια συνεχίζονται και τελικά υποκύπτω. Ενημερώνω το ραδιοταξί (ώστε αν μας σταματήσουν και με γράψουν να έχω τουλάχιστον μια ελπίδα να πληρώσουν οι επιβάτες το πρόστιμο, όπως με διαβεβαιώνουν) και ξεκινάμε για τα ΚΤΕΛ Χαλκιδικής. Όπως είπα και στην αρχή, είναι Σάββατο μεσημέρι και η έξοδος της πόλης είναι γεμάτη αυτοκίνητα, αλλά και τροχονόμους που προσπαθούν να βάλουν μια τάξη στη μαζική έξοδο. Ευτυχώς οι αλλαγές λωρίδων μου "βγαίνουν", τα παιδάκια μένουν χαμηλά, και δεν μας σταματάει κανείς.

Καθώς πλησιάζουμε στα ΚΤΕΛ, ο πελάτης που κάθεται δίπλα μου ρωτάει:

-Πόσο βγαίνει να πάει κανείς με Ταξί στην Καλικράτεια;

Κάνω έναν πρόχειρο υπολογισμό (χιλιομετρική απόσταση Χ κόστος διπλής ταρίφας/χιλιόμετρο) και του λέω ένα ποσό κατά προσέγγιση, θεωρώντας ότι ρωτάει από περιέργεια. Λάθος:

-Θα μας πας μία μέχρι την Καλικράτεια;

Παίρνω βαθιά αναπνοή και μετράω όσα νούμερα θυμάμαι μέχρι το 10.

-Καλά ΤΙ σας λέω τόση ώρα; Αν, χτύπα ξύλο μακριά από μας, ο Θεός να φυλάει εμπλακούμε σε ατύχημα, ξέρετε τι θα γίνει εκεί πίσω που κάθεστε έξι άνθρωποι, οι τρεις μωρά; Τα παιδιά σας δεν τα λυπάστε; Για σκότωμα τα έχετε; Και βάζω εντελώς δεύτερο το τι θα μου κάνει η τροχαία, που κανονικά θα πρέπει να με μαστιγώσουν και να με κρεμάσουν για παραδειγματισμό. Είπαμε να σας κάνω μια εξυπηρέτηση και πάω τόση ώρα με την ψυχή στο στόμα μην τυχόν και συμβεί το παραμικρό, μη φρενάρω απότομα και χτυπήσετε, κι εσείς μου λέτε να βγούμε στον δρόμο Χαλκιδικής με τους χιλιάδες τρελαμένους;

Δεν ξαναμίλησε κανείς μέχρι που φτάσαμε στα ΚΤΕΛ και αποβιβάστηκαν.

Σάββατο 15 Μαρτίου 2008

Με "προφορά"

Είναι βράδυ καθημερινής, χειμώνας, και στο ταξί μπαίνουν τέσσερα παιδιά, μάλλον φοιτητές.

-Λαδάδικα, μου λένε, και για λίγο οι δύο από τους τέσσερις έχουν μια συζήτηση για κάποιο μάθημα (μέσα έπεσα, φοιτητές είναι), στην οποία συμπληρώνει κάτι ο τρίτος. Κάποια στιγμή αυτός που κάθεται ακριβώς πίσω μου, και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν έχει μιλήσει καθόλου, λέει στα αγγλικά, αλλά με λάθος σύνταξη και κάπως Ρωσική προφορά (όπως στις Αμερικάνικες κωμωδίες όταν το παίζουν Ρώσοι κατάσκοποι),

-Tell me, we are going to a club?

Ο δίπλα του, του απαντάει σε επίσης σκοτωμένα αγγλικά:

-No, it is like big cafe we are going, but with music. Εεεεεεε strong music.

Θεωρώντας ότι κάνουν πλάκα μεταξύ τους, και θέλοντας να συμμετάσχω κι εγώ, γυρνάω τις λέξεις όσο πιο Ρωσικοκατασκοπικά μπορώ να προσποιηθώ και λέω κι εγώ:

-Why are we talking English with a Russian accent?

Πέφτει σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα (ενώ περιμένω γέλια), και τελικά αυτός που κάθεται δίπλα μου, λέει δείχνοντας το παλικάρι που κάθεται πίσω μου:

-Το παιδί δεν είναι από εδώ. Είναι από το εξωτερικό!

Ουπς.

Μερικές φορές καλύτερα να μασάς...

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2008

Πολλαπλασιασμός

[ Στην παρακάτω ιστορία, σε καμία περίπτωση δεν υπαινίσσομαι ότι οι κάτοικοι του Δενδροποτάμου εμπλέκονται στο σύνολό τους σε παράνομες ή ανήθικες πράξεις. Αντιθέτως έχω μεταφέρει εκεί πολύ συμπαθείς ανθρώπους κάθε ηλικίας και φύλου. Είναι κλασικά οι λίγοι που βγάζουν το όνομα στους υπόλοιπους. Και μετά, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά.]


Παραλαμβάνω την κοπέλα που έχει κάνει κλήση από την αστυνομία του Δενδροποτάμου. Για την ακρίβεια, ενώ στις κλήσεις ζητάνε ταξί στο αστυνομικό τμήμα , δεν έχουν τηλεφωνήσει ποτέ από εκεί. Αναφέρουν όμως την αστυνομία σαν "στίγμα", προκειμένου να μας πείσουν να ανταποκριθούμε στην κλήση. Και αυτό γιατί στην περιοχή έχουμε πάθει διάφορα. Από πιτσιρίκια που ορμάνε στο ταξί, ανοίγουν τις πόρτες και βουτάνε ότι μπορούν ή απλώς πετάνε πέτρες, μέχρι...αφήστε καλύτερα. Δεν είναι του παρόντος
post. Παραλαμβάνω λοιπόν την κοπελιά, (κοντά στα είκοσι πέντε η ηλικία της), όχι μπροστά από την αστυνομία αλλά καμιά τριανταριά μέτρα παραπέρα. Με βλέπει που σταματάω στο τμήμα και μου κάνει νόημα ότι αυτή κάλεσε ταξί. Μπαίνει και κάθεται δίπλα μου.
-Καλησπέρα. Που θα πάμε;
-Στον Βενιζέλο.
-Εννοείς στο άγαλμα στην Εγνατία με Αριστοτέλους ή στην οδό Βενιζέλου;
-Εκεί στην Αριστοτέλου.
Ξεκινάμε λοιπόν για το κέντρο. Κάποια στιγμή βάζει το χέρι κάτω από την φαρδιά πλεχτή μπλούζα που φοράει και βγάζει λεφτά (από το σουτιέν της λογικά) τα οποία αρχίζει να μετράει. Βλέπω την κίνηση με την άκρη του ματιού μου αλλά τα μάτια μου είναι στο δρόμο και όχι στα λεφτά της ή στην ίδια. Κάποια στιγμή σταματάει ή τελειώνει το μέτρημα και κοιτάζει μπροστά σαν να σκέφτεται, με τα λεφτά στο χέρι.
Ξαναμετράει.
Δεύτερος γύρος σκέψης.
Τελικά γυρνάει, με κοιτάζει και ρωτάει:
-Πενήντα εικοσάρικα πόσα λεφτά είναι;
Είμαστε σταματημένοι σε φανάρι, οπότε γυρίζω και την κοιτάζω καθώς απαντάω:
-Χίλια ευρώ.
Και μόνο τότε τα μάτια μου πέφτουν στο "πακέτο" με τα λεφτά που μετράει τόση ώρα, και συνειδητοποιώ ότι δεν είναι μια ακαδημαϊκή ερώτηση. Κρατάει χίλια ευρώ σε εικοσάρικα.
Ικανοποιημένη από την απάντηση βάζει τα λεφτά πίσω στη θέση τους κάτω από την μπλούζα, βάζοντας το χέρι από την πάνω πλευρά (του ντεκολτέ) αυτή τη φορά. Όταν τελικά φτάνουμε, με πληρώνει με άλλα λεφτά που βγάζει από ένα πορτοφολάκι.


Αυτό είναι που λένε "πλούσιο στήθος";

Τρίτη 11 Μαρτίου 2008

Ξενέρωτος

Οι τέσσερις κυρίες (γύρω στα πενήντα η ηλικία τους) μπαίνουν από το Βαρδάρι και κατευθύνονται Αμπελόκηπους. Ασχημούλες, και με βλέμμα "κουτοπόνηρης κακίας". Ξεκινούν αμέσως να μιλάνε σε κάποια ξένη γλώσσα, μάλλον "ανατολικού μπλοκ". Και πάνω που αρχίζω και σκέφτομαι ότι παρά τη μικρή απόσταση θα ακούσω πολύ μπλα-μπλα, γιατί ήδη χαζογελάνε μεταξύ τους και με κοιτάζουν ("νοιώθω" τα βλέμματά τους στον κεντρικό καθρέφτη), σταματάνε απότομα καθώς εκείνη που έχει καθίσει μπροστά δίπλα μου, η χειρότερη ίσως απ' όλες γυρίζει και μου λέει:

-Βάλαμε στοίχημα με τις φίλες μου αν μπορώ να φιλήσω τον ταξιτζή, (χάχαχα οι φίλες)

-Έπρεπε να βρείτε έναν ελεύθερο ταξιτζή για να βάλετε αυτό το στοίχημα. Εγώ είμαι παντρεμένος, είναι η σχετικά ήπια απάντησή μου, γιατί αυτοί οι εφηβο-παλιμπαιδισμοί με ενοχλούν ανεξαρτήτως φύλου. Ειδικά όταν προέρχονται από μεσήλικες+.

-Ε τι σημασία έχει; Άλλο αυτό. Κι εγώ παντρεμένη είμαι.

-Κοιτάξτε, δεν ξέρω πως το έχετε στα μέρη σας, αλλά εδώ όταν σου λέει κάποιος δεν θέλω πάρε-δώσε είμαι παντρεμένος, τον αφήνεις στην ησυχία του.

-Ε δεν είπαμε και τίποτε. Ένα φιλάκι για το στοίχημα να μου δώσεις μόνο. (Επιμένει!)

-Το στοίχημά σας, ή θα το χάσετε, ή να σας αφήσω να πάρετε άλλο ΤΑΞΙ με πιο "φιλελεύθερο" οδηγό, της λέω και κόβω κάπως ταχύτητα.

-Όχι όχι δεν πειράζει, πάμε τώρα, μουτρώνει αυτή και λέει κάτι στις φίλες της. Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα, αλλά από τον τόνο της φαντάζομαι κάτι του τύπου: "Σε ξενέρωτο πέσαμε".

Καλύτερα ξενέρωτος παρά με τα νερά σου.

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2008

Το αίνιγμα των ΕΛΤΑ

Σε αντίθεση με τις προηγούμενες "σοβαρές" ιστορίες, είπα να βάλω αυτό το "σετάκι" φωτογραφιών. Για να μη ξεχνάμε και που ζούμε. Και για να ξορκίζουμε το κακό με λίγο γέλιο...

Το ταχυδρομικό αυτό κουτί το πρόσεξα περιμένοντας σε "κλήση" του ραδιοταξί.




Τρεις εξηγήσεις μπορώ να δώσω για το "κείμενο":

α) Ο νομοθέτης χρησιμοποίησε το "τοιχοκόλληση" αντί για το "αφισοκόλληση" επειδή ο νόμος αφορά κατά βάσην τοίχους, όπου κολλάνε και άλλα πράγματα εκτός από αφίσες.

β) Αποτελεί οδηγία για τους εγκαταστάτες του κουτιού. Μην το κολλήσετε στον τοίχο.

γ)Απαγορεύει στους περαστικούς ορεξάτους χτίστες να χτίσουν/κολλήσουν έναν τοίχο στο κουτί.

Παρασκευή 29 Φεβρουαρίου 2008

Σαν απόσπασμα από Tarantino(!;)

(Στην παρακάτω ιστορία, όπως και στις περισσότερες, έχω αλλάξει ονόματα και τοποθεσίες προκειμένου να μην εκθέσω τους εμπλεκόμενους. Επίσης προφανώς, λείπουν διάφοροι διάλογοι, καθώς η ιστορία κράτησε γύρω στις πέντε ώρες. Υπάρχουν νομίζω πάντως, όλα τα ουσιαστικά σημεία.)

Είναι τέλη Ιουλίου και ο συνεργάτης μου λείπει με "άδεια" (δηλαδή δουλεύω εγώ από το πρωί μέχρι όσο αντέξω, κάθε μέρα επί μια εβδομάδα). Τελευταία μέρα που δουλεύω πριν τη δική μου "άδεια", τα νεύρα, η κούραση και οι εντάσεις, είναι στο απόγειό τους. Έχει προηγηθεί και ολόκληρη η χρονιά. Αλλά δεν βαριέσαι, μερικές ώρες μένουν. Τι μπορεί να συμβεί;

Χα!

Παραλαμβάνω ένα παλικαράκι (κοντά στα 30) που έκανε κλήση από τα Διαβατά. Όλα καλά. Καλησπερίζει (είναι γύρω στις πέντε το απόγευμα) και αρχίζει μια λογοδιάρροια ότι είναι πελάτης του ραδιοταξί, ότι πηγαίνει καράτε στα Διαβατά αλλά το σπίτι του είναι στην Μενεμένη, ότι αν πάει κανείς να με χτυπήσει έτσι (το κλασικό Victory σχήμα δείκτη και μέσου στα μάτια) εγώ να αμυνθώ έτσι (το κλασικό ακουμπάω την κόψη του πάνω μέρους της ίσιας παλάμης στη μύτη και προστατεύω τα μάτια από το χτύπημα σταματώντας το V του Victory), του ότι ο δάσκαλος του καράτε τους βάζει και χτυπάνε σακιά με χαλίκια και γι' αυτό τα χέρια και τα πόδια του είναι χτυπημένα. Πραγματικά μου δείχνει τις γροθιές και το πάνω μέρος των ποδιών του που έχουν πληγές από χτυπήματα. Οπότε καταλήγει στο εξής:

-Να βρούμε ένα φαρμακείο πριν με πας σπίτι, να πάρω μια ειδική αλοιφή που βάζω πάνω στα χτυπήματα;

-Βεβαίως. [Πέρα από την κάπως αφελή πολυλογία, τίποτε δεν έδειχνε ανησυχητικό. Ο τύπος την περισσότερη ώρα είχε πλήρη συνοχή και άργησα να καταλάβω τι συνέβαινε. Βέβαια πλέον είμαι γενικότερα πιο υποψιασμένος.]

Ζητάω ανοιχτό φαρμακείο από το κέντρο του ραδιοταξί (λόγω καλοκαιριού τα περισσότερα είναι κλειστά το απόγευμα) και κατευθυνόμαστε εκεί (Κορδελιό) Ο τύπος μπαίνει στο φαρμακείο, και ξαναβγαίνει μετά από λίγο με άδεια χέρια.

-Δεν έχουν την αλοιφή μου. Πάμε αλλού.

Καινούρια ενημέρωση από το κέντρο. Φτάνουμε στο φαρμακείο (Σταυρούπολη). Μπαίνει, βγαίνει άπραγος.

-Ξέρω που θα πάμε, μου λέει. Είναι ένα φαρμακείο στη Νεάπολη που την έχει σίγουρα. Δεν έχω βέβαια πολλά λεφτά μαζί μου, αλλά θα πάρω από το σπίτι όταν γυρίσουμε και θα σε πληρώσω. [Άντε καλά]

Το φαρμακείο της Νεάπολης είναι κλειστό. Μπαίνουμε στην Αγίου Δημητρίου, όπου κάποια στιγμή μου ζητάει στυλό και κάτι γράφει σε ένα χαρτί. Δεν βλέπω ούτε τι, ούτε το χαρτί. Τα μάτια μου είναι στο δρόμο. Καινούριο φαρμακείο, καινούρια αποτυχία.

-Ρε φίλε μήπως να σε πάω σπίτι σου να τελειώνουμε και ψάχνεις αύριο το πρωί με το καλό;

-Όχι, σε παρακαλώ, πονάω. Πρέπει να βρω την αλοιφή.

-Καλά τι αλοιφή είναι αυτή και δεν την έχουν;

-Φυτική, εισαγόμενη. Δεν την έχουν όλοι.

Επόμενο ανοιχτό φαρμακείο στην Β. Όλγας, όπου η ιστορία επαναλαμβάνεται. Επιστρέφει με την φοβερή έμπνευση:

-Επειδή δουλεύω στην ιχθυόσκαλα της Μηχανιώνας, ξέρω ότι στην Περαία έχει ανοιχτό φαρμακείο που έχει την αλοιφή μου. Εκεί να πάμε.

-Λίγο μακριά δεν είναι; [Μέχρι τώρα είμαστε εντός πόλεως, και το πολύ πολύ να μη πληρωθώ πλήρως, αλλά αρχίζουμε και απομακρυνόμαστε πολύ]

-Σε παρακαλώ πάμε. Πονάω, τι θα κάνω μέχρι αύριο;

Δυστυχώς εκείνη την ώρα δεν μπορώ να μείνω αδιάφορος στον ανθρώπινο πόνο, αν και η όλη φάση έχει αρχίσει να βρωμάει. Ξεκινάμε. Αυτός βγάζει τα χαρτιά που κρατούσε πριν και τα παίζει νευρικά στα χέρια του. Συνεχίζει να μιλάει περί ανέμων και υδάτων ασταμάτητα. 'Έχουμε φτάσει στην περιοχή αεροδρομίου και πηγαίνουμε με περίπου εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Κάποια στιγμή, που κοιτάζει έξω από το παράθυρο, Ρίχνω κλεφτές ματιές στα χαρτιά που κρατάει.

Και τα δυο χαρτιά είναι του ΙΚΑ.

Το πρώτο είναι μια συνταγή, όπου εμφανώς έχει προσθέσει μόνος του νωρίτερα (γι' αυτό ζήτησε το στυλό) κάτω από τα δυο ήδη γραμμένα φάρμακα, ένα ακόμη. Η προσθήκη φωνάζει από χιλιόμετρα καθώς είναι γραμμένο με κεφαλαία, άτσαλα γράμματα, και το χρώμα του στυλό διαφέρει. Προφανώς γι' αυτό και δεν δέχονται να του το δώσουν οι φαρμακοποιοί. Γι' αυτό και γιατί είναι αυστηρά συνταγογραφημένο φάρμακο προφανώς.

Το δεύτερο χαρτί όμως είναι που κάνει την καρδιά μου να βουλιάξει. Είναι διάγνωση από γιατρό του ΙΚΑ και γράφει με μεγάλα γράμματα, ΔΙΑΓΝΩΣΗ: Ψυχωτικός.

Από το μυαλό μου περνάνε διάφορα, με βασικό το ότι πιθανότατα έχω να κάνω με επικίνδυνο άνθρωπο. Μπορεί από στιγμή σε στιγμή να μου δώσει ένα "χτύπημα καράτε", ή να ανοίξει την πόρτα και να πηδήξει έξω, ή να τραβήξει το χειρόφρενο και να καρφωθούμε πουθενά. Διαλέγω αυτή τη στιγμή για να παίξω με τη φωτιά.

-Τόση ώρα πηγαίνουμε και δεν μου είπες πως σε λένε, του λέω.

-Μιχάλη Παπαδόπουλο, απαντάει αμέσως.

-Έτσι ε; Οι συνταγές που έχεις δεν είναι δικές σου όμως ε;

-Δικές μου είναι.

-Τότε γιατί γράφουν Δαμιανός Φωτιάδης;

Το βλέμμα του σκοτεινιάζει.

-Είναι που η μάνα μου ξαναπαντρεύτηκε και άλλαξα όνομα. Τι μου το θυμίζεις τώρα...

-Άντε επίθετο να άλλαξες. Άλλαξες και μικρό όνομα;

-Ναι. Άσε μωρέ μη το συζητάς και στεναχωριέμαι.

Κατάλαβα. Μπλέξαμε. Το σοφότερο θα ήταν να τον αφήσω και να φύγω την επόμενη φορά που θα κατέβει από το αυτοκίνητο. Αλλά με πιάνει κι εμένα το πείσμα. Έχω φάει αρκετές "πατάτες", και δεν θα τον αφήσω να φύγει έτσι. Έχουμε μία ώρα στο δρόμο, έχουμε διασχίσει την πόλη από άκρη σε άκρη και έχουμε βγει εκτός πλέον. Στέλνω στα κρυφά (τυφλό σύστημα) μήνυμα στη γυναίκα μου με το ονοματεπώνυμο που είδα και δυο λόγια για την κατάσταση που βρίσκομαι, "για παν ενδεχόμενο".

Φτάνουμε στην Περαία και μπαίνει στο φαρμακείο. Βρίσκω την ευκαιρία και τηλεφωνώ στο Ραδιοταξί. Η εκφωνήτρια μου λέει ότι δεν είναι πελάτης και ότι πήρε με απόκρυψη, μάλλον από καρτοτηλέφωνο. Της εξηγώ τι έχει συμβεί (εξάλλου έχει παραξενευτεί και η ίδια γιατί επί μία ώρα ζητάω φαρμακεία από τα δυτικά όλο και ανατολικότερα). Συμφωνούμε να με καλεί κάθε λίγο στο CB, να ρωτάει που βρίσκομαι κλπ, και αν χρειαστεί να στείλει βοήθεια.

Ο τύπος επιστρέφει.

-Μπα δεν το έχουν. Αλλά μου είπαν να βρω έναν παθολόγο μέσα στο χωριό να με βοηθήσει.

Η ιστορία του μπάζει άσχημα πλέον, αλλά δεν δείχνει να το καταλαβαίνει. Τον πηγαίνω στον γιατρό, και βλέποντας το τηλέφωνο ιατρείου στην πινακίδα απ' έξω, του τηλεφωνώ, του εξηγώ τι συμβαίνει, και του ζητάω να βοηθήσει την κατάσταση. Δείχνει να με καταλαβαίνει. Λίγη ώρα μετά ο Μιχάλης-Δαμιανός επιστρέφει με μια κάρτα.

-Θα πάμε σε αυτόν τον γιατρό. Εκεί θα μου το γράψει το φάρμακό μου. (Η αλοιφή έχει πλέον γίνει φάρμακο)

Πάμε και στον άλλο γιατρό που είναι πνευμονολόγος. Όλη αυτή την ώρα η εκφωνήτρια με καλεί συχνά ρωτώντας που βρίσκομαι, και τελικά με παίρνει και τηλέφωνο.

-Μίλησα με τον αρχιεπόπτη του καναλιού, μου λέει. Άφησε τον "πελάτη" και φύγε.

-Τώρα μου την έχει δώσει. Όσο είμαστε σε κατοικημένη περιοχή και δεν κινδυνεύω, δεν τον αφήνω να πάει πουθενά.

Ο τύπος επιστρέφει από τον πνευμονολόγο. Είναι προφανές ότι τον έχουν κάνει μπαλάκι και τον ξεφορτώνονται με κάθε τρόπο καθώς κανείς δεν του γράφει το "συνταγογραφημένο" φάρμακο που θέλει.

-Πρέπει να βρούμε έναν οδοντίατρο, μου λέει.

-Νομίζω ξέρω που έχει οδοντίατρο του λέω. Διασχίζω την Περαία, φτάνω στους Νέους Επιβάτες, και σταματάω έξω από το αστυνομικό τμήμα.

-Ας; ρωτήσουμε εδώ. Θα ξέρουνε, του λέω.

-Καλά στην αστυνομία με έφερες; Εγώ σε εμπιστεύτηκα. Στραβώνει άσχημα και το πρόσωπό του παραμορφώνεται.

Ξεσπάω, εκ του ασφαλούς πλέον, τι διάολο, έξω από τμήμα είμαστε.

-Με εμπιστεύτηκες ε; Μου είπες ψέματα για το όνομά σου, με έχεις φέρει από τα Διαβατά στην Περαία, δεν έχεις λεφτά, πλαστογράφησες τη συνταγή, και ψάχνεις κι εγώ δεν ξέρω τι. Τι περιμένεις να κάνω; Έχεις να φοβηθείς τίποτε από την αστυνομία;

-Όχι.

-Πάμε τότε.

Μπαίνουμε στο τμήμα. Εξηγώ στον αξιωματικό υπηρεσίας την κατάσταση. Του ζητάει τα στοιχεία του. Εδώ του δίνει κατ' ευθείαν τα "κανονικά' του. Ο αστυνόμος παίρνει τα στοιχεία και τα στέλνει με φαξ στα κεντρικά προφανώς. Μας ζητάει να περιμένουμε έξω, στον προθάλαμο. Ο χώρος είναι μεγάλος κι εγώ φροντίζω να κρατάω αποστάσεις.

ο Μιχάλης-Δαμιανός με κοιτάζει με μίσος και εκτοξεύει απειλές. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και ένας ειδικός φρουρός, ο οποίος του λέει:

-Έλα τι λόγια είναι αυτά; Μη με αναγκάσεις να σε συλλάβω. Φρόνιμα.

Δεν μπορεί να συγκρατήσει την νευρικότητά του πλέον. Στριφογυρίζει σαν αγρίμι σε παγίδα. Στο μεταξύ ο αξιωματικός υπηρεσίας με φωνάζει μέσα. Μπαίνω στο γραφείο του, και πίσω μου μπαίνει ο Μιχάλης-Δαμιανός.

-Τον κύριο θέλω μόνο, τον διώχνει ο αστυνόμος.

Φεύγει και ξαναγυρίζει αμέσως.

-Ρε φύγε σου είπα, του αγριεύει ο αξιωματικός.

Με τα πολλά φεύγει.

-Καλά ρε φίλε που πήγες και έμπλεξες, μου λέει ο αστυνόμος. Αυτός είναι ψυχοπαθής.

Του εξηγώ τι έγινε, με περισσότερες λεπτομέρειες.

-Εντάξει, πάρτον από εδώ και πήγαινέ τον σπίτι του. Δεν έχει φάκελο, αλλά δεν είναι και καλά.

-Κοιτάξτε, εγώ τον έφερα εδώ γιατί δεν νοιώθω καμία ασφάλεια να τον έχω μέσα στο ταξί. Και σίγουρα δεν πρόκειται να τον ξαναβάλω μέσα. Έτσι όπως την ψώνισε μαζί μου που τον έφερα εδώ, ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει στο δρόμο. Αφού δεν είναι καλά. Το είπατε και μόνος σας.

- Δεν έχεις και άδικο. Έχει κόλλημα με το καράτε είπες. Καλά, περίμενε λίγο να δούμε τι θα κάνουμε.

Δίνει τα χαρτιά σε κάποιον με πολιτικά, της ασφάλειας. Λίγη ώρα μετά μας φωνάζουν σε ένα διπλανό γραφείο. Επαναλαμβάνω την ιστορία μου. Οι άνθρωποι δείχνουν κατανόηση. Κάνουν μερικές "ψαρωτικές" ερωτήσεις στον Μιχάλη-Δαμιανό και τελικά βρίσκουν στο τηλέφωνο τον αδελφό του.

-Ο αδελφός του θα έρθει να τον πάρει. Αν θέλεις φύγε, μου λένε.

-Κοιτάξτε, έχω πέντε ώρες που τραβιέμαι με αυτή την ιστορία. Θέλω να αποζημιωθώ. Θα περιμένω να έρθει να δω τι θα μας πει κι αυτός. Και αν δεν θέλει να με αποζημιώσει, θα έχω χάσει άλλη μια ώρα. Εντάξει.

Βγαίνουμε ξανά έξω. Ο δικός μου κάνει τράκα από τον ειδικό φρουρό, καφέ από το μηχάνημα, και το κινητό του για να πάρει τον αδελφό του. Με κάθε ευκαιρία με κοιτάζει με ύφος που θα ψάρωνε τον Τσακ Νόρις. (Θα νόμιζε ότι κοιτάζει στον καθρέφτη που εξαφανίζει το μούσι και το καπέλο του).

-Θα σε φτιάξω εσένα, μου λέει. Ιδιοκτήτης είσαι; Θα σου κάνω μήνυση και θα σου πάρω το ταξί. Πώς σε λένε πες μου. Τα στοιχεία σου. Ο δικηγόρος μου θα σε κάνει σκόνη. Την έβαψες σου λέω.

Δεν απαντάω σε τίποτε. Δεν έχει και νόημα. Επικοινωνώ με το ραδιοταξί και το σπίτι μου να ενημερώσω ότι τουλάχιστον δεν κινδυνεύω και περιμένω.

Κάποια στιγμή που με απειλεί, περνάει ένας άνθρωπος που δεν τον έπιανε το μάτι σου. Τον κοιτάζει και του λέει «Τι θα γίνει μ’ εσένα θα ηρεμήσεις ή θα σε κλείσω μέσα;». Ο Μιχάλης-Δαμιανός σταματάει για λίγο και μετά του λέει: «Γιατί τι έκανα, δεν έκανα τίποτε». Οπότε ο άλλος σταματάει ξαφνικά, γυρνάει και τον καρφώνει με ένα βλέμμα που πραγματικά θα πάγωνε το αίμα στις γενετικά εξελιγμένες φλέβες του Τσακ Νόρις. Τον καρφώνει έτσι μερικά δευτερόλεπτα και μετά του λέει «Τίποτε δεν έκανες; Θα βρω εγώ κάτι να έχεις κάνει μην ανησυχείς». Καλά να είναι ο άνθρωπός, από εκεί και πέρα ο Μιχάλης-Δαμιανός έκοψε το ύφος και ψαχνόταν σε ποιον να πάει να κολλήσει.

Καμιά ώρα μετά έρχεται και ο αδελφός του. Το παλικάρι φαίνεται εντάξει. Ο διοικητής μας καλεί στο γραφείο του, εμένα και τον αδελφό.

-Τι να σας πω κύριε αστυνόμε, λέει ο αδελφός. Δεν ξέρω τι να κάνω με τον Δαμιανό. Την άλλη φορά πήρε ταξί και ήρθε στην Κατερίνη που δουλεύω και βγήκε και με έψαχνε. Ρεζίλι με έκανε στον κόσμο, κι εγώ πλήρωσα τον ταξιτζή που τον έφερε μέχρι εκεί.

-Έχει νοσηλευτεί;

-Ναι αλλά το έσκασε

-Παίρνει κάποιο επίδομα.

-Ναι.

-Χρησιμοποίησέ το για να τον πας κάπου να τον ελέγχουν, σε καμιά ιδιωτική κλινική, ίσως και να τον κάνουν καλά αν επιδέχεται θεραπείας. Γιατί τον αφήνεις να κυκλοφορεί;

-11 φορές το έχει σκάσει.

-Κοίτα, επεμβαίνω εγώ. Έτυχε και μπήκε στο ταξί μου και έπεσε σ' εμένα. Τον πήρα με το καλό και δεν είχαμε έκτροπα. Τι θα γινόταν αν έπεφτε σε κανένα νευρικό συνάδελφο και έπεφτε ξύλο; Ή αν προκαλούσε ατύχημα; Ή αν τον παρατούσε πουθενά στις ερημιές; Ο αστυνόμος έχει δίκιο. Φρόντισε να μπει κάπου να τον προσέχουν σωστά, μην το έχεις βάρος στην συνείδησή σου. Δεν φταίει ο υπόλοιπος κόσμος.

Τον φωνάζουν μέσα. Έρχεται και λέει:

-Θέλω να κάνω μήνυση σε αυτόν τον ταξιτζή.

-Μήνυση να κάνεις; Λεφτά έχεις να τον πληρώσεις τώρα;

-Όχι.

-Με το ζόρι τον κρατάω μην σου κάνει μήνυση αυτός και σε πάω μέσα αυτόφωρο. Που πας και παίρνεις ταξί χωρίς λεφτά; τον φοβερίζει ο αστυνόμος.

-Εντάξει, συγνώμη. Γυρίζει στον αδελφό του. Ένα ΧΧΧΧΧ (δεν θυμάμαι πλέον ποιο ψυχοφάρμακο) ήθελα και δε μου δίνανε, τι να έκανα; Έφτιαξα λίγο τη συνταγή.

-Αυτό θα κάνω ότι δεν το άκουσα, λέει ο αστυνόμος. Αποζημίωσε τώρα τον ταξιτζή να πάει στη δουλειά του και όπως είπαμε.

Παίρνω την "αποζημίωση" (τον λυπάμαι τον άνθρωπο, και του λέω το ποσό που έγραφε το ταξίμετρο όταν σταματήσαμε έξω από την αστυνομία δυο τρεις ώρες πριν) και συνεχίζω τη δουλειά μου. Λίγες ώρες μένουν πριν την άδεια. Τι μπορεί να συμβεί;

Χα!

Υ.Γ. Να υπογραμμίσω ξανά ότι έχουν αλλαχτεί πρόσωπα, ονόματα, τοποθεσίες κλπ.

Τα πρόσωπα των αστυνομικών που συνάντησα, δεν τα θυμάμαι πλέον, καθώς έχω ιδιαίτερα κακή μνήμη με τα πρόσωπα, αν και θυμάμαι γενικά άλλα πράγματα. Απλώς πρόσωπα ΔΕΝ συγκρατώ, ποτέ δεν συγκρατούσα.

Από την άλλη, κρίμα που δεν μπορώ να γίνω πιο συγκεκριμένος γιατί ήταν μια από τις φορές που χάρηκα την αστυνομία να δείχνει ανθρώπινο πρόσωπο και να κάνει σωστά τη δουλειά της. Τον τρομάξανε όσο χρειαζόταν για να κάτσει φρόνιμα, αλλά κατά τα άλλα τον φρόντισαν με κάθε τρόπο. (Έκανε θραύση στους αυτόματους πωλητές, με ξένα κέρματα πάντα) Και εμένα μου φέρθηκαν πολύ ευγενικά και με κατανόηση για την κατάσταση και τους ευχαριστώ για όλα. Χωρίς γλειψίματα κλπες αηδίες, δεν νομίζω ότι διαβάζουν το blog μου :)